Η συνταγµατική αναθεώρηση αντίβαρο σε µορφές επιρροής που δηλητηριάζουν θεσµούς και ∆ηµοκρατία
Άρθρο γνώμης
Η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας επιθυµεί να συµµετέχει σε αυτές τις εξελικτικές διαδικασίες της αναθεώρησης, διαδικασίες αποφασιστικής σηµασίας, και προτάσσει όσα όφειλε να θέσει ως πρωταρχικά το πολιτικό σύστηµα
Η περίοδος που διανύουµε και που είναι και µοιραία προεκλογική έχει ιδιαίτερη σηµασία λόγω της εξαγγελθείσας συνταγµατικής αναθεώρησης. Η συνταγµατική αναθεώρηση είναι αυτή που θα αποτελέσει το αντίβαρο σε θεσµούς και κανόνες που εξασθενούν από το βάρος της αµφισβήτησης, που αδυνατίζουν κάτω από ένα καθεστώς µε σχήµατα επιρροής που λειτουργούν χωρίς αρχές και πληγώνουν την ίδια τη ∆ηµοκρατία. ∆εν είµαστε η εξαίρεση, παρατηρείται σε όλη την Ευρώπη
Το Σύνταγµα είναι αυτό που επηρεάζει περισσότερο από κάθε άλλη νοµοθετική ρύθµιση τη ζωή των πολιτών, καθορίζει το πλαίσιο της οργάνωσης µιας κοινωνίας και την «εγκοιτώνει», σύµφωνα µε την εµβληµατική περιγραφή του Αλέξανδρου Σβώλου. Η κυβέρνηση δεν αντιµετωπίζει την αναθεώρηση ως κίνηση πολιτικής τακτικής, αλλά, µε προσεκτικές διατυπώσεις, επισηµαίνει τις αναγκαίες παρεµβάσεις όπου εντοπίζονται πραγµατικές αδυναµίες, την ώρα που η κοινωνία και ο κόσµος συνεχώς εξελίσσονται, και αµφισβητεί ή τροφοδοτεί µε νέες αξίες και ιδέες τη ∆ηµοκρατία µας. Οι θεσµικές αλλαγές του πολιτικού συστήµατος είναι αναγκαίες και σε αυτό το πλαίσιο οφείλει να επικεντρωθεί ο κοινωνικός διάλογος για τη διαφάνεια, την αξιολόγηση, τους θεσµούς, τη δικαιοσύνη. ∆εν διαφώνησα ποτέ µε την άποψη ότι το πολιτικό µας σύστηµα δεν πάσχει µόνο από λανθασµένες θεσµικές επιλογές ή θεσµικά κενά, αλλά και από διαχρονικές και πολυκοµµατικές πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές που έχουν διαβρώσει τη λειτουργία του. Η ιστορική, λοιπόν, πραγµατικότητα είναι, µεταξύ άλλων, αυτή που µας επιβάλλει αλλαγές για να συµβαδίσει το Σύνταγµα µε τις επιταγές της κοινωνίας, που θέτει επιτακτικά, ξεκάθαρα και καθηµερινά όλα τα ζητήµατα στο τραπέζι.
Το Αρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, τα θέµατα της αξιολόγησης και της µονιµότητας στο ∆ηµόσιο, το Αρθρο 16 για τα µη κρατικά πανεπιστήµια, η εκλογή του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας -µε την καθιέρωση µίας και µόνο εξαετούς θητείας-, η συµµετοχή των ιδίων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων είναι θέµατα που και οι ίδιοι οι πολίτες θέτουν στον δηµόσιο διάλογο. Η κρίση στους θεσµούς δηµιουργείται από το γεγονός ότι όλες οι αλλαγές που αποτελούν κοινωνικές επιταγές και τις οποίες, µε συναπόφαση, πρέπει να δροµολογήσουµε µένουν εκτός ατζέντας. Αν αυτό το αγνοήσουµε και τώρα, η κρίση στους θεσµούς θα συνεχίσει να υφίσταται. Προφανώς και υπάρχουν διαφωνίες, και είναι σεβαστές. Προφανώς και υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις και θα πρέπει να συζητηθούν, αλλά τα ανοιχτά κοινωνικά κεφάλαια δεν θα ρυθµισθούν µόνα τους, άναρχα και αντιθεσµικά.
Η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας επιθυµεί να συµµετέχει σε αυτές τις εξελικτικές διαδικασίες της αναθεώρησης, διαδικασίες αποφασιστικής σηµασίας, και προτάσσει όσα όφειλε να θέσει ως πρωταρχικά το πολιτικό σύστηµα. Κυρίαρχη συνθήκη για το κοινό µας συµβόλαιο συνύπαρξης δεν µπορεί να είναι άλλη από την εµπιστοσύνη στους θεσµούς και η αναθεώρηση θα είναι αυτή που θα τους θωρακίσει στον µεγαλύτερο δυνατό βαθµό. Πρέπει να αντιληφθούµε πως η ∆ηµοκρατία µας βρίσκεται µπροστά σε νέες προκλήσεις, προκλήσεις που διαµορφώνονται από πολλούς παράγοντες και όχι µόνο από τη σηµερινή ή την εκάστοτε κυβέρνηση. Η Πολιτεία είναι ένα σύνολο κανόνων οργάνωσης, λειτουργίας, ορίων και ευθυνών για όλους µας ανεξαιρέτως και προτεραιότητα σε αυτό το σύνολο έχουν όλοι όσοι δεν «ακούγονται» ή εκτιµούν πως δεν «ακούγονται».
Η αναθεώρηση του συντάγµατος, που, κατά την κρίση µου, ίσως και να έχει αργήσει, θα συµβάλει πραγµατικά στην ενίσχυση της αντιπροσωπευτικής και φιλελεύθερης δηµοκρατίας και ο διάλογος δεν αφορά µόνο τα κόµµατα, αλλά τον καθένα από εµάς ξεχωριστά.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
Το Σύνταγµα είναι αυτό που επηρεάζει περισσότερο από κάθε άλλη νοµοθετική ρύθµιση τη ζωή των πολιτών, καθορίζει το πλαίσιο της οργάνωσης µιας κοινωνίας και την «εγκοιτώνει», σύµφωνα µε την εµβληµατική περιγραφή του Αλέξανδρου Σβώλου. Η κυβέρνηση δεν αντιµετωπίζει την αναθεώρηση ως κίνηση πολιτικής τακτικής, αλλά, µε προσεκτικές διατυπώσεις, επισηµαίνει τις αναγκαίες παρεµβάσεις όπου εντοπίζονται πραγµατικές αδυναµίες, την ώρα που η κοινωνία και ο κόσµος συνεχώς εξελίσσονται, και αµφισβητεί ή τροφοδοτεί µε νέες αξίες και ιδέες τη ∆ηµοκρατία µας. Οι θεσµικές αλλαγές του πολιτικού συστήµατος είναι αναγκαίες και σε αυτό το πλαίσιο οφείλει να επικεντρωθεί ο κοινωνικός διάλογος για τη διαφάνεια, την αξιολόγηση, τους θεσµούς, τη δικαιοσύνη. ∆εν διαφώνησα ποτέ µε την άποψη ότι το πολιτικό µας σύστηµα δεν πάσχει µόνο από λανθασµένες θεσµικές επιλογές ή θεσµικά κενά, αλλά και από διαχρονικές και πολυκοµµατικές πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές που έχουν διαβρώσει τη λειτουργία του. Η ιστορική, λοιπόν, πραγµατικότητα είναι, µεταξύ άλλων, αυτή που µας επιβάλλει αλλαγές για να συµβαδίσει το Σύνταγµα µε τις επιταγές της κοινωνίας, που θέτει επιτακτικά, ξεκάθαρα και καθηµερινά όλα τα ζητήµατα στο τραπέζι.
Το Αρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, τα θέµατα της αξιολόγησης και της µονιµότητας στο ∆ηµόσιο, το Αρθρο 16 για τα µη κρατικά πανεπιστήµια, η εκλογή του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας -µε την καθιέρωση µίας και µόνο εξαετούς θητείας-, η συµµετοχή των ιδίων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων είναι θέµατα που και οι ίδιοι οι πολίτες θέτουν στον δηµόσιο διάλογο. Η κρίση στους θεσµούς δηµιουργείται από το γεγονός ότι όλες οι αλλαγές που αποτελούν κοινωνικές επιταγές και τις οποίες, µε συναπόφαση, πρέπει να δροµολογήσουµε µένουν εκτός ατζέντας. Αν αυτό το αγνοήσουµε και τώρα, η κρίση στους θεσµούς θα συνεχίσει να υφίσταται. Προφανώς και υπάρχουν διαφωνίες, και είναι σεβαστές. Προφανώς και υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις και θα πρέπει να συζητηθούν, αλλά τα ανοιχτά κοινωνικά κεφάλαια δεν θα ρυθµισθούν µόνα τους, άναρχα και αντιθεσµικά.
Η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας επιθυµεί να συµµετέχει σε αυτές τις εξελικτικές διαδικασίες της αναθεώρησης, διαδικασίες αποφασιστικής σηµασίας, και προτάσσει όσα όφειλε να θέσει ως πρωταρχικά το πολιτικό σύστηµα. Κυρίαρχη συνθήκη για το κοινό µας συµβόλαιο συνύπαρξης δεν µπορεί να είναι άλλη από την εµπιστοσύνη στους θεσµούς και η αναθεώρηση θα είναι αυτή που θα τους θωρακίσει στον µεγαλύτερο δυνατό βαθµό. Πρέπει να αντιληφθούµε πως η ∆ηµοκρατία µας βρίσκεται µπροστά σε νέες προκλήσεις, προκλήσεις που διαµορφώνονται από πολλούς παράγοντες και όχι µόνο από τη σηµερινή ή την εκάστοτε κυβέρνηση. Η Πολιτεία είναι ένα σύνολο κανόνων οργάνωσης, λειτουργίας, ορίων και ευθυνών για όλους µας ανεξαιρέτως και προτεραιότητα σε αυτό το σύνολο έχουν όλοι όσοι δεν «ακούγονται» ή εκτιµούν πως δεν «ακούγονται».
Η αναθεώρηση του συντάγµατος, που, κατά την κρίση µου, ίσως και να έχει αργήσει, θα συµβάλει πραγµατικά στην ενίσχυση της αντιπροσωπευτικής και φιλελεύθερης δηµοκρατίας και ο διάλογος δεν αφορά µόνο τα κόµµατα, αλλά τον καθένα από εµάς ξεχωριστά.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
En