«Ήρεμα νερά» και ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας ήταν η διττή βασική επιδίωξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο ταξίδι του στην Άγκυρα, κάτι που οι πρώτες ενδείξεις και πληροφορίες δείχνουν ότι πέτυχε, μαζί με ένα τρίτο στοιχείο: Πριν από λίγους μήνες, από το βήμα της ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός είχε πει ότι η Τουρκία «όσο επιμένει σε casus belli απέναντι στην Ελλάδα, όσο επιμένει να εγείρει ζητήματα "γκρίζων ζωνών" στο Αιγαίο, δεν πρόκειται να μπει στο πρόγραμμα SAFE. Η Ελλάδα δεν θα το επιτρέψει».

Διαβάστε: Συνάντηση στην Άγκυρα: Από το "Μητσοτάκης γιοκ" στο "αγαπητέ φίλε" ο Ερντογάν - Τι αλλάζει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά την χθεσινή σύνοδο - Πώς αποτιμάται από την Αθήνα

Από την Άγκυρα, ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι «είναι καιρός να αρθεί κάθε απειλή μεταξύ μας», θέτοντας για πρώτη φορά δημόσια ενώπιον του κ. Ερντογάν το ζήτημα αυτό. Η αναφορά του πρωθυπουργού σε «κάθε απειλή» συνιστά μία έμμεση πλην σαφή αιχμή και για το casus belli, αλλά και για τις «γκρίζες ζώνες».


Αποτίμηση της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν: Όσα συζητήθηκαν για ΑΟΖ, casus belli και οι 7 συμφωνίες-σταθμός

Είχε προηγηθεί η συνάντηση των κ.κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν στο Λευκό Παλάτι, που ξεκίνησε περίπου στις 15:30 (ώρα Ελλάδας) και στην οποία συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης και Χακάν Φιντάν, και οι διπλωματικοί σύμβουλοι των δύο ηγετών, Μίλτον Νικολαΐδης και ο Τσαγατάι Κιλίτς. Η οριοθέτηση των οικονομικών θαλάσσιων ζωνών (ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα) έπεσε εκ νέου στο τραπέζι της συζήτησης, χωρίς ωστόσο και πάλι να υπάρξει συμφωνία για το πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να οδηγηθεί τελικά σε επίλυση το κορυφαίο αυτό θέμα.

«Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή: ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών -υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης- στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ νωρίτερα στις δικές του δηλώσεις ο Ταγίπ Ερντογάν είχε επισημάνει ότι «τα ζητήματα (σ.σ. χωρίς να προσδιορίσει ποια ακριβώς) δεν είναι άλυτα στη βάση του Διεθνούς Δικαίου».

Θετικό κλίμα και έγινε ειλικρινής συζήτηση

Κυβερνητικές πηγές τόνιζαν στη συνέχεια ότι στη συνάντηση, που διήρκεσε μισή ώρα, επικράτησε θετικό κλίμα και έγινε ειλικρινής συζήτηση, στη διάρκεια της οποίας τέθηκαν όλα τα θέματα που έχουν προκαλέσει διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες. Συζητήθηκαν ακόμη διεθνή και περιφερειακά ζητήματα με έμφαση στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή. Οι δύο ηγέτες, σημειώνουν οι ίδιες πηγές, προχώρησαν σε επισκόπηση των διμερών σχέσεων και συμφώνησαν ότι η διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος των δύο χωρών και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.

Μακριά από τις «δηλητηριώδεις» δηλώσεις του Ομέρ Τσελίκ και του Χακάν Φιντάν των τελευταίων ημερών, ο Ταγίπ Ερντογάν έδειξε στις δηλώσεις του ότι δεν έχει πρόθεση αυτή την περίοδο να ρίξει λάδι στη φωτιά και, πέραν της αναφοράς σε «τουρκική μειονότητα» της Θράκης, κινήθηκε σε ήπιους και φιλικούς τόνους. Η συγκεκριμένη αναφορά μάλιστα απαντήθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που έκανε λόγο για θρησκευτική μειονότητα στη Θράκη. Είπε ότι οι «Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας» και μίλησε για «γέφυρες φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας» από τις δύο μειονότητες σε Ελλάδα και Τουρκία.

"Έπεσαν" υπογραφές

Στα λεγόμενα ζητήματα «χαμηλής πολιτικής» έγινε αξιοσημείωτη πρόοδος. Στη συνεδρίαση του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) Ελλάδας-Τουρκίας, που ακολούθησε τη συνάντηση των δύο ηγετών, υπογράφηκαν επτά κείμενα που ενισχύουν και διευρύνουν τις διμερείς σχέσεις:

  1. Κοινή Δήλωση ανάμεσα στην Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Τουρκίας.
  2. Μνημόνιο Κατανόησης για τη συνεργασία στον τομέα του Πολιτισμού.
  3. Κοινή Δήλωση για τη Συνεργασία των υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου.
  4. Κοινή Δήλωση για τη συνεργασία ανάμεσα στο «Enterprise Greece» και το «Invest in Turkiye».
  5. Κοινή Δήλωση για την έναρξη του προγράμματος διμερούς συνεργασίας στην έρευνα και την τεχνολογία. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα από κοινού χρηματοδότησης καινοτόμων ιδεών σε τομείς όπως οι βιοεπιστήμες, τα φάρμακα, η αγροδιατροφική αλυσίδα, η κυκλική βιομηχανία και η αειφόρος ενέργεια. Ήδη έχουν υποβληθεί 110 κοινές προτάσεις, οι οποίες θα αξιολογηθούν από την αρμόδια Μεικτή Διακρατική Επιτροπή, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τα αντίστοιχα έργα διμερούς συνεργασίας.
  6. Κοινή Δήλωση για την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της ετοιμότητας έναντι σεισμών.
  7. Koινή Δήλωση για τη δρομολόγηση ακτοπλοϊκής σύνδεσης ανάμεσα στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης.
Παράλληλα, οι Υπουργοί Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης και Μεχμέτ Σιμσέκ, συμφώνησαν να διεξαχθούν δύο επιχειρηματικά φόρα, ένα στην Κωνσταντινούπολη και ένα στην Αθήνα, υπό την αιγίδα των δύο υπουργείων, για να προχωρήσει η συνεργασία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην Κοινή Δήλωση «οι δύο χώρες συμφώνησαν να ενισχύσουν περαιτέρω τους εμπορικούς τους δεσμούς και να επιτύχουν τον στόχο των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ σε διμερή εμπορικό όγκο έως το τέλος της δεκαετίας», όπως επίσης ότι στην «καταπολέμηση της παράτυπης μετανάστευσης» «οι δύο χώρες τόνισαν τη σημασία της συνέχισης και περαιτέρω ενίσχυσης της συνεργασίας στον τομέα αυτό». Η συνεργασία στο εμπόριο, στον τουρισμό και στο μεταναστευτικό-προσφυγικό αποδίδει καρπούς και οι δύο κυβερνήσεις θα επενδύσουν στη συνέχισή της.

Μπορεί επίσης το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας, που έχει προκαλέσει ένταση τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και στο πεδίο, στο Αιγαίο δηλαδή, να μην αναφέρθηκε στις δηλώσεις των δύο ηγετών ούτε στην Κοινή Δήλωση, ωστόσο σε αυτή υπάρχει η φράση ότι «οι δύο χώρες εξέφρασαν την αποφασιστικότητά τους να αξιολογήσουν τις υφιστάμενες δυνατότητες συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας -ιδίως στη διασύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας- με στόχο την ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας».