Στη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα στοχεύει η ελληνική διπλωματία, παρά την όξυνση της ρητορικής από τη γείτονα που προκαλεί τριγμούς στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση των Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα.

Παρόλα αυτά, η ελληνική πλευρά δεν φείδεται απαντήσεων στις παράλογες αξιώσεις της Τουρκίας και χθες τόσο ανώτατες διπλωματικές πηγές από τη Νέα Υόρκη, όσο και ο υπουργός Άμυνας χαρακτήρισαν «παντελώς ανυπόστατες» τις δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας για επ’ αόριστον κήρυξη Navtex στο Αιγαίο. Ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας μάλιστα χαρακτήρισε μη σοβαρές τις ανακοινώσεις της Τουρκίας: «Είναι προφανές ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά μία τέτοια προσέγγιση, και αυτό το ξέρει καλά και η γειτονική χώρα» υποστήριξε σε συνέντευξή του.

Χατζηβασιλείου: "Το διεθνές πλαίσιο δεν προβλέπει NAVTEX για τόσο μεγάλη περιοχή"

Όπως δηλώνει στο parapolitika.gr ο διεθνολόγος και βουλευτής της ΝΔ Τάσος Χατζηβασιλείου, «η έκδοση παράτυπης αγγελίας από την Τουρκία αποτελεί κακή χρήση του εργαλείου των NAVTEX. Η Άγκυρα δυστυχώς ξεχνά ότι οι NAVTEX εκδίδονται για συγκεκριμένο σκοπό, για την ασφάλεια των ναυτιλλομένων. Όχι για την προβολή ανυπόστατων και παράλογων διεκδικήσεων. Το διεθνές πλαίσιο δεν προβλέπει NAVTEX για τόσο μεγάλη περιοχή και για τόσο καιρό, χωρίς να υπάρχει πραγματικός λόγος».

Οι δύο πιθανές ημερομηνίες για τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν

Ανώτατες διπλωματικές πηγές, υποστήριξαν πάντως, πως η συνάντηση θα γίνει κανονικά και την προσδιόρισαν για το επόμενο δεκαπενθήμερο με επικρατέστερες ημερομηνίες την 11η ή 13η Φεβρουαρίου. Οι ίδιες πηγές υπογράμμισαν την ανάγκη διατήρησης ανοιχτών διαύλων «ιδίως σε αυτή τη φάση ρευστότητας στη διεθνή πολιτική σκηνή». Παράλληλα επιβεβαίωσαν τις πληροφορίες που φέρουν τις διαβουλεύσεις στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας να περιορίζονται σε θέματα χαμηλής πολιτικής αποκλείοντας συζητήσεις για τα ακανθώδη ζητήματα, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος μιλώντας στο parapolitika.gr υποστηρίζει ότι μία συνάντηση των δύο ηγετών Ελλάδας και Τουρκίας μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει, όμως επισημαίνει, ότι τις τελευταίες μέρες οι κινήσεις της Άγκυρας, προκαλούν προβληματισμό και μας βάζουν στη σκέψη το ενδεχόμενο να θέλει η Τουρκία να τινάξει τη συνάντηση αυτή στον αέρα, «δίνοντας το μουτζούρη στην Ελλάδα» δηλαδή να θεωρηθεί ότι φταίει η Ελλάδα. Όπως λέει: «Είναι εμφανές ότι οι Τούρκοι ενόψει της συνάντησης τραβάνε το σχοινί, είτε να προκαλέσουν ακύρωση της συνάντησης με ελληνική υπαιτιότητα ή να θέσουν ένα πλαίσιο συζήτησης όλων των θεμάτων με πρόσχημα ότι υπάρχει ο κίνδυνος της έντασης. Η Ελλάδα δεν θα πρέπει να πέσει ούτε στην μία παγίδα ούτε στην άλλη, αλλά να μείνει προσηλωμένη στο να συναντηθούμε και να συζητήσουμε τα θέματα αυτά που μπορούμε να συζητήσουμε».

Δεσποτόπουλος για ελληνοτουρκικά: Η απουσία διαλόγου είναι προβληματική

Σύμφωνα με τον κ. Δεσποτόπουλο, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται να συζητήσει με την Τουρκία θέματα κυριαρχίας. Όμως, ο διάλογος σε ζητήματα «χαμηλής πολιτικής» έχει προσφέρει σημαντικά αποτελέσματα που θα πρέπει να τα λάβουμε υπόψη: «Είναι διαφορετικό να συζητήσεις την επήρεια αποκλειστικής οικονομικής ζώνης που έχει κάποιο νησί και είναι τελείως διαφορετικό να συζητάς αν ένα νησί σου ανήκει. Υπάρχει ένας παραλογισμός από την πλευρά της Τουρκίας. Όμως, υπάρχουν θέματα που μπορούμε να συνεργαστούμε όπως, παιδείας, τουρισμού, οικονομικά, ακόμα και ενέργειας. Είμαστε γείτονες με την Τουρκία, είμαστε καταδικασμένοι να συνομιλούμε. Δεν πρέπει να μας φοβίζει ο διάλογος. Έχει βελτιωθεί, για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια η αποστολή Ελλήνων καθηγητών στα λίγα ελληνικά μειονοτικά σχολεία που έχουν μείνει στην Τουρκία. Παλαιότερα είχαμε δυσκολίες με το Τουρκικό Υπουργείο Παιδείας. Υπήρχαν πολλές καθυστερήσεις, δηλαδή, εκ μέρους των γειτόνων μας. Στο πλαίσιο τώρα αυτό της συνεννόησης, τα πράγματα γίνονται πιο γρήγορα από πλευράς τους. Αυτό είναι ένα θέμα χαμηλής πολιτικής μεν, το οποίο, όμως, έχει ιδιαίτερη αξία για μας. Εκτιμώ ότι είμαστε πολύ κοντά και στο να ανοίξει η Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Υπάρχουν, δηλαδή, θέματα τα οποία έχουν αξία για μας και τα οποία μπορούν να τα προχωρήσουν οι Τούρκοι, χωρίς, όμως, να θεωρούν ότι κάνουν πίσω στο μεγάλο θέμα που μας ταλαιπωρεί, των θαλάσσιων ζωνών. Έχουμε ανοιχτά ζητήματα, βέβαια, δυσεπίλυτα. Παρ' όλα αυτά έχουμε και θέματα στα οποία μπορούμε να συνεργαστούμε και να τα λύσουμε. Η απουσία διαλόγου είναι προβληματική».

Τις επόμενες ημέρες που απομένουν θα φανεί εάν η Τουρκία θα οδηγηθεί σε μία ουσιαστική προσέγγιση με την Ελλάδα ή εάν τελικά όλη η διαδικασία δρομολόγησης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας αφορά απλά έναν διπλωματικό ελιγμό.