«Μια κρίσιμη σύνοδος κορυφής στην Άγκυρα! Ο Έλληνας πρωθυπουργός Μητσοτάκης έρχεται στην Τουρκία». Αυτός είναι ο τίτλος της τουρκικής διαδικτυακής εφημερίδας AHaber στο ρεπορτάζ της οποίας γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα αρνητικά δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου μετά την ανακοίνωση τουρκικής Navtex στο Αιγαίο. Στο δημοσίευμα αναφέρονται και τα βασικά θέματα της ημερήσιας διάταξης στη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, που, όπως σημειώνεται, θα είναι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, η διαμορφωθείσα κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο, οι περιφερειακές εξελίξεις και «οι διάφορες προσπάθειες συνεργασίας που επιδιώκει η Ελλάδα».

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο της AHaber Ιλχάν Ταξσίν, ο Ερντογάν αναμένεται να προσφέρει και πάλι «κλάδο ελαίας» στον Μητσοτάκη κατά τη συνάντησή τους και θα μεταφέρει για άλλη μια φορά ότι «οι δύο γειτονικές χώρες θα πρέπει να συνεργαστούν στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο με βάση την αρχή ‘’win-win’’».

Σε άλλο σημείο γράφει ότι «η Άγκυρα θα βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δίνοντας προτεραιότητα στη συνεργασία έναντι της έντασης και στον διάλογο έναντι της σύγκρουσης, δείχνοντας σαφώς τη βούλησή της να επιλύσει τα προβλήματα με τον γείτονά της, μέλος της ΕΕ, επιδιώκοντας τη διατήρηση ανοιχτών διπλωματικών διαύλων και την ανάπτυξη σχέσεων γειτονίας».

Ιατρίδης στο parapolitika.gr για F-35 στην Τουρκία: Αν δεν φύγουν από το έδαφός της οι S-400, δεν πρόκειται να τα πάρει

Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία Τομ Μπάρακ επανάφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και προανήγγειλε για άλλη μια φορά παρέμβαση του Αμερικανού Προέδρου προκειμένου να λυθεί το θέμα.

Ο αντιπτέραρχος ε.α. και αμυντικός αναλυτικής Κωνσταντίνος Ιατρίδης που μίλησε στο parapolitika.gr απορρίπτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Όπως εξηγεί ο κ. Ιατρίδης «το θέμα των S-400 παραμένει για την Τουρκία» και επισημαίνει ότι «αν δεν βρει έναν τρόπο να φύγουν από το έδαφός της, όχι να αποθηκευτούν, να φύγουν από την Τουρκία, δεν πρόκειται να πάρει τα F-35. Άρα είναι πάρα πολύ δύσκολο».

Σύμφωνα με τον αντιπτέραρχο ε.α., ακόμη και στο ενδεχόμενο να απομακρύνει τους πυραύλους η Τουρκία, θα πρέπει να εξασφαλίσει την έγκριση της Μόσχας, καθώς «επειδή η συμφωνία που υπέγραψε με τη Ρωσία είναι πάρα πολύ αυστηρή, θα πρέπει να συμφωνήσει το Κρεμλίνο. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα από μόνη της. Ούτε να τους πάει σε άλλη περιοχή, όπως στη Συρία, που είχε ακουστεί. Άρα το βλέπω από δύσκολο έως αδύνατο. Επιπλέον, στην Αμερική δεν υπάρχει μόνο ο νόμος CAATSA (που απαγορεύει την πώληση F-35 στην Τουρκία, όσο υπάρχουν στο έδαφός της οι S400), υπάρχει και ο νόμος της Εθνικής Άμυνας, που λέει ότι, σε περίπτωση απομάκρυνσης των S-400 από το τουρκικό έδαφος, θα πρέπει να επιβεβαιωθεί αυτό από τον υπουργό Άμυνας και τον υπουργό Εξωτερικών. Εάν δεν φύγουνε, μπορεί να πάει ο Ρούμπιο μαζί με το Χέγκσεθ στη Γερουσία να πει ότι πράγματι έχουν διαπιστώσει ότι έχουν φύγει οι S-400;».

"Ο Τομ Μπάρακ έχει πέσει σε δυσμένεια από την αμερικανική κυβέρνηση, λέει πράγματα τα οποία μερικές φορές δεν ευσταθούν"

Ωστόσο, η επιμονή του Τομ Μπάρακ, που έρχεται και επανέρχεται στο θέμα των F-35 εκφράζοντας τη βεβαιότητα για την απόκτησή τους από την Τουρκία, προκαλεί ερωτήματα. Όπως λέει ο κ. Ιατρίδης, «ο Τομ Μπάρακ δεν είναι διπλωμάτης, έχει πέσει σε δυσμένεια από την αμερικανική κυβέρνηση και για τον λόγο αυτό προσπαθεί να ασκήσει την επιρροή του. Το θέμα των Κούρδων τού έχει δημιουργήσει πρόβλημα στη Γερουσία. Ο Λίντσεϊ Γκράχαμ -γερουσιαστής του Ρεπουμπλικανικού κόμματος- έχει προωθήσει νόμο για τους Κούρδους που λέει ότι όποιοι επιτεθούν θα αντιτίθεται και στα συμφέροντα της Αμερικής. Και αυτή τη στιγμή έχει πρόβλημα ο κ. Μπάρακ. Το είχε πει και παλιά για τα F-35. Τα πήρε; Ο κύριος Μπάρακ λέει πράγματα τα οποία μερικές φορές δεν ευσταθούν. Εκτός και αν έχει συμβεί κάτι που δεν γνωρίζουμε».

Εντός της εβδομάδας, πάντως, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξεκινάει επισκέψεις στη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο ενισχύοντας τον διπλωματικό του ρόλο. Όπως αναφέρουν τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, ψηλά στην ατζέντα των επαφών του βρίσκεται η προώθηση του Συμβουλίου Ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και συμφωνίες πάνω σε αμυντικά προγράμματα.