Aν υπάρχει ένα βαρόμετρο της πολιτικής ρευστότητας που κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει, αυτό είναι το «ρεύμα» των αναποφάσιστων που σταθερά καταγράφεται σε διψήφια ποσοστά, με τάσεις ενίσχυσης. Μια ματιά στις μετρήσεις του Ιανουαρίου επιβεβαιώνει ότι το «κόμμα» της αδιευκρίνιστης ψήφου εδραιώνεται στη… δεύτερη θέση δημοσκοπικά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους πολιτικούς συσχετισμούς στην πορεία των εκλογών.Συνοψίζοντας τα ευρήματα των εταιρειών, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι σχεδόν ο ένας στους πέντε ερωτηθέντες δηλώνει αναποφάσιστος και τηρεί στάση αναμονής έναντι τόσο του υφιστάμενου πολιτικού τοπίου όσο και των σχηματισμών που προαναγγέλλονται (βλ . πίνακα). Ας σημειώσουμε ότι στις αναζητήσεις των δημοσκοπικών εταιρειών δεν ανιχνεύονται αυτοί που συνήθως αποκαλούνται «παρατηρητές από τον καναπέ» και κατά τεκμήριο αρνούνται ακόμα και να μπουν στο «μαρτύριο» των ερωταπαντήσεων. Ποσοστό διόλου ευκαταφρόνητο, που παραπέμπει στο μεγάλο ρεκόρ αποχής της τάξης του 60% στις  ευρωεκλογές του 2024.

Διαβάστε: "Καμπανάκια" για τον Τσίπρα: Γκρίνια για το "φρένο" στο νέο κόμμα - Οι δημοσκοπήσεις, ο παράγοντας Καρυστιανού και το δίλημμα της Κεντροαριστεράς

Κοινωνία σε απογοήτευση

Ειδικότερα, όμως, ξεχωρίζουν ενδιαφέροντα ποιοτικά στοιχεία, πέρα από την πρόθεση ψήφου. Στην έρευνα της Alco, στην καταγραφή για το ποιο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα για όσα συμβαίνουν στη χώρα, το 38% απαντά «απογοήτευση» (αύξηση 5 ποσοστιαίων μονάδων), το 27% «ανασφάλεια» και το 25% «οργή» (αύξηση 3%). Στις μετρήσεις της Metron Analysis, επίσης σταθερά το 60% ζητεί πολιτική αλλαγή. Στην έρευνα της Prorata επισημαίνεται ότι τα αισθήματα απογοήτευσης και θυμού είναι εντονότερα στους νεότερους και στα οικονομικά πιο πιεσμένα στρώματα. Ένα βαρύ κλίμα, το οποίο χρεώνεται σε μεγάλο βαθμό η κυβέρνηση, αλλά επηρεάζει τόσο το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης όσο -με δραματικό τρόπο- και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν είναι η πρώτη φορά που καταγράφονται τάσεις ρευστότητας και απογοήτευσης. Το ενδιαφέρον είναι πως οι μετρήσεις αυτές έχουν λάβει μόνιμο χαρακτήρα και καταγράφονται από την επομένη κιόλας των ευρωεκλογών του 2024. Η πρώτη κορύφωσή τους συνέπεσε με τις ογκώδεις διαδηλώσεις για τα Τέμπη, πριν από έναν ακριβώς χρόνο, χτυπώντας καμπανάκι, ότι η καταγραφόμενη δυσφορία και τα αισθήματα απογοήτευσης μπορούν να οδηγήσουν σε μαζικές κοινωνικές αντιδράσεις, πέρα και έξω από «τετριμμένους» και προβλέψιμους σχεδιασμούς. Καθώς βρισκόμαστε πλέον 14 μήνες πριν από τις εκλογές, το «βαρόμετρο» των αναποφάσιστων αποκτά εξαιρετική σημασία τόσο για τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς όσο και για τους εκκολαπτόμενους. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να προηγείται δημοσκοπικά, πέριξ του 30%. Όμως, στη ΝΔ είναι συνείδηση πλέον ότι ψηφοφόροι της τροφοδοτούν την πιο σημαντική μερίδα των αναποφάσιστων - και λιγότερο της αδιευκρίνιστης ψήφου. Τα αισθήματα απογοήτευσης που καταγράφονται, η σταθερή ανάδειξη της ακρίβειας ως κυρίαρχου προβλήματος, η πρόσφατη «πληγή» με τον ΟΠΕΚΕΠΕ βάζουν μεγάλο βαθμό δυσκολίας στην επαναπροσέγγιση δυσαρεστημένων ψηφοφόρων της. Ωστόσο, η ΝΔ επιχειρεί με μέτρα και εσχάτως με την πρόταση για συνταγματική αναθεώρηση να στήσει τα προγεφυρώματά της για την προσέλκυση ψηφοφόρων. Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει κατορθώσει μέχρι στιγμής να ευνοηθεί από το γεγονός ότι μεγάλη μερίδα των αναποφάσιστων συναπαρτίζεται από κεντρώους ψηφοφόρους, οι οποίοι μετακινήθηκαν από τη ΝΔ και παραμένουν μετέωροι.

dimoskopisis-adieukrinisti-psifos-anapofasistoi


Θα μπορούσε να είναι το επικείμενο συνέδριο του κόμματος μια αφετηρία διείσδυσης στην «άγνωστη γη» της αδιευκρίνιστης ψήφου, αλλά προς το παρόν οι εσωκομματικές εντάσεις και η σύγχυση στη στρατηγική των συμμαχιών δεν το επιτρέπουν. Είναι αξιοσημείωτο ότι στις τελευταίες μετρήσεις εμφανίζονται σημάδια «κόπωσης», δηλαδή κάμψης των ποσοστών σε όλα σχεδόν τα μικρότερα κόμματα, κυρίως σε ό,τι αφορά τη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και των κομμάτων δεξιά της ΝΔ. Θα έλεγε κανείς, συμπερασματικά, ότι πεισματικά οι αναποφάσιστοι στέκονται απέναντι στο υπάρχον πολιτικό εποικοδόμημα. Όλα αυτά καταγράφονται καθώς το «αντισυστημικό» αίσθημα παραμένει ισχυρό και η τοξικότητα συχνά έχει το πάνω χέρι στην πολιτική αντιπαράθεση, ενισχύοντας την κρίση εμπιστοσύνης σημαντικού μέρους της κοινής γνώμης απέναντι στα λεγόμενα «θεσμικά κόμματα». Το μεγάλο ερώτημα είναι βεβαίως πώς θα αντιδράσει το «σώμα» των αναποφάσιστων και αυτών που κατατάσσονται στην αδιευκρίνιστη ψήφο, όταν αποκρυσταλλωθεί η εμφάνιση των νέων πολιτικών σχηματισμών - του Αλέξη Τσίπρα, της Μαρίας Καρυστιανού αλλά και του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος όπως δήλωσε πρόσφατα στην Καλαμάτα σταθμίζει τα δεδομένα.

Μετέωροι ψηφοφόροι

Αν και με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες και νεφελώδεις προς το παρόν προγραμματικές θέσεις, ήδη καταγράφονται ως ρεύματα που θα επηρεάσουν όλο το πολιτικό φάσμα. Θα είναι όμως δεξαμενή τους και οι αναποφάσιστοι; Το σημείο μηδέν σε ό,τι αφορά τον γρίφο της μετέωρης επιλογής έχει να κάνει με τον χαρακτήρα της εκλογικής αναμέτρησης. Αν δηλαδή θα κυριαρχήσει ο τιμωρητικός χαρακτήρας για την κυβέρνηση ή αν θα πρυτανεύσει η αίσθηση ότι σε ένα αβέβαιο περιβάλλον ο τόπος πρέπει να κυβερνηθεί. Και αυτό ακόμα είναι πολύ δύσκολο να το διακρίνει κανείς. Ενδέχεται βέβαια να συμβούν και τα δύο, ετεροχρονισμένα. Οι πρώτες εκλογές να μη βγάλουν αυτοδυναμία και η ψήφος να είναι «τιμωρητική» με ένα ακόμα πιο κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό, ενώ σε ενδεχόμενες δεύτερες εκλογές θα πρυτανεύσει η «κυβερνησιμότητα». Κι αυτό με δεδομένο ότι πάνω από τους μισούς αναποφάσιστους κάνουν τις επιλογές τους την τελευταία εβδομάδα των εκλογών - ακόμα και την ημέρα που θα στηθεί η κάλπη.

Δημοσιεύθηκε στο Καρφί του Σαββατοκύριακου