Με όσα συµβαίνουν στο διεθνές στερέωµα, φαίνεται ότι η εποχή της στρατηγικής βεβαιότητας τείνει να γίνει παρελθόν. Η διαφαινόµενη κρίση στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ενωσης και Ηνωµένων Πολιτειών, η περιπέτεια της Γροιλανδίας, καθώς και η επαναλαµβανόµενη απειλή για πιθανούς νέους δασµούς σε ευρωπαϊκά προϊόντα, καθιστά το διεθνές πλαίσιο ιδιαίτερα πολύπλοκο.

Σε αυτό το κλίµα, πολλοί αναρωτιούνται για τη σηµασία της διατήρησης του ελληνοτουρκικού διαλόγου: «Με όσα συµβαίνουν στον πλανήτη, είναι τώρα η στιγµή για συζητήσεις µε την Τουρκία; Μήπως οι δυσκολίες στις ευρωαµερικανικές σχέσεις ευνοούν την αναθεωρητική ατζέντα της Αγκυρας; Και αφού η Τουρκία προβάλλει σταθερά παράλογες θέσεις, για ποιο λόγο συνοµιλούµε µαζί της»; Είναι εθνικά και γεωπολιτικά ορθή η επιλογή της κυβέρνησης να προχωρήσει στη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν και στη σύγκληση του Ανωτάτου Συµβουλίου Συνεργασίας. Σε έναν κόσµο όπου οι σταθερές υποχωρούν και πολλές παγιωµένες καταστάσεις παύουν να είναι δεδοµένες, η δηµιουργία ενός ασφαλούς πλαισίου συνεννόησης µε την Τουρκία έχει ακόµα µεγαλύτερη χρησιµότητα. Αλλωστε, τη στιγµή που συνοµιλούν οι εµπόλεµοι Ουκρανοί µε τους Ρώσους, δεν µπορούν να συνοµιλούν οι Ελληνες µε τους Τούρκους;

Με την Τουρκία µάς χωρίζει µεγάλη απόσταση. Οµως, ο διάλογος είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης και αποφασιστικότητας. Είναι ένδειξη ισχύος και πίστης στο δίκαιο των εθνικών θέσεων. Είναι επιλογή ευθύνης προς όφελος της σταθερότητας της ευρύτερης περιοχής µας. Το να συνοµιλείς δεν σηµαίνει υπαναχώρηση ή υποχώρηση από τις θέσεις σου. Ακόµα και όταν η Τουρκία επιχειρεί να εµπλουτίσει τη διµερή ατζέντα µε επιπλέον θέµατα -εκτός της µόνης διαφοράς που έχουµε (δηλαδή, τον ορισµό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας)- είναι βέβαιο ότι βρίσκει τη σθεναρή άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης.

Στην πράξη, η διαδικασία επαναπροσέγγισης που εγκαινιάστηκε από το 2023 απέφερε καρπούς. Με τη θετική ατζέντα διατηρείται η νηνεµία στο πεδίο, εξασφαλίζεται η συνεργασία στο δύσκολο Μεταναστευτικό και διευκολύνεται η άφιξη Τούρκων τουριστών σε νησιά του Αιγαίου. Βέβαια, η ελληνοτουρκική συζήτηση διεξάγεται µε ρεαλισµό. Είναι δύσκολο να συµφωνηθούν διµερώς γρήγορα βήµατα εµπρός, όµως είναι σηµαντική η διατήρηση ενός λειτουργικού διαύλου επικοινωνίας ανάµεσα στις δύο γειτονικές χώρες. Οσο για το ασταθές διεθνές σκηνικό, οι προκλήσεις στις σχέσεις Ευρώπης και Αµερικής δεν φαίνεται να επηρεάζουν τα ελληνοτουρκικά. Από τη µία, η Ελλάδα ακολουθεί σταθερά εξωτερική πολιτική αρχών και θέσεων, έχοντας στην προµετωπίδα της το ∆ίκαιο και τις Συνθήκες, κάτι το οποίο αναγνωρίζουν φίλοι και εταίροι. Από την άλλη, η όποια εξέλιξη στα ευρωαµερικανικά δεν πρέπει να επηρεάσει τον διάλογο ανάµεσα στις δύο πλευρές του Αιγαίου, καθώς ούτε έχουµε ούτε χρειαζόµαστε κάποιον τρίτο ως διαµεσολαβητή. Αθήνα και Αγκυρα µπορούν να συνοµιλούν απευθείας, εντός του πλαισίου που ορίζει το ∆ιεθνές ∆ίκαιο. Κι αν η άλλη πλευρά αρνείται συστηµατικά να αποδεχθεί τις αρχές του ∆ικαίου, τότε εµείς είµαστε εδώ για να το υπενθυµίζουµε πεισµατικά. Ετσι πράττουν οι υπεύθυνες δυνάµεις.

*Ο Τάσος Χατζηβασιλείου είναι βουλευτής Σερρών και γραµµατέας ∆ιεθνών Σχέσεων της Ν.∆., επίκουρος καθηγητής HAU

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά