Η ρητορική όξυνσης που υιοθετεί η Τουρκία το τελευταίο διάστημα δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός, αλλά μια συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας να θέσει στο επίκεντρο της διμερούς ατζέντας όλα τα ζητήματα, ακόμη και τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Η στρατηγική αυτή εκδηλώνεται μέσα από επίσημες δηλώσεις του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίες αμφισβητούν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και επιδιώκουν να προσδώσουν εθνικά χαρακτηριστικά σε μια ομάδα που η Συνθήκη της Λωζάννης ορίζει ρητά ως θρησκευτική.

Διαβάστε: Η Τουρκία "εκπέμπει" άγχος για τις εξελίξεις στην περιοχή και την ανάδειξη του ρόλου της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο - Τι λένε διπλωματικές πηγές στο parapolitika.gr

Η τελευταία αφορμή για την κλιμάκωση αυτή υπήρξε η συμπλήρωση 99 χρόνων από την ίδρυση της λεγόμενης «Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης». Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών έσπευσε να δηλώσει τη στήριξή του σε μια οργάνωση στην οποία οι ελληνικές δικαστικές Αρχές έχουν αρνηθεί να παράσχουν νομιμοποίηση. Την άρνησή τους αυτή τη βασίζουν στη διασύνδεση της οργάνωσης με το Τουρκικό Κόμμα Εθνικιστικής Κίνησης, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι η χρήση του όρου «Τουρκική» στην ονομασία της δεν προβλέπεται από καμία διεθνή συνθήκη, καθώς η Συνθήκη της Λωζάννης αναγνωρίζει μόνο μουσουλμανική θρησκευτική ιδιότητα.


Η Άγκυρα επιδιώκει να παρουσιάσει τη μειονότητα ως μια ομοιογενή "τουρκική" ομάδα

Σύμφωνα με τον καθηγητή Διεθνούς Δικαίου, Άγγελο Συρίγο, που μίλησε στο parapolitika.gr, η προσπάθεια αυτή της Τουρκίας να ταυτίσει το θρήσκευμα με την εθνική ταυτότητα χρονολογείται ήδη από το 1957. Η Άγκυρα επιδιώκει να παρουσιάσει τη μειονότητα ως μια ομοιογενή «τουρκική» ομάδα, παραγνωρίζοντας εσκεμμένα ότι στη Θράκη συνυπάρχουν τρεις διακριτές ομάδες, οι Τουρκόφωνοι, οι Πομάκοι και οι Τσιγκάνοι. Αυτή η ομογενοποίηση αποτελεί βασικό πυλώνα της αναθεωρητικής ρητορικής της, η οποία εκφράστηκε ακόμη και στο ανώτατο επίπεδο από τον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατά τη συνάντησή του με τον Έλληνα Πρωθυπουργό στην Άγκυρα, στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.

Ένα κρίσιμο σημείο τριβής που τροφοδοτεί την τουρκική επιθετικότητα είναι η εφαρμογή του νέου ελληνικού νόμου για τον ορισμό των μουφτήδων. Ο νόμος αυτός προβλέπει μια διαφανή διαδικασία όπου μια επιτροπή αποτελούμενη αποκλειστικά από μουσουλμάνους (συμπεριλαμβανομένων για πρώτη φορά και γυναικών) προτείνει υποψηφίους βάσει αντικειμενικών προσόντων στον υπουργό Παιδείας, όπως για παράδειγμα τις σπουδές τους και το βιογραφικό τους. Η διαδικασία αυτή έχει ήδη οδηγήσει στον ορισμό νέου μουφτή στο Διδυμότειχο, ενώ αναμένονται αντίστοιχες κινήσεις σε Κομοτηνή και Ξάνθη, που πιθανόν θα ολοκληρωθούν εντός της άνοιξης.

Η Τουρκία αντιδρά έντονα σε αυτή τη θεσμική θωράκιση, καθώς διαχρονικός της στόχος είναι να ελέγχει πλήρως την εκλογή προσώπων της δικής της αρεσκείας. Η Άγκυρα προτείνει μια διαδικασία «διά ανατάσεως των χειρών» σε ελεγχόμενες μαζώξεις εντός τζαμιών, επιδιώκοντας να διατηρήσει την επιρροή της μέσω του μουφτή, ο οποίος αποτελεί πρόσωπο με μεγάλη αποδοχή στη μειονότητα. Όπως επισημαίνει ο κ. Συρίγος «οι διαδικασίες προχωρούν για τη στελέχωση των θέσεων των μουφτήδων σύμφωνα με τον νόμο και σύντομα θα έχουμε νόμιμους μουφτήδες στη Θράκη, όπως δεν έχει γίνει η εφαρμογή του νόμου εδώ και πολλά χρόνια».

Η στελέχωση των θέσεων με νόμιμους μουφτήδες ακυρώνει την προσπάθεια της Τουρκίας να επιβάλει τους δικούς της μηχανισμούς ελέγχου σε μία ακριτική ελληνική περιοχή. Η όξυνση της τουρκικής ρητορικής πάντως ερμηνεύεται και ως εργαλείο πίεσης για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης. Η ελληνική πλευρά, από την άλλη, απαντά υπενθυμίζοντας στην Άγκυρα τις διεθνείς της υποχρεώσεις, τονίζοντας ότι οι μουσουλμάνοι της Θράκης είναι Έλληνες πολίτες που προστατεύονται από το κράτος δικαίου και τις διεθνείς συμφωνίες.