Η πρόληψη είναι στρατηγικά και οικονοµικά συµφέρουσα
Άρθρο του Δημήτρη Σταθακόπουλου
Η επόµενη φάση απαιτεί συνέπεια, σταθερότητα στον χρόνο και προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Αν επιτευχθεί, η σχέση µπορεί να µεταβεί από έναν κύκλο επαναλαµβανόµενης έντασης σε σταθερή πορεία αποκλιµάκωσης
Η πρόσφατη συνάντηση στην Αγκυρα δεν αποτελεί σηµείο καµπής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. ∆εν παρήγαγε θεαµατικές εξελίξεις ούτε µετέβαλε τις πάγιες θέσεις των δύο πλευρών σε ζητήµατα όπως η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, το εύρος του εναερίου χώρου, η αποστρατιωτικοποίηση νησιών ή το Κυπριακό. Ωστόσο, η σηµασία της συνάντησης δεν βρίσκεται στην αλλαγή θέσεων αλλά στη διατήρηση του θεσµικού διαύλου επικοινωνίας Αθήνας-Αγκυρας. Σε µια περιοχή όπου οι κρίσεις εµφανίζονται και κλιµακώνονται γρήγορα, η ύπαρξη θεσµοθετηµένων µηχανισµών επαφής δεν είναι λεπτοµέρεια, αλλά εργαλείο στρατηγικής αξίας, ικανό να αποτρέψει την κλιµάκωση εντάσεων που θα µπορούσε να επηρεάσει όχι µόνο τα δύο κράτη, αλλά ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, µε άµεσες συνέπειες και στην ενεργειακή ασφάλεια.
Η συνέχιση των ανώτατων επαφών, ιδίως µετά τη ∆ιακήρυξη των Αθηνών, δηµιουργεί πλαίσιο προβλεψιµότητας. Στις διεθνείς σχέσεις, η προβλεψιµότητα ισοδυναµεί µε µείωση του ρίσκου. Η ιστορική εµπειρία δείχνει ότι η απουσία επικοινωνίας κοστίζει ακριβά, καθώς οι µικρές εντάσεις µπορούν να εξελιχθούν σε ευρύτερες κρίσεις µε σηµαντικό γεωπολιτικό και οικονοµικό κόστος. Η πρόληψη είναι στρατηγικά και οικονοµικά συµφέρουσα, ιδιαίτερα σε µια περιοχή µε συνεχείς αναταράξεις, όπου η αστάθεια της Μέσης Ανατολής, της Ουκρανίας και της Μαύρης Θάλασσας δηµιουργεί συνεχείς προκλήσεις και αβεβαιότητα.
Παρά τις δοµικές διαφορές, η φάση αυτή µπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελεγχόµενος ανταγωνισµός». Οι δύο πλευρές διατηρούν τις στρατηγικές επιδιώξεις τους, αλλά αναγνωρίζουν ότι η σταθερότητα εξυπηρετεί αµοιβαία συµφέροντα, όπως η οικονοµία, η ενέργεια, ο τουρισµός και οι περιφερειακές ισορροπίες. Το κρίσιµο ερώτηµα πλέον είναι αν ο διάλογος θα παραµείνει µηχανισµός εκτόνωσης ή θα αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόµενο. Μέχρι στιγµής, λειτουργεί κυρίως ως σύστηµα διαχείρισης εντάσεων - σηµαντικό αλλά περιορισµένο.
Η επόµενη φάση απαιτεί συνέπεια, σταθερότητα στον χρόνο και προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Αν επιτευχθεί, η σχέση µπορεί να µεταβεί από έναν κύκλο επαναλαµβανόµενης έντασης σε σταθερή πορεία αποκλιµάκωσης. Η συνάντηση δεν αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη, ενισχύει όµως την ικανότητα ελέγχου της έντασης, δηµιουργώντας µετρήσιµο όφελος, εφόσον η ελληνική καλή πίστη δεν εκληφθεί από την Τουρκία ως αδυναµία, αλλά ως συνειδητή στρατηγική επιλογή σταθερότητας και υπευθυνότητας στις σχέσεις µε τον γείτονα.
Η πρόκληση για την Αθήνα είναι να διατηρήσει τον διάλογο ενεργό, αξιοποιώντας τον ως εργαλείο εκτόνωσης, διαχείρισης κρίσεων και, µακροπρόθεσµα, επίλυσης διαφορών, χωρίς να υποχωρεί σε στρατηγικά ζητήµατα, επιβεβαιώνοντας ότι η σταθερότητα µπορεί να συνυπάρχει µε αποφασιστικότητα και εθνική ακεραιότητα, ενώ ταυτόχρονα δηµιουργείται το πλαίσιο για πιθανή συνεργασία σε τοµείς κοινού ενδιαφέροντος στο µέλλον. Φυσικά όλα αυτά έχουν µία βασική προϋπόθεση: Να το θέλει και η Τουρκία, διότι αν δεν το θέλει όλα τα παραπάνω είναι απλά προθέσεις και όχι ουσία.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
Η συνέχιση των ανώτατων επαφών, ιδίως µετά τη ∆ιακήρυξη των Αθηνών, δηµιουργεί πλαίσιο προβλεψιµότητας. Στις διεθνείς σχέσεις, η προβλεψιµότητα ισοδυναµεί µε µείωση του ρίσκου. Η ιστορική εµπειρία δείχνει ότι η απουσία επικοινωνίας κοστίζει ακριβά, καθώς οι µικρές εντάσεις µπορούν να εξελιχθούν σε ευρύτερες κρίσεις µε σηµαντικό γεωπολιτικό και οικονοµικό κόστος. Η πρόληψη είναι στρατηγικά και οικονοµικά συµφέρουσα, ιδιαίτερα σε µια περιοχή µε συνεχείς αναταράξεις, όπου η αστάθεια της Μέσης Ανατολής, της Ουκρανίας και της Μαύρης Θάλασσας δηµιουργεί συνεχείς προκλήσεις και αβεβαιότητα.
Παρά τις δοµικές διαφορές, η φάση αυτή µπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελεγχόµενος ανταγωνισµός». Οι δύο πλευρές διατηρούν τις στρατηγικές επιδιώξεις τους, αλλά αναγνωρίζουν ότι η σταθερότητα εξυπηρετεί αµοιβαία συµφέροντα, όπως η οικονοµία, η ενέργεια, ο τουρισµός και οι περιφερειακές ισορροπίες. Το κρίσιµο ερώτηµα πλέον είναι αν ο διάλογος θα παραµείνει µηχανισµός εκτόνωσης ή θα αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόµενο. Μέχρι στιγµής, λειτουργεί κυρίως ως σύστηµα διαχείρισης εντάσεων - σηµαντικό αλλά περιορισµένο.
Η επόµενη φάση απαιτεί συνέπεια, σταθερότητα στον χρόνο και προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Αν επιτευχθεί, η σχέση µπορεί να µεταβεί από έναν κύκλο επαναλαµβανόµενης έντασης σε σταθερή πορεία αποκλιµάκωσης. Η συνάντηση δεν αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη, ενισχύει όµως την ικανότητα ελέγχου της έντασης, δηµιουργώντας µετρήσιµο όφελος, εφόσον η ελληνική καλή πίστη δεν εκληφθεί από την Τουρκία ως αδυναµία, αλλά ως συνειδητή στρατηγική επιλογή σταθερότητας και υπευθυνότητας στις σχέσεις µε τον γείτονα.
Η πρόκληση για την Αθήνα είναι να διατηρήσει τον διάλογο ενεργό, αξιοποιώντας τον ως εργαλείο εκτόνωσης, διαχείρισης κρίσεων και, µακροπρόθεσµα, επίλυσης διαφορών, χωρίς να υποχωρεί σε στρατηγικά ζητήµατα, επιβεβαιώνοντας ότι η σταθερότητα µπορεί να συνυπάρχει µε αποφασιστικότητα και εθνική ακεραιότητα, ενώ ταυτόχρονα δηµιουργείται το πλαίσιο για πιθανή συνεργασία σε τοµείς κοινού ενδιαφέροντος στο µέλλον. Φυσικά όλα αυτά έχουν µία βασική προϋπόθεση: Να το θέλει και η Τουρκία, διότι αν δεν το θέλει όλα τα παραπάνω είναι απλά προθέσεις και όχι ουσία.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
En