Tο Αρθρο 16 και οι νέες προκλήσεις
Άρθρο γνώμης
Άρθρο του Ιωάννη Κ. Χατζηγεωργίου, πρύτανη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου - καθηγητή της Σχολής Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών
Στον διάλογο για τη φυσιογνωµία της Ανώτατης Εκπαίδευσης ξεκινούµε από την αταλάντευτη θέση της στήριξης του δηµόσιου χαρακτήρα της. Υπηρετούµε το δηµόσιο πανεπιστήµιο, θεωρώντας ότι αποτελεί ένα ιστορικό κεκτηµένο, που προτάσσει την υποχρέωση της Πολιτείας να εξασφαλίζει µε όρους ισότητας την πρόσβαση στο αγαθό της γνώσης και της Παιδείας.
Ανατρέχοντας στο ιστορικό, η απαγόρευση ίδρυσης µη κρατικών πανεπιστηµίων επιβάλλονταν από το Αρθρο 16 του Συντάγµατος, παρ. 5, σύµφωνα µε την οποία «H Ανώτατη Εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύµατα πoυ αποτελούν Νοµικά Πρόσωπα ∆ηµοσίου ∆ικαίου µε πλήρη αυτοδιοίκηση». Η συγκεκριµένη απαγόρευση διαφοροποιήθηκε εσχάτως µε τον Νόµο 5094/2024, η συνταγµατικότητα του οποίου επικυρώθηκε µε την απόφαση 1918/2025 του Συµβουλίου της Επικρατείας, ενώ η Πολιτεία µέσω της Εθνικής Αρχής για την Ανώτατη Εκπαίδευση έχει ήδη πιστοποιήσει τα προγράµµατα σπουδών µη κρατικών, µη κερδοσκοπικών πανεπιστηµίων. Οι εξελίξεις αυτές, αλλά κυρίως η διεθνής πρακτική στη λειτουργία κορυφαίων πανεπιστηµιακών ιδρυµάτων, ανατρέπουν de facto τον απόλυτο χαρακτήρα της παρ. 5 του Αρθρου 16 του Συντάγµατος και ευλόγως κάθε συζήτηση επί του θέµατος έχει περισσότερο ιστορικό περιεχόµενο. Η θετική γνωµοδότηση του Συµβουλίου της Επικρατείας επί της συνταγµατικότητας του Νόµου 5094/2024 ανοίγει τον δρόµο και για την αναθεώρηση του Αρθρου 16, τουλάχιστον ως προς το σκέλος που αφορά την παρ. 5, η οποία, βάσει της λογικής αλλά και της συνέχειας που θα πρέπει να διέπει τις λειτουργίες ενός κράτους ∆ικαίου, θα πρέπει να θεωρείται δεδοµένη.
Επί της ουσίας, όµως, η λογική και τα επιχειρήµατα που επικράτησαν για την επιβολή της συγκεκριµένης απαγόρευσης στον καταστατικό χάρτη της χώρας αποτελούν, µισό αιώνα µετά, κεκτηµένα και δεν έχουν την ανάγκη της συνταγµατικής κατοχύρωσης για να ικανοποιούνται. Η ακαδηµαϊκή ελευθερία, η παροχή Παιδείας ως βασική αποστολή του κράτους, το οποίο, ταυτόχρονα, λειτουργεί ως εγγυητής της ακαδηµαϊκής ποιότητας, η επιδίωξη της αριστείας στην Εκπαίδευση και την έρευνα, το ακαδηµαϊκό κύρος και η πολυεπιστηµονικότητα θα πρέπει να θεωρούνται ουσιώδη συστατικά της Ανώτατης Εκπαίδευσης, τα οποία χαίρουν κρατικής προστασίας.
Πρέπει, όµως, να επισηµανθούν και οι αδυναµίες του δηµόσιου πανεπιστηµίου, όπως η γραφειοκρατία, οι περιορισµένοι ανθρώπινοι και οικονοµικοί πόροι, καθώς και οι γνωστές εδώ και δεκαετίες παθογένειες των καταλήψεων και άλλων έκρυθµων καταστάσεων, που διαταράσσουν σηµαντικά την οµαλή ροή των σπουδών. Παθογένειες που, ευτυχώς, εξαφανίζονται ταχύτατα, µη έχουσες κοινωνικό έρεισµα και µη συνάδουσες µε το σύγχρονο ακαδηµαϊκό περιβάλλον.
Συµπερασµατικά, η προσήλωσή µας στον δηµόσιο χαρακτήρα της Εκπαίδευσης δεν πρέπει να συνοδεύεται από φοβικότητα µπροστά στο ενδεχόµενο του ανταγωνισµού µε τα µη κρατικά πανεπιστήµια. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, για παράδειγµα, το αρχαιότερο και µεγαλύτερο τεχνολογικό ίδρυµα της χώρας, καταλαµβάνει ζηλευτές θέσεις στις διεθνείς αξιολογήσεις, αµιλλώµενο µε πανεπιστήµια υψηλού κύρους στον παγκόσµιο ακαδηµαϊκό στίβο.
Νοµίζω, λοιπόν, ότι πρέπει να αποδεχθούµε τις προκλήσεις των καιρών, διεκδικώντας ταυτόχρονα από την Πολιτεία τη συνεχή και απαρέγκλιτη µέριµνά της για το δηµόσιο αγαθό της Παιδείας. Η ίδια η ζωή έδειξε ότι η συνύπαρξη δηµόσιας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας δηµιούργησε έναν θεµιτό ανταγωνισµό, που οδήγησε στη βελτίωση των υπηρεσιών, προς όφελος του πολίτη.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τον δικό µας ρόλο, ως δασκάλων και δηµόσιων λειτουργών, θα συνεχίσουµε την πορεία µας και την προσπάθειά µας στο σύγχρονο περιβάλλον, στοχεύοντας στη συνεχή βελτίωση και την αριστεία, που είναι και η πλέον εύγλωττη αλλά και έµπρακτη απάντηση σε κάθε είδους πρόκληση.
Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά
En