Βουλή ακόμα και με 250 βουλευτές και ιδιότυπο ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτή και υπουργού φέρνει η πρόταση που παρουσίασε τη Μεγάλη Δευτέρα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με την οποία προσαρμόζει στο ελληνικό πολιτικό σύστημα τον διαχωρισμό μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας που ισχύει σε άλλες χώρες.

Στο τηλεοπτικό μήνυμα με το οποίο απευθύνθηκε στους πολίτες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αποφασίσει, πέρα των όσων είπε για την τρέχουσα υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, να επιχειρήσει μια θεσμική υπέρβαση. «Κανείς -και πρώτος εγώ- δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στην κρίση εμπιστοσύνης, η οποία απευθύνεται όχι μόνο στους θεσμούς, αλλά και στο πολιτικό προσωπικό της χώρας συνολικά. Μία πρόκληση, βέβαια, που απασχολεί όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εμείς, ωστόσο, έχουμε χρέος να ασχοληθούμε με τα “του οίκου μας”», ανέφερε, βάζοντας το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της παρέμβασης αυτής, ενώ συνέχισε ως εξής: «Έχουμε φτάσει, νομίζω, σε ένα σημείο καμπής. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, αλλά και ως πρόεδρος ενός κόμματος που εγγυάται τη σταθερότητα και την ασφάλεια, οφείλω να αξιολογήσω τη συγκυρία, όχι μόνο ως δίδαγμα μιας αρνητικής εμπειρίας, αλλά και ως μία νέα αφετηρία μάχης με το “βαθύ κράτος”. Με πρώτη τη δική μου παράταξη να γίνεται δύναμη ρήξης με τα κακώς κείμενα και να αναμετριέται, με ειλικρίνεια και γενναιότητα, με τις δικές της αδυναμίες».

Πότε θα εφαρμοστεί, εφόσον ψηφιστεί από την απαιτούμενη πλειοψηφία, το σχέδιο Μητσοτάκη

Έτσι, για τους λόγους αυτούς, ανακοίνωσε ότι θα παρουσιάσει «μια νέα δέσμη θεσμικών τομών», που θα ξεπερνούν την πρόταση που θα καταθέσει προσεχώς το κυβερνών κόμμα για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Την πρώτη από αυτές τις τομές την ανακοίνωσε στο ίδιο μήνυμα και αφορά «το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, με αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή». Συνεπώς, εφόσον η ρύθμιση αυτή ψηφιστεί από την απαιτούμενη πλειοψηφία στην προσεχή Συνταγματική Αναθεώρηση και εφόσον συνεχιστούν οι τετραετείς εκλογικοί κύκλοι, τότε το σύστημα αυτό θα εφαρμοστεί για πρώτη φορά στις εθνικές εκλογές του 2031, τις μεθεπόμενες δηλαδή.

Τότε και στο εξής, οι υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί και υφυπουργοί που θα επιλέγει ο εκάστοτε πρωθυπουργός για την κυβέρνησή του μέσα από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του θα χάνουν αυτόματα την ιδιότητα του βουλευτή, με τη θέση τους στη Βουλή να την καταλαμβάνει ο πρώτος επιλαχών στην εκλογική τους περιφέρεια. Εφόσον σε κάποιον ανασχηματισμό απομακρυνθούν, τότε θα ανακτούν τη βουλευτική τους ιδιότητα και αντίστοιχα θα τη χάνει εκείνος που τους είχε αντικαταστήσει.

Συζητήσεις για μείωση των βουλευτών σε 250

Ο Παύλος Μαρινάκης, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, έθεσε και μια άλλη παράμετρο στο ζήτημα αυτό. «Για να προχωρήσει αυτή η πρόταση ίσως θα πρέπει να συζητήσουμε και μείωση του αριθμού των βουλευτών για να μην έχουμε στην πραγματικότητα αντί για 300, 350 συνολικά γραφεία», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Σύμφωνα με πληροφορίες, η πρόταση που συζητείται στο Μέγαρο Μαξίμου είναι η πιθανή μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 250. Εξάλλου, το Σύνταγμα δίνει αυτή τη δυνατότητα, αφού προβλέπει (άρθρο 51) πως «ο αριθμός των βουλευτών ορίζεται με νόμο, δεν μπορεί όμως να είναι μικρότερος από διακόσιους ούτε μεγαλύτερος από τριακόσιους».

Μια δεύτερη παράμετρο έθεσε ο Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας στα Παραπολιτικά 90,1 και αναφερόμενος στη φράση του κ. Μητσοτάκη για την αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή. «Παραδείγματος χάριν, προσωπικά πιστεύω ότι θα πρέπει να εξετάσουμε το πώς μπορεί να εγκριθεί μια βουλευτική τροπολογία, όταν δεν είναι οικονομικού περιεχομένου, διότι μέχρι σήμερα φτάνει να την απορρίπτει απλώς ο υπουργός. Μπορεί, επίσης, να ενισχυθεί ο ρόλος της επιτροπής που ασχολείται με τον έλεγχο της εφαρμογής του Προϋπολογισμού. Πρέπει να σκεφτούμε έξω από τα τετριμμένα και να δούμε πώς μπορεί τόσο το αξίωμα του υπουργού όσο και το αξίωμα του βουλευτή να αναβαθμιστούν προς όφελος της Δημοκρατίας», ανέφερε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.

Ποιοι θα έπαιρναν τις έδρες των υπουργών αν ίσχυε σήμερα το σύστημα που εισηγείται ο Μητσοτάκης

Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό τι ακριβώς σημαίνει όλο αυτό, αν αυτή η μεταρρύθμιση στο πολιτικό σύστημα που εισηγείται ο Κυριάκος Μητσοτάκης ίσχυε σήμερα, τότε ενδεικτικά στη Βουλή και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας θα βρίσκονταν -με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών του 2023 και τη σταυροδοσία- οι ακόλουθοι:

Γιώργος Κουμουτσάκος (αντί του Κωστή Χατζηδάκη)
Φωτεινή Πιπιλή (αντί του Κυριάκου Πιερρακάκη)
Άρια Αγάτσα (αντί του Άδωνι Γεωργιάδη)
Άννα Ροκοφύλλου (αντί του Βασίλη Κικίλια)
Βάσω Κόλλια (αντί της Σοφίας Ζαχαράκη)
Φώτης Καρύδας (αντί της Νίκης Κεραμέως)
Εβίτα Βαρελά (αντί της Όλγας Κεφαλογιάννη)
Όμηρος Τσάπαλος (αντί του Θάνου Πλεύρη)
Τάσος Γαϊτάνης (αντί του Νίκου Δένδια)
Κώστας Κόλλιας (αντί του Χρίστου Δήμα)
Ιωάννα Γκελεστάθη (αντί του Τάκη Θεοδωρικάκου)
Μαριάννα Τουμαζάτου (αντί του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη)
Νίκος Μανωλάκος (αντί της Δόμνας Μιχαηλίδου)

Τα ως ανωτέρω είναι μόνο μια ενδεικτική αναφορά, καθώς καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις των υπουργών που είναι σήμερα μέλη του Κοινοβουλίου και όχι των αναπληρωτών υπουργών και υφυπουργών, που επίσης θα είχαν παυθεί από βουλευτές και τη θέση τους θα είχαν πάρει οι επιλαχόντες στην εκλογική τους περιφέρεια.