Τα όσα ειπώθηκαν κατά τη διάρκεια της τριμερούς συνάντησης στην Κύπρο ανάμεσα στον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη και τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν σχολιάζει μέσω του parapolitika.gr ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος.

Διαβάστε: Το αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle θα επισκεφθεί ο Μακρόν μετά την Κύπρο

Δεσποτόπουλος: "Η τριμερής συνάντηση αποκτά πρόσθετη σημασία στο φως της συνεχιζόμενης αστάθειας στη Μέση Ανατολή"

«Η κοινή παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν στην Κυπριακή Δημοκρατία, σε συνάντηση με τον πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη, δεν αποτελεί απλώς ένα διπλωματικό γεγονός υψηλού συμβολισμού, αλλά συνιστά μια πράξη με σαφή γεωπολιτική βαρύτητα, η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο αναδιαμόρφωσης των συσχετισμών ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αστάθειας και επαναξιολόγησης των αρχιτεκτονικών ασφάλειας της Ευρώπης», τονίζει ο κ. Δεσποτόπουλος.

«Η Κύπρος, ήδη από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, αλλά ιδίως μετά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, λειτουργεί ως γεωπολιτικός κόμβος μεταξύ τριών γεωγραφικών και πολιτικών χώρων: της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά σημείο τομής ενεργειακών, στρατηγικών και μεταναστευτικών ροών, αλλά και προωθημένη βάση παρακολούθησης και διαχείρισης περιφερειακών κρίσεων. Η τριμερής παρουσία Ελλάδας και Γαλλίας στο κυπριακό έδαφος επαναβεβαιώνει την ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως νοτιοανατολικού άκρου της ευρωπαϊκής γεωπολιτικής περιμέτρου» επισημαίνει ακόμη.

Σύμφωνα με τον κ. Δεσποτόπουλο «στο πλαίσιο αυτό, η συμμετοχή της Γαλλίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η γαλλική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από τη συστηματική επιδίωξη ανάληψης ρόλου ευρωπαϊκής δύναμης ασφάλειας στην περιοχή. Η παρουσία του προέδρου Macron στην Κύπρο, σε συνδυασμό με την ήδη αναπτυγμένη στρατιωτική και αμυντική συνεργασία Γαλλίας–Ελλάδας, αποτυπώνει τη σταδιακή διαμόρφωση ενός γεωπολιτικού άξονα που συνδέει την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία με την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου». 

«Παράλληλα, η τριμερής συνάντηση αποκτά πρόσθετη σημασία στο φως της συνεχιζόμενης αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Οι συγκρούσεις που εκτείνονται από τη Γάζα έως τον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα δημιουργούν ένα νέο τόξο αβεβαιότητας που επηρεάζει άμεσα τη θαλάσσια ασφάλεια, τις ενεργειακές οδούς και τη διαχείριση κρίσεων στην ευρύτερη περιοχή. Η Κύπρος, λόγω της εγγύτητάς της σε αυτά τα θέατρα επιχειρήσεων, αποκτά αυξημένη λειτουργική σημασία ως κόμβος ανθρωπιστικών επιχειρήσεων, στρατιωτικής επιτήρησης και πολιτικοδιπλωματικού συντονισμού», τονίζει ακόμη.

«Από την ελληνική οπτική, η τριμερής αυτή παρουσία ενισχύει τη στρατηγική σύνδεση του ελληνικού και του κυπριακού χώρου. Η γεωπολιτική ενότητα του ελληνικού θαλάσσιου χώρου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί διαχρονικό στοιχείο της ελληνικής στρατηγικής σκέψης. Η εμβάθυνση της συνεργασίας με τη Γαλλία ενισχύει το αποτρεπτικό πλαίσιο της Ελλάδας και της Κύπρου, ενώ ταυτόχρονα εντάσσει τις ελληνοκυπριακές στρατηγικές επιδιώξεις σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας», συμπληρώνει.

«Η τριμερής αυτή συνάντηση, επομένως, μπορεί να ιδωθεί ως έκφραση μιας ευρύτερης γεωπολιτικής διεργασίας, αυτής της μετατροπής της Ανατολικής Μεσογείου σε χώρο όπου τέμνονται οι στρατηγικές των ευρωπαϊκών δυνάμεων, των περιφερειακών κρατών και των παγκόσμιων ισχυρών παικτών. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα και η Κύπρος επιχειρούν να μετατρέψουν τη γεωγραφική τους θέση από παράγοντα ευπάθειας σε στοιχείο στρατηγικής αξίας, αξιοποιώντας συμμαχίες που ενισχύουν τη θέση τους στο διεθνές σύστημα», καταλήγει ο κ. Δεσποτόπουλος.