Σε συνέντευξή του στην εκπομπή Press Talk του ΕΡΤnews, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου αναφέρθηκε στις εξελίξεις στη διεθνή ενεργειακή αγορά και στα μέτρα που επεξεργάζεται η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης που διαμορφώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο.

Διαβάστε: Παπασταύρου στα "Παραπολιτικά": ∆ύναµη σταθερότητας και ενεργειακής αξιοπιστίας στην Ανατολική Μεσόγειο


Συνεχείς κυβερνητικές συσκέψεις για την ενεργειακή κρίση

Ο υπουργός ανέφερε ότι από την πρώτη ημέρα της κρίσης πραγματοποιούνται καθημερινές συσκέψεις μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων, με βασικό στόχο αφενός τη διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας της χώρας και αφετέρου την αποτροπή φαινομένων αισχροκέρδειας στην αγορά. Όπως ανέφερε, λίγο πριν από τη συνέντευξη είχε ολοκληρωθεί ακόμη μία σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου, όπου εξετάστηκαν συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση των αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας. «Τελείωσε άλλη μία σύσκεψη γιατί από την πρώτη μέρα της κρίσης γίνονται καθημερινά συναντήσεις και συσκέψεις με τα συναρμόδια υπουργεία, με αντικειμενικό στόχο αφενός να εξασφαλιστεί η ασφάλεια του εφοδιασμού και αφετέρου να αποτραπούν φαινόμενα αισχροκέρδειας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές είναι εξαιρετικά ταχύτατες και μεταβάλλονται συνεχώς. «Οι εξελίξεις είναι σχεδόν όχι σε ημερήσια βάση αλλά ανά λεπτό», είπε, σημειώνοντας ότι η τιμή του πετρελαίου Μπρεντ μέσα στην ίδια ημέρα παρουσίασε μεγάλες διακυμάνσεις. «Όπως είπατε και εσείς, σήμερα το Μπρεντ ανέβηκε στα 120. Όταν έφευγα εγώ ήταν 99», σημείωσε. Όπως ανέφερε, τα συναρμόδια υπουργεία έχουν ήδη διαμορφώσει ένα πακέτο προτάσεων που έχει τεθεί υπόψη του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης. «Τα συναρμόδια υπουργεία έχουν συνδιαμορφώσει μία δέσμη προτάσεων προς τον πρωθυπουργό, ώστε να αντιμετωπιστούν τα φαινόμενα αισχροκέρδειας», είπε, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι «πριν από το τέλος της εβδομάδας θα έχουμε κάποιες ανακοινώσεις». Ο υπουργός σημείωσε ότι η κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στην προστασία των πολιτών και στην αποτροπή αδικαιολόγητων αυξήσεων στην αγορά ενέργειας. «Ζούμε σε μια περίοδο που οι κρίσεις είναι μια νέα κανονικότητα», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση έχει αποδείξει πως «έχει την ικανότητα να παίρνει στοχευμένα μέτρα που αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που διαμορφώνονται».

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ως «ασπίδα»

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Παπασταύρου στο ενεργειακό μείγμα της Ελλάδας, τονίζοντας ότι η αυξημένη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στις αυξήσεις των διεθνών τιμών. Όπως εξήγησε, πάνω από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα προέρχεται πλέον από ανανεώσιμες πηγές, ενώ οι αυξημένες βροχοπτώσεις των τελευταίων μηνών έχουν ενισχύσει και την παραγωγή από υδροηλεκτρικά έργα, τα οποία καλύπτουν περίπου το 2% της ετήσιας ενεργειακής ζήτησης. Χάρη σε αυτό το διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα, η Ελλάδα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το φυσικό αέριο ή το πετρέλαιο, γεγονός που περιορίζει σε κάποιο βαθμό την επίδραση των διεθνών αυξήσεων στις εγχώριες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Ο υπουργός ανέφερε μάλιστα ότι σε ορισμένες χρονικές στιγμές της ημέρας η Ελλάδα βρέθηκε ανάμεσα στις πέντε χώρες με τη χαμηλότερη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, γεγονός που αποδίδεται ακριβώς στη δομή του ενεργειακού μείγματος.

Ενεργειακή επάρκεια για τουλάχιστον τρεις μήνες

Αναφερόμενος στην ενεργειακή επάρκεια, τόνισε ότι η Ελλάδα διαθέτει αποθέματα που διασφαλίζουν την τροφοδοσία της αγοράς. «Η ασφάλεια εφοδιασμού υπάρχει τουλάχιστον για τις επόμενες 90 ημέρες», δήλωσε, σημειώνοντας ότι έχουν ήδη υπάρξει επαφές με τις εταιρείες της αγοράς ώστε να εξασφαλιστούν και εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Σχετικά με το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία, ο υπουργός ανέφερε ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επεξεργασία μέτρων στήριξης που θα είναι συμβατά με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. «Είμαστε σε διαρκή επικοινωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γιατί είναι σημαντικό τα μέτρα που θα ανακοινωθούν να συμμορφώνονται με το ευρωπαϊκό κοινοτικό πλαίσιο», ανέφερε.

Ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε επίσης τη στενή πλέον σύνδεση μεταξύ ενέργειας και γεωπολιτικής, σημειώνοντας ότι οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα τις τιμές των ενεργειακών προϊόντων. Αναφερόμενος στις δηλώσεις του προέδρου της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, σημείωσε ότι η εργαλειοποίηση της ενέργειας αποδεικνύει την ορθότητα της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για σταδιακή απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο. Παράλληλα, επισήμανε ότι σε περιόδους κρίσης συχνά αναδεικνύεται ένας «ενεργειακός ρεαλισμός» στις διεθνείς σχέσεις, χωρίς όμως να αλλάζει η βασική στρατηγική κατεύθυνση της Ευρώπης και των συμμάχων της.

Ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική

Ο υπουργός υπογράμμισε την ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, τονίζοντας ότι μέχρι σήμερα πολλές χώρες επιχειρούσαν να διαχειριστούν τις κρίσεις μεμονωμένα. «Η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί με ενιαία στρατηγική», δήλωσε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι τόσο στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας όσο και στις οικονομικές συναντήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης συζητούνται προτάσεις για κοινές ευρωπαϊκές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια και θα περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης στα κράτη-μέλη.

Η Ευρώπη πρέπει να κάνει πολλά ακόμα σε ζητήματα ενέργειας

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας παραδέχθηκε ότι η Ευρώπη δεν έχει ακόμη πετύχει τον στόχο της ενιαίας ενεργειακής αγοράς. «Δεν είμαστε ικανοποιημένοι», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι «σε επίπεδο ενιαίας αγοράς ενέργειας η Ευρώπη δεν τα έχει καταφέρει». Ο κ. Παπασταύρου υπενθύμισε ότι το καλοκαίρι του 2024 καταγράφηκε μια έντονη διαφοροποίηση στις τιμές ενέργειας μεταξύ Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. «Υπήρχε μια διαχωριστική γραμμή από την Αυστρία και πάνω σε σχέση με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου οι τιμές ήταν διπλάσιες», σημείωσε, προσθέτοντας ότι σε μια πραγματικά ενιαία αγορά ενέργειας τέτοιες αποκλίσεις δεν θα έπρεπε να υπάρχουν.

Όπως εξήγησε, η Ευρώπη συχνά προχωρά σε θεσμικές αλλαγές ύστερα από κρίσεις. «Η Ευρώπη εξελίχθηκε όταν ταρακουνήθηκε από κρίσεις», ανέφερε, τονίζοντας ότι και στον ενεργειακό τομέα η πίεση των τελευταίων ετών οδηγεί σε νέες πρωτοβουλίες. Κεντρικό ζήτημα για το μέλλον της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, σύμφωνα με τον υπουργό, αποτελεί η ενίσχυση των ενεργειακών διασυνδέσεων μεταξύ των κρατών-μελών. Όπως ανέφερε, στον επόμενο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα κονδύλια για έργα ενεργειακής διασύνδεσης αυξάνονται σημαντικά. «Από περίπου 6 δισεκατομμύρια ευρώ φτάνουν σχεδόν στα 29,5 δισεκατομμύρια», είπε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η αύξηση αυτή δείχνει πως η Ευρώπη έχει πλέον αντιληφθεί ότι «στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μία ενιαία αγορά ενέργειας». Όπως εξήγησε, σήμερα δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί πλεονάζουσα ενέργεια από μία περιοχή της Ευρώπης σε μια άλλη. Έτσι, «συνυπάρχουν ουσιαστικά επιμέρους αγορές ενέργειας που δεν είναι πραγματικά διασυνδεδεμένες».

Ο Σταύρος Παπασταύρου συνέδεσε το ενεργειακό ζήτημα με τη συνολική θέση της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Όπως τόνισε, «η ενέργεια έχει καθοριστική σημασία για την εθνική ασφάλεια, για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας αλλά και για την τεχνολογική εξέλιξη». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, σημειώνοντας ότι «οι εξελίξεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης είναι υπερηχητικές». Σημείωσε μάλιστα ότι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εξασφαλίσει επαρκείς ενεργειακούς πόρους για να στηρίξει αυτή τη νέα τεχνολογική επανάσταση, κινδυνεύει να μείνει πίσω διεθνώς. Στη συζήτηση τέθηκε και το ερώτημα αν η Ευρώπη έχει απλώς αντικαταστήσει την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία με μια νέα εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο υπουργός απάντησε ότι «η εξάρτηση από μία μόνο πηγή προμήθειας ποτέ δεν είναι καλή». Ωστόσο, έκανε διάκριση μεταξύ αγορών που λειτουργούν με ιδιωτικές εταιρείες και περιπτώσεων όπου η ενέργεια χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Όπως σημείωσε, σε χώρες όπου λειτουργεί ελεύθερη αγορά ενέργειας, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι εταιρείες «κινούνται με τους όρους της αγοράς» και όχι με γεωπολιτικά κριτήρια.

Η ελληνική στρατηγική για τους υδρογονάνθρακες

Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορούσε την προοπτική αξιοποίησης υδρογονανθράκων στην Ελλάδα και την επικείμενη σύμβαση για νέες γεωτρήσεις. Απαντώντας στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης ότι οι εξορύξεις αντιβαίνουν στην περιβαλλοντική πολιτική της κυβέρνησης, ο υπουργός υποστήριξε ότι η κριτική αυτή δεν ευσταθεί. «Δεν είναι αλήθεια», τόνισε, υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα έχει μειώσει δραστικά τη χρήση λιγνίτη.

«Το 2005 πάνω από το 60% της ηλεκτρικής ενέργειας προερχόταν από ρυπογόνο λιγνίτη. Το 2025 το ποσοστό αυτό είναι κάτω από 9%», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν πλέον ξεπεράσει το 50% του ενεργειακού μείγματος. Σύμφωνα με τον ίδιο, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να θεωρείται «καύσιμο μετάβασης» για την Ευρώπη και η πιθανή αξιοποίηση ελληνικών κοιτασμάτων δεν αντιβαίνει στους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης.

Πρώτη ερευνητική γεώτρηση στο Ιόνιο μετά από μισό αιώνα

Ο υπουργός ανέφερε ότι μέσα στον επόμενο χρόνο αναμένεται ένα σημαντικό βήμα για την ελληνική ενεργειακή έρευνα. «Σε περίπου δώδεκα μήνες θα έχουμε την πρώτη ερευνητική γεώτρηση στο Ιόνιο μετά από σχεδόν μισό αιώνα», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί αν πράγματι υπάρχουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα. Εφόσον τα κοιτάσματα αποδειχθούν αξιοποιήσιμα, όπως είπε, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν σημαντικοί δημόσιοι πόροι. «Μπορεί να μη μας κάνουν Νορβηγία», σημείωσε χαρακτηριστικά, «αλλά μπορούν να μας πάνε σε ένα άλλο οικονομικό επίπεδο».

Είναι η ώρα να δούμε αν υπάρχουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα

Επιπλέον, ο κ. Παπασταύρου ανέφερε ότι οι πρώτες εκτιμήσεις ενεργειακών εταιρειών για το Ιόνιο κάνουν λόγο για σημαντικές πιθανότητες ύπαρξης κοιτασμάτων, χωρίς όμως να επιθυμεί να προχωρήσει σε συγκεκριμένες προβλέψεις. Τόνισε ωστόσο ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου πολλές γειτονικές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε έρευνες και εξορύξεις υδρογονανθράκων. «Βρισκόμαστε ανάμεσα σε περιοχές όπου χώρες όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Λιβύη, η Κύπρος, η Ιταλία, η Αλβανία. η Τουρκία έχουν προχωρήσει σε αξιοποίηση υδρογονανθράκων», σημείωσε, θέτοντας το ερώτημα: «Εμείς γιατί όχι;».