Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν είναι δεδομένη. Δεν ανακηρύσσεται. Δεν επιβάλλεται. Κερδίζεται. Και κερδίζεται δύσκολα. Δεν αποκαθίσταται με διακηρύξεις ούτε με εύκολα συνθήματα. Χτίζεται σταδιακά, μέσα από κανόνες που εφαρμόζονται με συνέπεια, μέσα από θεσμική σοβαρότητα και πολιτική ευθύνη. Και στην Ελλάδα, αυτή η σχέση εμπιστοσύνης υπήρξε διαχρονικά εύθραυστη. Όχι επειδή έλειπε το κανονιστικό πλαίσιο, αλλά επειδή συχνά έλειπε η συνέπεια στην εφαρμογή του, η λογοδοσία και η αίσθηση ότι το σύστημα λειτουργεί με όρους δικαιοσύνης και διαφάνειας για όλους.

Ακριβώς γι’ αυτό, η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια του κοινοβουλευτικού βίου. Είναι μια βαθιά πολιτική στιγμή. Μια από τις ελάχιστες διαδικασίες που, από τον ίδιο τον συνταγματικό της σχεδιασμό, αναγκάζει το πολιτικό σύστημα να λειτουργήσει έξω από τη λογική της συγκυρίας και να αναμετρηθεί με το ερώτημα της θεσμικής του ωριμότητας.

Και εξηγούμαι: το Σύνταγμα προβλέπει έναν αυστηρό, διφασικό μηχανισμό. Μία Βουλή – η προτείνουσα – κρίνει ποια άρθρα είναι αναθεωρητέα και η επόμενη – η αναθεωρητική – αποφασίζει το περιεχόμενο της αλλαγής τους. Η αυξημένη πλειοψηφία απαιτείται υποχρεωτικά σε ένα από τα δύο στάδια της διαδικασίας. Αν η πρώτη Βουλή κινηθεί με 180 ψήφους, η δεύτερη αποφασίζει με 151. Αν όμως η πρώτη αρκεστεί στην απόλυτη πλειοψηφία, τότε η δεύτερη οφείλει να συγκεντρώσει 180. Ο σχεδιασμός είναι συνειδητός: επιβάλλει ευρύτερες συναινέσεις, παρεμβάλλει την κρίση του εκλογικού σώματος και καθιστά αδύνατη κάθε μονομερή θεσμική επιβολή.

Σήμερα, έχοντας συμπληρωθεί η συνταγματικά προβλεπόμενη πενταετία από τη τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος το 2019, η παρούσα Βουλή διαθέτει πλήρες συνταγματικό δικαίωμα να λειτουργήσει ως προτείνουσα και να εκκινήσει έναν νέο κύκλο αναθεώρησης. Από εκεί και πέρα όμως, η προσέγγιση δεν είναι νομική. Είναι πολιτική. Αν η διαδικασία δεν εκκινήσει τώρα, η επόμενη Βουλή θα μπορεί να αναλάβει τον ρόλο της προτείνουσας, όμως η ουσιαστική αναθεώρηση θα μεταφερθεί στη μεθεπόμενη κοινοβουλευτική περίοδο. Στην πράξη, ο χρόνος που μεσολαβεί, ανάλογα με τον εκλογικό κύκλο, μπορεί να αγγίξει σχεδόν μια ολόκληρη δεκαετία. Η ευκαιρία δεν ακυρώνεται, μετατίθεται. Και μαζί της μετατίθεται η δυνατότητα θεσμικής ανανέωσης και εναρμόνισης στο παρόν.

Και εδώ είναι το σημείο που αξίζει να διατυπώσουμε ορισμένες κρίσιμες παρατηρήσεις και να θέσουμε ευθέως κάποια ερωτήματα.

Στο δημόσιο πολιτικό λόγο προβάλλεται η θέση ότι δεν υφίστανται οι αναγκαίες προϋποθέσεις αναθεωρητικής συναίνεσης στο παρόν. Η θέση αυτή δομείται πάνω σε μια δήθεν διαφορετική προσέγγιση των θεσμών και της συνταγματικής νομιμότητας, η οποία εμφανίζεται συχνά ως ένδειξη θεσμικής ευαισθησίας. Είναι όμως πράγματι έτσι; Ή μήπως πρόκειται για μια ασφαλή επιλογή αναβολής, που αποφεύγει τη δοκιμασία της καθαρής θέσης και το πολιτικό κόστος της συνεννόησης;

Διότι η συναίνεση δεν προηγείται της συζήτησης. Γεννιέται μέσα από αυτήν. Δεν διαμορφώνεται στο κενό ούτε αναδύεται από τη σιωπή. Απαιτεί θέσεις, αντιπαράθεση επιχειρημάτων και τελικά, ανάληψη ευθύνης. Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο μέρος της άσκησης πολιτικής.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί και το επιχείρημα περί εργαλειοποίησης της διαδικασίας. Υποστηρίζεται ότι η αναθεώρηση αξιοποιείται ως πολιτικό παίγνιο, ως μηχανισμός πίεσης ή ακόμη και ως μέσο «εκβιασμού». Το ερώτημα όμως είναι απλό: πώς εκβιάζεται πολιτικά όποιος διαθέτει σαφή και τεκμηριωμένη θέση; Πώς μετατρέπεται σε παγίδα μια διαδικασία που εκ του Συντάγματος απαιτεί αυξημένες πλειοψηφίες και διαδοχικά στάδια;

Η αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 δεν είναι εργαλείο πίεσης. Είναι θεσμική εγγύηση. Δεν δημιουργεί αιφνιδιασμούς. Καθιστά τη συναίνεση αναγκαία προϋπόθεση. Εφόσον, λοιπόν, η διαδικασία είναι εκ των προτέρων θεσμικά θωρακισμένη, το ζήτημα δεν είναι ο «εκβιασμός», αλλά η πολιτική επιλογή τοποθέτησης. Και από τη στιγμή που το πλαίσιο είναι δεδομένο, η συζήτηση παύει να είναι διαδικαστική και γίνεται ουσιαστικά πολιτική.

Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι αν θα «παγιδευτεί» κάποιος, αλλά αν το πολιτικό σύστημα είναι διατεθειμένο να εκτεθεί στη δοκιμασία της θέσης, να διατυπώσει καθαρά τι θέλει να αλλάξει και τι όχι και να αιτιολογήσει τη συμφωνία ή τη διαφωνία του. Διότι η συναίνεση δεν επιβάλλεται. Κατακτάται μέσα από τη σύγκρουση επιχειρημάτων.

Και εδώ αναδεικνύεται μια διαχρονική παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος και της δημόσιας σφαίρας. Όχι η διαφωνία καθαυτή, αλλά ο φόβος του πολιτικού κόστους που συνεπάγεται η σύνθεση. Η δυσκολία της εξήγησης και η ευκολία της άρνησης. Με άλλα λόγια, ο φόβος της καθαρής θέσης.

Έτσι η αναβολή βαφτίζεται υπευθυνότητα και η κομματική επιβίωση υπερισχύει της θεσμικής ευθύνης. Η εμπειρία όμως δεν αφήνει περιθώρια αυταπατών. Το 2001, όταν κυριάρχησε η λογική της σύνθεσης, το θεσμικό πλαίσιο ενισχύθηκε. Το 2008, όταν επικράτησαν οι μικροκομματικοί υπολογισμοί, η ευκαιρία περιορίστηκε και το κόστος ήταν πραγματικό.

Η σύνθεση δεν είναι πανάκεια. Όμως η ακινησία δεν είναι λύση. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς ενισχύεται όταν οι δύσκολες συζητήσεις διεξάγονται με κανόνες και ευθύνη – όχι όταν αποφεύγονται. Η αναγνώριση λαθών και ο αυτοέλεγχος δεν είναι αδυναμία. Είναι πολιτική ωριμότητα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της αντίδρασης. Όχι στην ίδια την αναθεώρηση, αλλά στη δοκιμασία που επιβάλλει. Διότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι απλώς διαδικασία. Είναι στάση απέναντι στους θεσμούς. Είναι μέτρο αυτοπεποίθησης του πολιτικού συστήματος. Είναι καθρέπτης που αποτυπώνει όχι μόνο τι αλλάζουμε, αλλά πώς τολμάμε να το αλλάξουμε. Και αυτό είναι ίσως τελικά το πραγματικό διακύβευμα.

Ο Νίκος Νεβεσκιώτης είναι Πολιτικός Επιστήμονας, υπ. Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης και δραστηριοποιείται στον χώρο της πολιτικής ανάλυσης και της δημόσιας επικοινωνίας