Η αξία της µη εξέλιξης
Άρθρο του Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου
Η ουσία είναι ότι οι θέσεις παρέµειναν αµετακίνητες και οι τόνοι συγκρατηµένοι. ∆εν επετεύχθη πρόοδος στο µείζον, αλλά αποφεύχθηκε η διολίσθηση στο επικίνδυνο
Η Τούρκο πρόεδρο δεν γέννησε εντυπωσιακές ειδήσεις ούτε παρήγαγε θεαµατικές ανακοινώσεις. Οµως, στην εξωτερική πολιτική συχνά το ουσιώδες δεν είναι αυτό που φαίνεται ότι συµβαίνει, αλλά αυτό που αποτρέπεται. Και η απουσία σηµαντικών εξελίξεων αποτελεί, σε ορισµένες περιπτώσεις, ένδειξη θεσµικής ωριµότητας και συνειδητής στρατηγικής επιλογής.
Οι δύο πλευρές προσήλθαν µε σαφώς διατυπωµένες, πάγιες θέσεις. Η ελληνική γραµµή παραµένει προσηλωµένη στη µία και µόνη νοµική διαφορά, την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, µε αποκλειστικό γνώµονα το ∆ιεθνές ∆ίκαιο της Θάλασσας. Η τουρκική πλευρά, αντιστοίχως, δεν αποµακρύνθηκε από το ευρύτερο πλαίσιο των διεκδικήσεών της. ∆εν υπήρξε σύγκλιση. ∆εν υπήρξε, όµως, ούτε επιδείνωση. Και αυτό δεν είναι αµελητέο.
Ηταν εµφανές ότι η συνάντηση δεν είχε χαρακτήρα διαπραγµάτευσης τελικής διευθέτησης, αλλά πολιτικής διαχείρισης. ∆ιαχείρισης µιας διαρκούς έντασης που, εάν αφεθεί χωρίς έλεγχο, παράγει αυτοτροφοδοτούµενες κρίσεις. Η εµπειρία έχει δείξει ότι η ρητορική υπερβολή και οι συµβολικές κινήσεις επίδειξης ισχύος συχνά δηµιουργούν δυναµικές που υπερβαίνουν τις αρχικές προθέσεις των κυβερνήσεων. Η επιλογή της νηφαλιότητας δεν αποτελεί ένδειξη αδυναµίας, αλλά άσκηση συνειδητής ευθύνης.
Υπάρχει, όµως, και µια ευρύτερη διάσταση. Το διεθνές περιβάλλον βρίσκεται σε φάση ανακατανοµής ισχύος και αβεβαιότητας. Η αµερικανική πολιτική σκηνή, µε την πιθανότητα εµπλοκής προσωπικοτήτων όπως ο Ντόναλντ Τραµπ, εισάγει στοιχεία απρόβλεπτης συναλλακτικής λογικής. Μια ελληνοτουρκική κρίση σε τέτοια συγκυρία θα µπορούσε εύκολα να καταστεί αντικείµενο εξωτερικής διαχείρισης, µε όρους που δεν θα καθόριζαν αποκλειστικά οι άµεσα ενδιαφερόµενοι. Η αποφυγή ενός τέτοιου σεναρίου συνιστά κοινό, έστω και σιωπηρό, συµφέρον Αθήνας και Αγκυρας.
Υπό αυτήν την έννοια, η διατήρηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων έχει αυξηµένη σηµασία. Η στρατηγική αυτοσυγκράτηση δεν αναιρεί τη διαφωνία, αλλά τη θέτει σε πλαίσιο ελέγχου. Και σε µια εποχή κατά την οποία η διεθνοποίηση κρίσεων µπορεί να οδηγήσει σε πιεστικές µεσολαβήσεις ή επιβαλλόµενες λύσεις, η δυνατότητα διαχείρισης της έντασης σε διµερές επίπεδο έχει ιδιαίτερη αξία.
Η εσωτερική συζήτηση στην Ελλάδα, µε τις ανησυχίες περί «παγίδων» ή «κρυφών συµφωνιών», καταδεικνύει την εύλογη ευαισθησία της κοινής γνώµης στα εθνικά ζητήµατα. Ωστόσο, η δηµοκρατική εγρήγορση δεν πρέπει να µετατρέπεται σε πολιτική δραµατοποίηση. Η διπλωµατία δεν λειτουργεί µε όρους εσωτερικής αντιπαράθεσης ούτε αποτιµάται µε κριτήριο την επικοινωνιακή ένταση.
Η ουσία είναι ότι οι θέσεις παρέµειναν αµετακίνητες και οι τόνοι συγκρατηµένοι. ∆εν επετεύχθη πρόοδος στο µείζον, αλλά αποφεύχθηκε η διολίσθηση στο επικίνδυνο. Σε ένα διεθνές σύστηµα που χαρακτηρίζεται από αναθεωρητικές συµπεριφορές, πολυπολικότητα και προσωποπαγείς ηγεσίες, η σταθερότητα -ακόµα και αν είναι εύθραυστη- αποτελεί πολιτικό κεφάλαιο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
Οι δύο πλευρές προσήλθαν µε σαφώς διατυπωµένες, πάγιες θέσεις. Η ελληνική γραµµή παραµένει προσηλωµένη στη µία και µόνη νοµική διαφορά, την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, µε αποκλειστικό γνώµονα το ∆ιεθνές ∆ίκαιο της Θάλασσας. Η τουρκική πλευρά, αντιστοίχως, δεν αποµακρύνθηκε από το ευρύτερο πλαίσιο των διεκδικήσεών της. ∆εν υπήρξε σύγκλιση. ∆εν υπήρξε, όµως, ούτε επιδείνωση. Και αυτό δεν είναι αµελητέο.
Ηταν εµφανές ότι η συνάντηση δεν είχε χαρακτήρα διαπραγµάτευσης τελικής διευθέτησης, αλλά πολιτικής διαχείρισης. ∆ιαχείρισης µιας διαρκούς έντασης που, εάν αφεθεί χωρίς έλεγχο, παράγει αυτοτροφοδοτούµενες κρίσεις. Η εµπειρία έχει δείξει ότι η ρητορική υπερβολή και οι συµβολικές κινήσεις επίδειξης ισχύος συχνά δηµιουργούν δυναµικές που υπερβαίνουν τις αρχικές προθέσεις των κυβερνήσεων. Η επιλογή της νηφαλιότητας δεν αποτελεί ένδειξη αδυναµίας, αλλά άσκηση συνειδητής ευθύνης.
Υπάρχει, όµως, και µια ευρύτερη διάσταση. Το διεθνές περιβάλλον βρίσκεται σε φάση ανακατανοµής ισχύος και αβεβαιότητας. Η αµερικανική πολιτική σκηνή, µε την πιθανότητα εµπλοκής προσωπικοτήτων όπως ο Ντόναλντ Τραµπ, εισάγει στοιχεία απρόβλεπτης συναλλακτικής λογικής. Μια ελληνοτουρκική κρίση σε τέτοια συγκυρία θα µπορούσε εύκολα να καταστεί αντικείµενο εξωτερικής διαχείρισης, µε όρους που δεν θα καθόριζαν αποκλειστικά οι άµεσα ενδιαφερόµενοι. Η αποφυγή ενός τέτοιου σεναρίου συνιστά κοινό, έστω και σιωπηρό, συµφέρον Αθήνας και Αγκυρας.
Υπό αυτήν την έννοια, η διατήρηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων έχει αυξηµένη σηµασία. Η στρατηγική αυτοσυγκράτηση δεν αναιρεί τη διαφωνία, αλλά τη θέτει σε πλαίσιο ελέγχου. Και σε µια εποχή κατά την οποία η διεθνοποίηση κρίσεων µπορεί να οδηγήσει σε πιεστικές µεσολαβήσεις ή επιβαλλόµενες λύσεις, η δυνατότητα διαχείρισης της έντασης σε διµερές επίπεδο έχει ιδιαίτερη αξία.
Η εσωτερική συζήτηση στην Ελλάδα, µε τις ανησυχίες περί «παγίδων» ή «κρυφών συµφωνιών», καταδεικνύει την εύλογη ευαισθησία της κοινής γνώµης στα εθνικά ζητήµατα. Ωστόσο, η δηµοκρατική εγρήγορση δεν πρέπει να µετατρέπεται σε πολιτική δραµατοποίηση. Η διπλωµατία δεν λειτουργεί µε όρους εσωτερικής αντιπαράθεσης ούτε αποτιµάται µε κριτήριο την επικοινωνιακή ένταση.
Η ουσία είναι ότι οι θέσεις παρέµειναν αµετακίνητες και οι τόνοι συγκρατηµένοι. ∆εν επετεύχθη πρόοδος στο µείζον, αλλά αποφεύχθηκε η διολίσθηση στο επικίνδυνο. Σε ένα διεθνές σύστηµα που χαρακτηρίζεται από αναθεωρητικές συµπεριφορές, πολυπολικότητα και προσωποπαγείς ηγεσίες, η σταθερότητα -ακόµα και αν είναι εύθραυστη- αποτελεί πολιτικό κεφάλαιο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
En