Στο "κόκκινο" η ρητορική της Τουρκίας για την ελληνική παρουσία σε Κύπρο και Κάρπαθο: Πώς ερμηνεύει τη στάση της Άγκυρας στο parapolitika.gr ο Χάρης Τζήμητρας
Οι κινήσεις στην ευρύτερη σκακιέρα της ανατολικής Μεσογείου
«Ήταν απολύτως αναμενόμενο ότι η Τουρκία θα αντιδράσει», σημειώνει ο κ. Τζήμητρας, αναφέροντας πως τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με το ζήτημα της Κύπρου αντέδρασαν «πολύ αργά και πολύ λίγο»
Προβληματισμό προκαλεί η κλιμάκωση των ρητορικών επιθέσεων της Τουρκίας απέναντι στην αμυντική θωράκιση της Ελλάδας στην Κύπρο και στην Κάρπαθο. Οι επίσημες ανακοινώσεις του υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας και τα δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα χρησιμοποιεί προσχηματικά τον πόλεμο προκειμένου να έχει στρατιωτική παρουσία στη Μεσόγειο. «Δεν αποδεχόμαστε πρωτοβουλίες της Ελλάδας που δεν εξυπηρετούν έναν πραγματικό σκοπό και στοχεύουν να μετατρέψουν τις κρίσεις στην περιοχή μας σε ευκαιρίες», αναφέρεται στην ανακοίνωση του υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας, προσθέτοντας ότι η Άγκυρα έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να απαντήσει.
Άμεση ήταν η αντίδραση της εκπροσώπου του υπουργείου Εξωτερικών, Λάνας Ζωχιού, που δήλωσε ότι «ήταν ιστορική μας υποχρέωση και αυτονόητο καθήκον, όταν η Κύπρος απειλήθηκε και μας ζήτησε επίσημα - ως η μόνη νόμιμη Κυβέρνηση που εκπροσωπεί ολόκληρο το νησί -αμυντική συνδρομή να τη στηρίξουμε και να δείξουμε την αλληλεγγύη μας εμπράκτως. Η συνδρομή μας προς την Κύπρο έχει αμιγώς αμυντικό χαρακτήρα. Η Κύπρος, το νοτιο-ανατολικότερο άκρο της ΕΕ στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, αποτελεί νησίδα σταθερότητας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή παρά τη συνεχιζόμενη επί 52 έτη παράνομη τουρκική κατοχή του 37% του εδάφους της. Η παράνομη εισβολή και κατοχή δεν νομιμοποιεί οποιαδήποτε παρουσία τουρκικής στρατιωτικής δύναμης».
Σύμφωνα με τον κ. Τζήμητρα, η στρατιωτική παρουσία που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Τουρκία στην Κύπρο είναι πολύ ισχυρή και εξελίσσεται από το 1974. Σημειώνει ωστόσο ότι, αξίζει να λάβουμε σοβαρά υπόψιν ότι η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης με την οποία ιδρύθηκε το 1960 η Κυπριακή Δημοκρατία, προέβλεπε την Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη, γεγονός που επικαλείται συνεχώς η γειτονική χώρα σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Για τον λόγο αυτό, όπως υποστηρίζει, η αντίδραση της Ελλάδας και της Κύπρου απέναντι στην επιθετική ρητορική της Τουρκίας θα πρέπει να γίνει με νηφαλιότητα. Όπως σημειώνει: «Δεν χρειάζονται εξάρσεις από καμία πλευρά. Περιλαμβανόμενες εννοώ τις δράσεις και τις αντιδράσεις. Ήταν απολύτως αναμενόμενο ότι η Τουρκία θα αντιδράσει. Μάλιστα, αν θέλετε, είναι και μάλλον «μετρημένη» κίνηση σε σχέση με το τι θα μπορούσε να έχει κάνει. Συνεπώς, ναι, μεν αντιδρά με έναν τρόπο, αλλά ίσως όχι εξωφρενικό με αυτά που μας έχει συνεχίσει στο παρελθόν. Ταυτοχρόνως, εμείς δεν χρειάζεται να κάνουμε συζητήσεις πάνω στην κρίση αναφορικά με το αν θα πρέπει να φύγουν οι Βρετανικές Βάσεις, ή αν θα πρέπει να ενταχθεί η Κύπρος στο ΝΑΤΟ. Ακόμη και αν οι συζητήσεις αυτές πρέπει να γίνουν γι’ αυτά τα ζητήματα, πρέπει να γίνουν, νομίζω, με νηφαλιότητα σε άλλη περίοδο και όχι τώρα. Το τρίτο είναι ότι, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με έναν τρόπο, τα κράτη-μέλη, όχι η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντέδρασαν, κατά την άποψή μου, πολύ αργά και πολύ λίγο. Δεν είδα από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης να υπάρχει οποιαδήποτε διπλωματική πρωτοβουλία και προσπάθεια παράλληλα με το επιχειρησιακό κομμάτι για την επίλυση του πολέμου».
Ο καθηγητής διεθνούς δικαίου υποστηρίζει ακόμη ότι η Τουρκία για την Ευρώπη είναι πολύ σημαντικός και καθοριστικός σύμμαχος για την επόμενη ημέρα της αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην περιοχή. Η διαφύλαξη των συνόρων του Ιράν που είναι πολύ εκτεταμένα, τα συστήματα ασφαλείας, ο έλεγχος των κουρδικών οργανώσεων είναι μόνο κάποια από τα θέματα που τα μεγάλα κράτη της ΕΕ, βλέπουν την Τουρκία ως σημαντικό σύμμαχο σε αυτή την κρίση και είναι ο λόγος που δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν μαζί της.
Άμεση ήταν η αντίδραση της εκπροσώπου του υπουργείου Εξωτερικών, Λάνας Ζωχιού, που δήλωσε ότι «ήταν ιστορική μας υποχρέωση και αυτονόητο καθήκον, όταν η Κύπρος απειλήθηκε και μας ζήτησε επίσημα - ως η μόνη νόμιμη Κυβέρνηση που εκπροσωπεί ολόκληρο το νησί -αμυντική συνδρομή να τη στηρίξουμε και να δείξουμε την αλληλεγγύη μας εμπράκτως. Η συνδρομή μας προς την Κύπρο έχει αμιγώς αμυντικό χαρακτήρα. Η Κύπρος, το νοτιο-ανατολικότερο άκρο της ΕΕ στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, αποτελεί νησίδα σταθερότητας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή παρά τη συνεχιζόμενη επί 52 έτη παράνομη τουρκική κατοχή του 37% του εδάφους της. Η παράνομη εισβολή και κατοχή δεν νομιμοποιεί οποιαδήποτε παρουσία τουρκικής στρατιωτικής δύναμης».
"Απολύτως αναμενόμενες οι αντιδράσεις της Τουρκίας"
Ως απολύτως αναμενόμενες χαρακτήρισε τις αντιδράσεις της Τουρκίας, ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου του Ερευνητικού Ινστιτούτου του Όσλο για την Ειρήνη, Χάρης Τζήμητρας. Όπως λέει στο parapolitika.gr η θέση της Ελλάδας να στείλει οπλικά συστήματα δρα ως καταλύτης της κρίσης και υποστηρίζει ότι «είναι αναμενόμενες και η δράση και η αντίδραση. Η Κύπρος είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι φυσικά δεν εμπλέκεται στον πόλεμο ενεργά ή τουλάχιστον όπως έχει πει ο Κύπριος Πρόεδρος ποτέ ηθελημένα δεν θα μετέχει στον πόλεμο, αφήνοντας κατά την άποψή μου και ένα παράθυρο. Αλλά η Κύπρος είναι μία ενδιαφέρουσα γεωγραφία. Δεδομένου ότι είναι μία χώρα στην περιοχή αλλά όχι μία χώρα της περιοχής. Είναι ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτόχρονα αυτό το μικρό νησί είναι μία από τις πιο στρατιωτικοποιημένες ζώνες στον πλανήτη σε σχέση με το μέγεθος και τον πληθυσμό του με εννέα στρατούς. Η περαιτέρω κλιμάκωση και η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση μόνο καλό δεν κάνουν».Σύμφωνα με τον κ. Τζήμητρα, η στρατιωτική παρουσία που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Τουρκία στην Κύπρο είναι πολύ ισχυρή και εξελίσσεται από το 1974. Σημειώνει ωστόσο ότι, αξίζει να λάβουμε σοβαρά υπόψιν ότι η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης με την οποία ιδρύθηκε το 1960 η Κυπριακή Δημοκρατία, προέβλεπε την Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη, γεγονός που επικαλείται συνεχώς η γειτονική χώρα σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Για τον λόγο αυτό, όπως υποστηρίζει, η αντίδραση της Ελλάδας και της Κύπρου απέναντι στην επιθετική ρητορική της Τουρκίας θα πρέπει να γίνει με νηφαλιότητα. Όπως σημειώνει: «Δεν χρειάζονται εξάρσεις από καμία πλευρά. Περιλαμβανόμενες εννοώ τις δράσεις και τις αντιδράσεις. Ήταν απολύτως αναμενόμενο ότι η Τουρκία θα αντιδράσει. Μάλιστα, αν θέλετε, είναι και μάλλον «μετρημένη» κίνηση σε σχέση με το τι θα μπορούσε να έχει κάνει. Συνεπώς, ναι, μεν αντιδρά με έναν τρόπο, αλλά ίσως όχι εξωφρενικό με αυτά που μας έχει συνεχίσει στο παρελθόν. Ταυτοχρόνως, εμείς δεν χρειάζεται να κάνουμε συζητήσεις πάνω στην κρίση αναφορικά με το αν θα πρέπει να φύγουν οι Βρετανικές Βάσεις, ή αν θα πρέπει να ενταχθεί η Κύπρος στο ΝΑΤΟ. Ακόμη και αν οι συζητήσεις αυτές πρέπει να γίνουν γι’ αυτά τα ζητήματα, πρέπει να γίνουν, νομίζω, με νηφαλιότητα σε άλλη περίοδο και όχι τώρα. Το τρίτο είναι ότι, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με έναν τρόπο, τα κράτη-μέλη, όχι η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντέδρασαν, κατά την άποψή μου, πολύ αργά και πολύ λίγο. Δεν είδα από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης να υπάρχει οποιαδήποτε διπλωματική πρωτοβουλία και προσπάθεια παράλληλα με το επιχειρησιακό κομμάτι για την επίλυση του πολέμου».
Ο καθηγητής διεθνούς δικαίου υποστηρίζει ακόμη ότι η Τουρκία για την Ευρώπη είναι πολύ σημαντικός και καθοριστικός σύμμαχος για την επόμενη ημέρα της αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην περιοχή. Η διαφύλαξη των συνόρων του Ιράν που είναι πολύ εκτεταμένα, τα συστήματα ασφαλείας, ο έλεγχος των κουρδικών οργανώσεων είναι μόνο κάποια από τα θέματα που τα μεγάλα κράτη της ΕΕ, βλέπουν την Τουρκία ως σημαντικό σύμμαχο σε αυτή την κρίση και είναι ο λόγος που δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν μαζί της.
En