Η πρόσφατη απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης για την αποστολή στρατιωτικών µέσων προς την Κύπρο αποτελεί µια κίνηση µε σαφές πολιτικό και στρατηγικό µήνυµα: την έµπρακτη επιβεβαίωση της διαχρονικής δέσµευσης της Ελλάδας για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Με αφορµή τις αυξηµένες πολεµικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και τις απειλές που καταγράφονται το τελευταίο διάστηµα, η ελληνική αντίδραση υπήρξε άµεση και αποφασιστική.

Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ήταν ο πρώτος εκ των Ευρωπαίων ηγετών που ενεργοποίησε τη «ρήτρα αµοιβαίας άµυνας» για την άµεση αµυντική συνδροµή σε περίπτωση που ένα κράτος-µέλος δεχθεί πολεµική επίθεση, µετά το συµβάν µε τα drones που είχαν στόχο περιοχή της Κύπρου.

Μιλώντας στη Βουλή, υπογράµµισε ότι η αποστολή έχει καθαρά αµυντικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα. Οπως τόνισε, «η Ελλάδα είναι παρούσα µε ευθύνη και ισχύ όπου την καλεί το εθνικό καθήκον», ενώ ξεκαθάρισε ότι η ελληνική στρατιωτική παρουσία δεν αποσκοπεί σε κλιµάκωση της έντασης, αλλά στη διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή. Σύµφωνα µε τον ίδιο, πρόκειται για µια ενέργεια που εντάσσεται στο πλαίσιο της στρατηγικής συνεργασίας και του δόγµατος αµυντικής συνδροµής µεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα ανέπτυξε στην περιοχή της Κύπρου ναυτικές και αεροπορικές δυνάµεις, µε τις δύο φρεγάτες «Κίµων» και «Ψαρά» του Πολεµικού Ναυτικού και τα δύο ζεύγη µαχητικών αεροσκαφών F-16 Viper της Πολεµικής Αεροπορίας. Η παρουσία τους δηµιουργεί µια ισχυρή «οµπρέλα» αποτροπής, ενισχύοντας την αεράµυνα και την επιτήρηση της περιοχής σε µια περίοδο αυξηµένης γεωπολιτικής αστάθειας και πολεµικών επιθέσεων από το Ιράν και τους βραχίονές του στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ταχύτητα µε την οποία ελήφθη και υλοποιήθηκε η απόφαση δείχνει ότι οι ελληνικές Ενοπλες ∆υνάµεις διαθέτουν την επιχειρησιακή ετοιµότητα και την ευελιξία να ανταποκριθούν άµεσα σε έκτακτες συνθήκες. Παράλληλα, υπογραµµίζει τον ιδιαίτερο στρατηγικό ρόλο που διαδραµατίζει η Ελλάδα ως παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Αποδεικνύει επίσης πόσο εύστοχη και έγκαιρη ήταν η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη για την αύξηση των αµυντικών δαπανών και τα µεγάλα εξοπλιστικά προγράµµατα για την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος των Ενόπλων ∆υνάµεων και την άµυνα της χώρας, σε αντίθεση µε άλλα κόµµατα της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ) που δήλωναν στη Βουλή ότι «η άµυνα της χώρας δεν είναι αυτοσκοπός», στη συζήτηση του σχετικού νοµοσχεδίου για την ενίσχυση της άµυνας της χώρας.

Η Κύπρος, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, βρίσκεται πολύ κοντά σε ζώνες έντασης και κρίσεων στη Μέση Ανατολή. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η στενή συνεργασία Αθήνας και Λευκωσίας αποτελεί βασικό πυλώνα ασφάλειας για τον ευρύτερο Ελληνισµό. Η ελληνική πρωτοβουλία, εποµένως, δεν περιορίζεται σε µια απλή στρατιωτική κίνηση, αλλά αποτυπώνει την πολιτική βούληση της Αθήνας να στηρίξει έµπρακτα την Κυπριακή ∆ηµοκρατία απέναντι σε κάθε πιθανή απειλή.

Τελικά, η συγκεκριµένη εξέλιξη υπενθυµίζει ότι η αµυντική συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου παραµένει ενεργή και ουσιαστική. Σε µια περίοδο γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η έγκαιρη και συντονισµένη αντίδραση των δύο χωρών στέλνει ένα σαφές µήνυµα αποτροπής, αλλά και σταθερότητας, προς κάθε κατεύθυνση.

*Άρθρο του Διονύση Χατζηδάκη, βουλευτή Νότιου Τομέα Αθηνών Ν.Δ., μέλους της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, μέλους της Ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Εξοπλιστικών Προγραμμάτων και Συμβάσεων