"Βέλη" κατά Σκέρτσου από "γαλάζιους" βουλευτές στα Παραπολιτικά 90,1: Οι αιχμές Πέτσα, Βορίδη, Οικονόμου για την ανάρτηση που "άναψε φωτιές" - Η παρέμβαση Μαρινάκη (Ηχητικά)
Πολλά τα "πυρά" σε βάρος του υπουργού Επικρατείας
Ο Άκης Σκέρτσος και η αναφορά του στις "πελατειακές σχέσεις ψηφοφόρων και πολιτικού προσωπικού" έχουν προκαλέσει συζητήσεις, με τους Μάκη Βορίδη, Στέλιο Πέτσα και Γιάννη Οικονόμου να εκφράζουν ανοικτά τη διαφωνία τους στην εν λόγω, ενδεχομένως γενικόλογη, κριτική
Εντάσεις και διαφωνίες εξακολουθεί να προκαλεί στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας η ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και η αναφορά του στις «συναλλακτικές πελατειακές σχέσεις μεταξύ ψηφοφόρων και πολιτικού προσωπικού», με τα «πυρά» που εξαπολύονται σε βάρος του υπουργού Επικρατείας μέσω των Παραπολιτικών 90,1 να αποτυπώνουν το επικρατούν συναίσθημα.
«Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι κάτι πρέπει να γίνει στο πολιτικό μας σύστημα, το οποίο έχει γίνει πάρα πολύ πρωθυπουργοκεντρικό και γέρνει πολύ προς την εκτελεστική εξουσία, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ των τριών εξουσιών. Έχω προτείνει να αλλάξουν πολλά πράγματα στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση με επιστολή μου στον πρωθυπουργό από τον Φεβρουάριο και μέσα σε αυτές τις προτάσεις έχω και το ασυμβίβαστο μεταξύ της θέσης του βουλευτή και του υπουργού, αλλά ένα καθολικό ασυμβίβαστο, ώστε να ξέρει ο βουλευτής ότι είναι βουλευτής και ο υπουργός που θα είναι εξωκοινοβουλευτικός να ξέρει ότι δεν μπορεί να είναι βουλευτής, τουλάχιστον να περάσουν κάποιες θητείες», κατέληξε.
«Αυτή η ευκολία με την οποία πάμε να φορτώσουμε στον βουλευτή αυτή τη φαυλότητα που επικρατεί στο πολιτικό σύστημα και τον εκμαυλισμό και τα υπόλοιπα εμένα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν με βρίσκει σύμφωνο γιατί πιστεύω ότι οποιαδήποτε συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από κάτω προς τα πάνω. Από το τι ρόλο θέλουμε για τον βουλευτή, από το τι βαθμούς ελευθερίας τού δίνουμε, από το πόσο συλλογικά λειτουργούν τα κόμματα, από το πώς θα διαμορφώνονται οι κρίσιμες αποφάσεις που θα έρθουν να προσαρμοστούν στην οποιαδήποτε αλλαγή γίνει αύριο-μεθαύριο για να μη γίνει ακόμα πιο αρχηγοκεντρικό και πρωθυπουργοκεντρικό το πολιτικό μας σύστημα, ανεξάρτητα ποιος θα είναι κυβέρνηση και πρωθυπουργός. Για μένα αυτά είναι τα σημαντικά.
Αισθάνομαι ότι αυτός που τα λέει αυτά δεν έχει επαρκή επαφή με τη ζώσα και δρώσα πραγματικότητα. Δεν κατανοεί πώς σφυρηλατείται και πώς οικοδομείται ο δεσμός ενός πολίτη με τον πολιτικό οργανισμό και με το πρόσωπο που καλείται να τον εκπροσωπεί και είναι άκρως ισοπεδωτικό, διότι ο βουλευτής δεν είναι εκπρόσωπος, είναι αντιπρόσωπος. Αντιπροσωπεύει τον κόσμο που τον ψηφίζει και λέει τη γνώμη του. Δεν πάει να διαβάσει το μήνυμα που του δίνει εκπροσωπώντας κάποιον σε μια εκδήλωση, αυτός πραγματικά πρέπει να είναι ο ρόλος του βουλευτή. Ο ρόλος αυτός του βουλευτή όμως, για να έχει μεγαλύτερο περιθώριο και να κάνει αυτά που πρέπει, και η σχέση του βουλευτή με τον πολίτη πρέπει να είναι μια σχέση η οποία πρέπει να οικοδομείται περισσότερο στις αρχές εμπιστοσύνης και όχι στις αρχές εξυπηρέτησης. Αυτό βαρύνει και τους βουλευτές και τους πολίτες».
«Ο κ. Σκέρτσος στην ανάρτησή του δεν στοχοποίησε, δεν επιτέθηκε ή τέλος πάντων δεν είχε τέτοιο στόχο, αν εξελήφθη ως κάτι τέτοιο ήταν κάτι το οποίο δεν έπρεπε να εκληφθεί, μπορεί να μην το προσδιόρισε όπως κάποιοι θα ήθελαν, αλλά δεν τσουβάλιασε τους βουλευτές, δεν είπε ότι το πελατειακό κράτος εδράζεται ως λογική στη λογική των βουλευτών ή ότι φταίνε οι βουλευτές για το πελατειακό κράτος. Η λογική του πελατειακού κράτους που είναι για μένα μια πτυχή του κρατισμού αντιμετωπίζεται μόνο με πολιτικές», είπε.
«Διαβάζοντας την ανάρτηση του κ. Σκέρτσου θεωρώ ότι δεν είχε κανένα σκοπό ο κ. Σκέρτσος να στοχοποιήσει την Κοινοβουλευτική Ομάδα, αντιθέτως μιλούσε για πολιτικές σε όλες τις πτυχές της δημόσιας διοίκησης, πολλές εκ των οποίων έχει συντονίσει κι έχουν εφαρμοστεί, που πρέπει να συνεχίσουν να προωθούνται», κατέληξε χαρακτηριστικά.
«Κοινωνία πολιτών ή κοινωνία πελατών; Χωρίς δεύτερη σκέψη με την κοινωνία των πολιτών. Πιστεύω βαθιά ότι αποστολή της πολιτικής όπως και κάθε κυβέρνησης είναι το ξερίζωμα κάθε αναχρονισμού, αδικίας και υστέρησης -από το κράτος και τη δημόσια διοίκηση έως την οικονομία, τη δικαιοσύνη και το πολιτικό σύστημα- που κάνει δύσκολη και άνιση την καθημερινότητα των πολιτών. Διότι, ναι, το ελληνικό κράτος μπορεί να γίνει πολύ σκληρό, ανάλγητο και άδικο με τους πολίτες του. Ξέρουμε όλοι πολύ καλά και βιωματικά τι σημαίνει η ίδια νομοθεσία να ερμηνεύεται διαφορετικά από υπηρεσία σε υπηρεσία ή από τη μία περιοχή της χώρας σε μια άλλη. Η “α λα καρτ” εφαρμογή των ίδιων νόμων μπορεί κυριολεκτικά να σε τρελάνει. Γνωρίζουμε τι σημαίνει να χάνεις μια προαγωγή ή τη σειρά σου σε μια υπηρεσία διότι δεν είσαι «οργανωμένος» στο κόμμα ή δεν έχεις «μπάρμπα στην Κορώνη». Έχουμε όλοι ζήσει να γινόμαστε «μπαλάκι» μεταξύ διαφορετικών δημόσιων οργανισμών χωρίς να φταίμε, πολύ απλά και μόνο διότι δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.
Το κράτος «λάφυρο» της πολυνομίας και κακονομίας, της αναξιοκρατίας και της αδιαφάνειας, το κράτος που δεν λογοδοτεί και δεν διαλειτουργεί σε βασικές του υπηρεσίες προς τους πολίτες, το κράτος που δεν στηρίζεται σε οριζόντιες αρχές και κριτήρια αποτελεσματικότητας, στοχοθεσίας αλλά και αυστηρών κυρώσεων σε όσους δεν εφαρμόζουν τους νόμους -είτε είναι στελέχη της διοίκησης και πολιτικοί είτε είναι πολίτες- έρχεται από πολύ μακριά κι από πολύ παλιά. Δεν μπορούν όμως όλα αυτά να είναι κομμάτι του παρόντος και του μέλλοντός μας. Είναι κακοδαιμονίες του παρελθόντος τις οποίες κανείς πολίτης δεν πρέπει να ανέχεται.
Πολύ απλά διότι κρατούσαν και κρατούν την πατρίδα μας μακριά από το ευρωπαϊκό κεκτημένο της ισονομίας και ισοπολιτείας που ως Έλληνες και Ευρωπαίοι πολίτες μπορούμε πλέον να ζήσουμε σε οποιοδήποτε άλλο κράτος του ευρωπαϊκού ενιαίου χώρου. Γιατί όχι και στη Ελλάδα λοιπόν; Πιστεύω ότι η βασική μας υστέρηση ως χώρα είναι ότι διαχρονικά γαλουχηθήκαμε ως «πελάτες» του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Και όχι ως πολίτες με δικαιώματα αλλά και με υποχρεώσεις. Έχει βαθιές ρίζες αυτή η κουλτούρα. Γι’ αυτό και είναι υποκριτική και φαιδρή «η αντιπολίτευση των πρωτόπλαστων και των αναμάρτητων» που ανακαλύπτει σήμερα με δήθεν ιερή οργή το πρόβλημα. Οι συναλλακτικές πελατειακές σχέσεις, το «δούναι» και «λαβείν» μεταξύ ψηφοφόρων και πολιτικού προσωπικού ήταν από συστάσεως ελληνικού κράτους ο βασικός πυρήνας του εθνικού μας προβλήματος. Όταν ξέρεις ή βλέπεις τον διπλανό σου να έχει μια καλύτερη τύχη από εσένα επειδή απλά έχει πολιτικό μέσο και όχι επειδή είναι ικανότερος ή πιο εργατικός, τότε επιμολύνεται το σύνολο της κοινωνίας από την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους κανόνες και στους θεσμούς του κράτους και της δημοκρατίας.
Τότε ο αθέμιτος ανταγωνισμός της άνισης και διακριτικής μεταχείρισης ενός εκάστου, γίνεται η κυρίαρχη πολιτική, ατομική και κοινωνική συμπεριφορά…Έως και η ορθολογική συμπεριφορά, αν θες να επιβιώσεις σε ένα άναρχο περιβάλλον. Γι’ αυτό και το ζήτημα που έχει ανακύψει με τον ΟΠΕΚΕΠΕ είναι σοβαρό και δεν επιδέχεται καμία υποτίμηση. Υπάρχουν συγκεκριμένες υποθέσεις που ελέγχονται και πρέπει να διερευνηθούν πλήρως, με ταχύτητα και χωρίς καμία σκιά. Ταυτόχρονα, έχουμε ευθύνη να δούμε όχι μόνο τα επιμέρους περιστατικά, αλλά και το υπόβαθρο που τα γεννά. Γιατί αν μείνουμε μόνο στα πρόσωπα και όχι στους μηχανισμούς, το πρόβλημα θα επανέρχεται. Η προσπάθεια να απαλλαγούμε από τη γάγγραινα του πελατειακού κράτους οφείλει να είναι συνεχής. Κανείς από το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ανυποψίαστος ή άμωμος. Πόσο μάλλον όταν προέρχεται από πολιτικούς χώρους που κυριολεκτικά «δίδαξαν» επί δεκαετίες τις πελατειακές σχέσεις.
Όλοι, όμως, κρινόμαστε τελικά από την ειλικρίνεια με την οποία προσεγγίζουμε τις αναγκαίες λύσεις που διορθώνουν το πρόβλημα ή αν απλά επιμένουμε μονότονα σε έναν στείρο καταγγελτικό λόγο. Από το πώς γινόμαστε δηλαδή από μέρος του προβλήματος, μέρος της λύσης. Το έχω ξαναπεί ότι τιμώ και σέβομαι το έργο και τον ρόλο των βουλευτών μας. Πρόκειται για μια εξαιρετικά απαιτητική και δύσκολη δουλειά. Που θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως λειτούργημα από όλους μας. Είτε είμαστε πολίτες είτε πολιτικοί. Γνωρίζω επίσης πολλούς από τους πολιτικούς που εμπλέκονται στην τελευταία δικογραφία του ΟΠΕΚΕΠΕ. Στο πρόσωπό τους έχω δει ανθρώπους που νοιάζονται για τον τόπο τους και θέλουν γνήσια να βοηθήσουν τους συμπολίτες τους. Ανθρώπους που γνωρίζουν αυτό που όλοι ξέρουμε, ότι μπορεί πολλές φορές το ελληνικό κράτος να σφάλλει και να ταλαιπωρεί αναίτια. Φυσικά υπάρχει μια κόκκινη γραμμή που διαχωρίζει τις προθέσεις από τις πράξεις. Και ταυτόχρονα μια γραμμή άμυνας απέναντι στα φαινόμενα που μας απασχολούν.
Η κόκκινη γραμμή είναι ότι καμία ανοχή δεν μπορεί να επιδεικνύεται σε όποιον καταχράται δημόσιο χρήμα, εκμεταλλεύεται την εξουσία που έχει για ίδιον όφελος ή παρανομεί εν γνώσει του και εκ δόλου. Ενώ η γραμμή άμυνας είναι η αποπολιτικοποίηση και η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης μαζί με τη μηδενική ανοχή στη διαφθορά. Αυτά είναι τα βασικά εργαλεία μας για να περιορίσουμε όσο μπορούμε τις γκρίζες ζώνες που ο ανθρώπινος παράγοντας μπορεί να αυθαιρετήσει ή να δράσει μεροληπτικά υπέρ συγκεκριμένων πολιτών και ομάδων. Έλα όμως που αυτές ακριβώς τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης η αντιπολίτευση που σήμερα πνέει μένεα κατά του ρουσφετιού, τις καταψήφισε στη βουλή. Όπως, για παράδειγμα, την τοποθέτηση διοικήσεων στους κρατικούς φορείς μέσω ΑΣΕΠ. Ή την πιο πρόσφατη της κατάργησης και υπαγωγής του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ ώστε να εξακριβώνεται με ψηφιακά μέσα και διασταυρώσεις η θέση και το μέγεθος των καλλιεργειών ή ο αριθμός των κοπαδιών. Δεν είναι υποκριτικό;
Γι’ αυτό και ο αγώνας για ένα κράτος με περισσότερη διαφάνεια, ψηφιοποίηση και ταχύτητα στην εξυπηρέτηση των πολιτών είναι διαρκής και απαιτεί πρωτίστως ειλικρίνεια, αυτογνωσία αλλά και μνήμη. Για το που ήμασταν πριν κάποια χρόνια, που βρισκόμαστε σήμερα και που έχουμε χρέος να πάμε. Και δίνεται από τον Πρωθυπουργό πρωτίστως, και από τα μέλη της κυβέρνησης του, χωρίς δεύτερη σκέψη από το 2019 έως σήμερα. Η μικρή και μεγαλύτερη διαφθορά δεν αντιμετωπίζονται με ένα μόνο μέτρο, «ένα νόμο κι ένα άρθρο», ή μόνο με ρητορικές κορώνες. Χρειαζόμαστε ταχύτερη δικαιοσύνη, και αυτό ήδη γίνεται χάρη στο νέο δικαστικό χάρτη που έχει μειώσει στο μισό το χρόνο απονομής της. Αυστηρούς και δίκαιους πειθαρχικούς κανόνες και κυρώσεις στους επίορκους κρατικούς λειτουργούς, που έχουν ψηφιστεί και εφαρμόζονται. Νέες ποινικές διατάξεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς που εναρμονίζονται με τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές και ήδη έχουν ψηφιστεί και καταγράφονται ως πρόοδος στις διεθνείς εκθέσεις. Ευρύτατη ψηφιοποίηση όλων των διαδικασιών από την παροχή επιδομάτων ή συντάξεων έως τη βεβαίωση κλήσεων ΚΟΚ που αφαιρούν τον ανθρώπινο παράγοντα και κάνουν πιο αντικειμενική, γρήγορη και δίκαιη την επαφή μας με το κράτος.
Και βεβαίως έναν νέο καταστατικό πολιτικό χάρτη, ένα νέο Σύνταγμα όπως έχει ήδη εξαγγελθεί, που οδεύοντας προς την επέτειο των 200 χρόνων από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, θα κλείσει οριστικά κάθε εκκρεμότητά μας με το παρελθόν. Πρέπει να ξαναχτίσουμε το κοινό μας «σπίτι» από την αρχή, σε πιο γερά θεμέλια και με νέους κανόνες. Διότι οι καλοί, απλοί και σταθεροί νόμοι υπέρ της διαφάνειας γίνονται τελικά και η συνείδηση της κοινωνίας. Κάθε κοινωνίας. Πιστεύω βαθιά ότι μεταξύ μιας κυβέρνησης που κάνει λάθη -αλλά μπορεί να τα αναγνωρίζει και να τα διορθώνει- και μιας λάθος κυβέρνησης -σαν αυτές που έχουμε δει στο παρελθόν-, είναι προτιμότερη η πρώτη. Πιστεύω επίσης ότι το πολιτικό «πείραμα» του Κυριάκου Μητσοτάκη να ανοίξει τις πόρτες της διακυβέρνησης και σε μη αιρετούς τεχνοκράτες που θέλουν να προσφέρουν στην πατρίδα μας, πάντα σε αγαστή συνεργασία με τους αιρετούς μας εκπροσώπους στη βουλή και την κυβέρνηση, έχει συμβάλει στην μετρήσιμη και συγκρίσιμη πρόοδο της πατρίδας μας τα τελευταία χρόνια.
Η Ελλάδα όσο δύσκολα φτιάχνει, τόσο εύκολα χαλάει. Γι’ αυτό και σε αυτή την κρίσιμη στιγμή που ο κόσμος γύρω μας είναι τόσο ρευστός και αβέβαιος -με την Ελλάδα στη μέση του να μοιάζει πράγματι με όαση σταθερότητας- έχουμε ιερό χρέος πρωτίστως προς τα παιδιά μας να μην υπονομεύσουμε όσα με κόπο έχουμε κερδίσει τα τελευταία χρόνια. Και ταυτόχρονα να συνεχίσουμε, χωρίς δεύτερη σκέψη, την πορεία μας για μια πατρίδα με περισσότερη αξιοκρατία, ισότητα, δικαιοσύνη και ευκαιρίες για τον κάθε πολίτη αυτής της χώρας, από όπου κι αν προέρχεται, από όπου κι αν κατάγεται. Μια Ελλάδα με όλους, για όλους που στηρίζεται σε μια κοινωνία πολιτών και όχι πελατών».
Βορίδης για Σκέρτσο: "Κάποιοι που αντλούν νομιμοποίηση από τον πρωθυπουργό δεν μπορούν να ασκούν έτσι κριτική - Στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία στηρίζεται η κυβέρνηση"
Ενδεικτικές είναι οι τοποθετήσεις που έγιναν σήμερα στην εκπομπή «Απέναντι Μικρόφωνα», με τους Βασίλη Σκουρή και Σωτήρη Ξενάκη, από τους Μάκη Βορίδη και Στέλιο Πέτσα. Ειδικότερα, ο βουλευτής Ανατολικής Αττικής κ. Βορίδης τόνισε πως δεν έχει κανένα πρόβλημα για τα ζητήματα του κοινοβουλευτισμού να συζητήσουν όσοι είναι κοινοβουλευτικοί και διεκδικούν την ψήφο του ελληνικού λαού, εκφράζοντας τη σαφή του αντίθεση στην «κριτική αφ' υψηλού», που γίνεται από «εξωκοινοβουλευτικούς, που αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τον πρωθυπουργό» και σε τελική ανάγνωση από τους βουλευτές. «Κάποιος που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη αυτών των ανθρώπων, σε αυτούς που μάχονται και είναι στο ρινγκ λασπωμένοι, μπαρουτοκαπνισμένοι και μερικοί τραυματισμένοι, καλό είναι να μην κάνει κριτική αφ' υψηλού, εμείς μεταξύ μας μπορούμε να την κάνουμε», είπε χαρακτηριστικά, αφού είχε τονίσει τα εξής: «Εγώ ήμουν με πολίτες χθες το βράδυ, δεν ήμουν στο σπίτι, ακούω τα αιτήματα των πολιτών και αυτό γίνεται κάθε μέρα. Το να συζητήσουμε όσοι τριβόμαστε χρόνια με τον κοινοβουλευτισμό, μπορεί να γίνει, αλλά κάποιοι των οποίων η νομιμοποίηση προέρχεται από τον πρωθυπουργό, του οποίου η κυβέρνηση αντλεί νομιμοποίηση από τους βουλευτές, δεν μπορούν να ανοίγουν έτσι συζητήσεις, δεν μπορούν να ασκούν έτσι κριτική. Το ζήτημα βρίσκεται στον χώρο της πολιτικής δεοντολογίας, αλλιώς θα ασκήσω κριτική εγώ και αλλιώς κάποιος που δεν βρίσκεται σε αυτήν τη βαθμίδα. Το 41% το έφερε ο πρωθυπουργός, αλλά και όλοι οι άνθρωποι και τα στελέχη μας που διεκδίκησαν την ψήφο του λαού. Χάρη στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, στηρίζεται η κυβέρνηση».Πέτσας για Σκέρτσο: "Είναι καλύτερο να πράττουμε παρά να μιλάμε, το να το φορτώνουμε στους βουλευτές είναι λάθος"
Ο Στέλιος Πέτσας, από την πλευρά του, κληθείς να σχολιάσει την ανάρτηση του κ. Σκέρτσου για τις πελατειακές σχέσεις ψηφοφόρων-βουλευτών, είπε με νόημα πως «καλό είναι πριν κάνουμε αφορισμούς, να έχουμε σκεφτεί λίγο τι έχουμε πράξει εμείς οι ίδιοι», επισημαίνοντας σε σχέση με τις παθογένειες πως είναι λάθος να τις «φορτώνουμε στη νομοθετική εξουσία και τους βουλευτές». Σημείωσε ειδικότερα τα εξής: «Είμαι αναφανδόν υπέρ του σταυρού προτίμησης, νομίζω ότι είναι η πιο δημοκρατική διαδικασία. Δεν πιστεύω ότι το θέμα του πελατειακού κράτους ή του ρουσφετολογικού ενδεχομένως προσανατολισμού που έχουν πολλοί οφείλεται στη νομοθετική εξουσία, αλλά σε έναν συνδυασμό πραγμάτων στο πολιτικό μας σύστημα, στο οποίο πρωτίστως ευθύνεται η εκτελεστική εξουσία. Καλό είναι πριν κάνουμε αφορισμούς, να έχουμε σκεφτεί λίγο τι έχουμε πράξει εμείς οι ίδιοι. Νομίζω ότι πρέπει να συνεχίσει η κυβέρνηση στην κατεύθυνση απομόνωσης από τις πελατειακές σχέσεις διαφόρων τομέων της δημόσιας ασυλίας, ένα παράδειγμα είναι η περίπτωση των κλήσεων που είναι αυτομαποιημένη, ένα άλλο τα ζητήματα των συντάξεων. Σιγά σιγά, λοιπόν, να άρουμε αυτή τη διαμεσολάβηση που ενδεχομένως να υπάρχει ή να βάζει ανθρώπους σε πειρασμό να χρησιμοποιήσουν τέτοιου είδους ρουσφετολογικές πρακτικές. Είναι καλύτερο να πράττουμε παρά να μιλάμε γι' αυτό το θέμα και να αντιμετωπίζουμε τις παθογένειες. Το να το φορτώνουμε στη νομοθετική εξουσία και τους βουλευτές είναι λάθος».«Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι κάτι πρέπει να γίνει στο πολιτικό μας σύστημα, το οποίο έχει γίνει πάρα πολύ πρωθυπουργοκεντρικό και γέρνει πολύ προς την εκτελεστική εξουσία, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ των τριών εξουσιών. Έχω προτείνει να αλλάξουν πολλά πράγματα στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση με επιστολή μου στον πρωθυπουργό από τον Φεβρουάριο και μέσα σε αυτές τις προτάσεις έχω και το ασυμβίβαστο μεταξύ της θέσης του βουλευτή και του υπουργού, αλλά ένα καθολικό ασυμβίβαστο, ώστε να ξέρει ο βουλευτής ότι είναι βουλευτής και ο υπουργός που θα είναι εξωκοινοβουλευτικός να ξέρει ότι δεν μπορεί να είναι βουλευτής, τουλάχιστον να περάσουν κάποιες θητείες», κατέληξε.
Οικονόμου για Σκέρτσο: "Δεν έχει επαρκή επαφή με την πραγματικότητα - Ο βουλευτής αντιπροσωπεύει τον κόσμο που τον ψηφίζει"
Αιχμές είχε αφήσει άλλωστε και τη Δευτέρα (21/4), παραμονή της ψηφοφορίας στη Βουλή για τις άρσεις ασυλίας, σε βάρος του Άκη Σκέρτσου και ο βουλευτής της ΝΔ Γιάννης Οικονόμου, τονίζοντας πως «δεν έχει επαρκή επαφή με την πραγματικότητα». Μιλώντας στην εκπομπή «Απέναντι Μικρόφωνα» με τους Βασίλη Σκουρή και Σωτήρη Ξενάκη, είπε χαρακτηριστικά:«Αυτή η ευκολία με την οποία πάμε να φορτώσουμε στον βουλευτή αυτή τη φαυλότητα που επικρατεί στο πολιτικό σύστημα και τον εκμαυλισμό και τα υπόλοιπα εμένα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν με βρίσκει σύμφωνο γιατί πιστεύω ότι οποιαδήποτε συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από κάτω προς τα πάνω. Από το τι ρόλο θέλουμε για τον βουλευτή, από το τι βαθμούς ελευθερίας τού δίνουμε, από το πόσο συλλογικά λειτουργούν τα κόμματα, από το πώς θα διαμορφώνονται οι κρίσιμες αποφάσεις που θα έρθουν να προσαρμοστούν στην οποιαδήποτε αλλαγή γίνει αύριο-μεθαύριο για να μη γίνει ακόμα πιο αρχηγοκεντρικό και πρωθυπουργοκεντρικό το πολιτικό μας σύστημα, ανεξάρτητα ποιος θα είναι κυβέρνηση και πρωθυπουργός. Για μένα αυτά είναι τα σημαντικά.
Αισθάνομαι ότι αυτός που τα λέει αυτά δεν έχει επαρκή επαφή με τη ζώσα και δρώσα πραγματικότητα. Δεν κατανοεί πώς σφυρηλατείται και πώς οικοδομείται ο δεσμός ενός πολίτη με τον πολιτικό οργανισμό και με το πρόσωπο που καλείται να τον εκπροσωπεί και είναι άκρως ισοπεδωτικό, διότι ο βουλευτής δεν είναι εκπρόσωπος, είναι αντιπρόσωπος. Αντιπροσωπεύει τον κόσμο που τον ψηφίζει και λέει τη γνώμη του. Δεν πάει να διαβάσει το μήνυμα που του δίνει εκπροσωπώντας κάποιον σε μια εκδήλωση, αυτός πραγματικά πρέπει να είναι ο ρόλος του βουλευτή. Ο ρόλος αυτός του βουλευτή όμως, για να έχει μεγαλύτερο περιθώριο και να κάνει αυτά που πρέπει, και η σχέση του βουλευτή με τον πολίτη πρέπει να είναι μια σχέση η οποία πρέπει να οικοδομείται περισσότερο στις αρχές εμπιστοσύνης και όχι στις αρχές εξυπηρέτησης. Αυτό βαρύνει και τους βουλευτές και τους πολίτες».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η παρέμβαση Μαρινάκη: "Ο Σκέρτσος δεν είχε κανένα σκοπό να στοχοποιήσει την Κοινοβουλευτική Ομάδα - Είμαι υπέρ του σταυρού προτίμησης"
Για το θέμα είχε τοποθετηθεί λίγη ώρα αργότερα, τη Δευτέρα, στα Παραπολιτικά 90,1 και την εκπομπή «Εκείνη κι εγώ», με τους Θανάση Φουσκίδη και τη Στέλλα Γκαντώνα, και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης. Ο κ. Μαρινάκης είπε χαρακτηριστικά ότι «απεχθάνομαι το "τσουβάλιασμα", όπως και το να κρύβουμε τα λόγια μας. Υπάρχουν καλοί και κακοί παντού». «Εγώ είμαι υπέρ του σταυρού προτίμησης». «Ο κ. Σκέρτσος εργάζεται σκληρά, είναι αξιοπρεπής. Στην ανάρτησή του δεν στοχοποίησε, δεν "τσουβάλιασε" τους βουλευτές», είπε και συμπλήρωσε ότι «το να χωριζόμαστε σε κατηγορίες δεν προσφέρει κάτι».«Ο κ. Σκέρτσος στην ανάρτησή του δεν στοχοποίησε, δεν επιτέθηκε ή τέλος πάντων δεν είχε τέτοιο στόχο, αν εξελήφθη ως κάτι τέτοιο ήταν κάτι το οποίο δεν έπρεπε να εκληφθεί, μπορεί να μην το προσδιόρισε όπως κάποιοι θα ήθελαν, αλλά δεν τσουβάλιασε τους βουλευτές, δεν είπε ότι το πελατειακό κράτος εδράζεται ως λογική στη λογική των βουλευτών ή ότι φταίνε οι βουλευτές για το πελατειακό κράτος. Η λογική του πελατειακού κράτους που είναι για μένα μια πτυχή του κρατισμού αντιμετωπίζεται μόνο με πολιτικές», είπε.
«Διαβάζοντας την ανάρτηση του κ. Σκέρτσου θεωρώ ότι δεν είχε κανένα σκοπό ο κ. Σκέρτσος να στοχοποιήσει την Κοινοβουλευτική Ομάδα, αντιθέτως μιλούσε για πολιτικές σε όλες τις πτυχές της δημόσιας διοίκησης, πολλές εκ των οποίων έχει συντονίσει κι έχουν εφαρμοστεί, που πρέπει να συνεχίσουν να προωθούνται», κατέληξε χαρακτηριστικά.
Η ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου που έχει προκαλέσει έντονες διαφωνίες στο εσωτερικό της ΚΟ της Νέας Δημοκρατίας
Το πλήρες κείμενο της ανάρτησης του κ. Σκέρτσου σχετικά με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει ως εξής:«Κοινωνία πολιτών ή κοινωνία πελατών; Χωρίς δεύτερη σκέψη με την κοινωνία των πολιτών. Πιστεύω βαθιά ότι αποστολή της πολιτικής όπως και κάθε κυβέρνησης είναι το ξερίζωμα κάθε αναχρονισμού, αδικίας και υστέρησης -από το κράτος και τη δημόσια διοίκηση έως την οικονομία, τη δικαιοσύνη και το πολιτικό σύστημα- που κάνει δύσκολη και άνιση την καθημερινότητα των πολιτών. Διότι, ναι, το ελληνικό κράτος μπορεί να γίνει πολύ σκληρό, ανάλγητο και άδικο με τους πολίτες του. Ξέρουμε όλοι πολύ καλά και βιωματικά τι σημαίνει η ίδια νομοθεσία να ερμηνεύεται διαφορετικά από υπηρεσία σε υπηρεσία ή από τη μία περιοχή της χώρας σε μια άλλη. Η “α λα καρτ” εφαρμογή των ίδιων νόμων μπορεί κυριολεκτικά να σε τρελάνει. Γνωρίζουμε τι σημαίνει να χάνεις μια προαγωγή ή τη σειρά σου σε μια υπηρεσία διότι δεν είσαι «οργανωμένος» στο κόμμα ή δεν έχεις «μπάρμπα στην Κορώνη». Έχουμε όλοι ζήσει να γινόμαστε «μπαλάκι» μεταξύ διαφορετικών δημόσιων οργανισμών χωρίς να φταίμε, πολύ απλά και μόνο διότι δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.
Το κράτος «λάφυρο» της πολυνομίας και κακονομίας, της αναξιοκρατίας και της αδιαφάνειας, το κράτος που δεν λογοδοτεί και δεν διαλειτουργεί σε βασικές του υπηρεσίες προς τους πολίτες, το κράτος που δεν στηρίζεται σε οριζόντιες αρχές και κριτήρια αποτελεσματικότητας, στοχοθεσίας αλλά και αυστηρών κυρώσεων σε όσους δεν εφαρμόζουν τους νόμους -είτε είναι στελέχη της διοίκησης και πολιτικοί είτε είναι πολίτες- έρχεται από πολύ μακριά κι από πολύ παλιά. Δεν μπορούν όμως όλα αυτά να είναι κομμάτι του παρόντος και του μέλλοντός μας. Είναι κακοδαιμονίες του παρελθόντος τις οποίες κανείς πολίτης δεν πρέπει να ανέχεται.
Πολύ απλά διότι κρατούσαν και κρατούν την πατρίδα μας μακριά από το ευρωπαϊκό κεκτημένο της ισονομίας και ισοπολιτείας που ως Έλληνες και Ευρωπαίοι πολίτες μπορούμε πλέον να ζήσουμε σε οποιοδήποτε άλλο κράτος του ευρωπαϊκού ενιαίου χώρου. Γιατί όχι και στη Ελλάδα λοιπόν; Πιστεύω ότι η βασική μας υστέρηση ως χώρα είναι ότι διαχρονικά γαλουχηθήκαμε ως «πελάτες» του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Και όχι ως πολίτες με δικαιώματα αλλά και με υποχρεώσεις. Έχει βαθιές ρίζες αυτή η κουλτούρα. Γι’ αυτό και είναι υποκριτική και φαιδρή «η αντιπολίτευση των πρωτόπλαστων και των αναμάρτητων» που ανακαλύπτει σήμερα με δήθεν ιερή οργή το πρόβλημα. Οι συναλλακτικές πελατειακές σχέσεις, το «δούναι» και «λαβείν» μεταξύ ψηφοφόρων και πολιτικού προσωπικού ήταν από συστάσεως ελληνικού κράτους ο βασικός πυρήνας του εθνικού μας προβλήματος. Όταν ξέρεις ή βλέπεις τον διπλανό σου να έχει μια καλύτερη τύχη από εσένα επειδή απλά έχει πολιτικό μέσο και όχι επειδή είναι ικανότερος ή πιο εργατικός, τότε επιμολύνεται το σύνολο της κοινωνίας από την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους κανόνες και στους θεσμούς του κράτους και της δημοκρατίας.
Τότε ο αθέμιτος ανταγωνισμός της άνισης και διακριτικής μεταχείρισης ενός εκάστου, γίνεται η κυρίαρχη πολιτική, ατομική και κοινωνική συμπεριφορά…Έως και η ορθολογική συμπεριφορά, αν θες να επιβιώσεις σε ένα άναρχο περιβάλλον. Γι’ αυτό και το ζήτημα που έχει ανακύψει με τον ΟΠΕΚΕΠΕ είναι σοβαρό και δεν επιδέχεται καμία υποτίμηση. Υπάρχουν συγκεκριμένες υποθέσεις που ελέγχονται και πρέπει να διερευνηθούν πλήρως, με ταχύτητα και χωρίς καμία σκιά. Ταυτόχρονα, έχουμε ευθύνη να δούμε όχι μόνο τα επιμέρους περιστατικά, αλλά και το υπόβαθρο που τα γεννά. Γιατί αν μείνουμε μόνο στα πρόσωπα και όχι στους μηχανισμούς, το πρόβλημα θα επανέρχεται. Η προσπάθεια να απαλλαγούμε από τη γάγγραινα του πελατειακού κράτους οφείλει να είναι συνεχής. Κανείς από το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ανυποψίαστος ή άμωμος. Πόσο μάλλον όταν προέρχεται από πολιτικούς χώρους που κυριολεκτικά «δίδαξαν» επί δεκαετίες τις πελατειακές σχέσεις.
Όλοι, όμως, κρινόμαστε τελικά από την ειλικρίνεια με την οποία προσεγγίζουμε τις αναγκαίες λύσεις που διορθώνουν το πρόβλημα ή αν απλά επιμένουμε μονότονα σε έναν στείρο καταγγελτικό λόγο. Από το πώς γινόμαστε δηλαδή από μέρος του προβλήματος, μέρος της λύσης. Το έχω ξαναπεί ότι τιμώ και σέβομαι το έργο και τον ρόλο των βουλευτών μας. Πρόκειται για μια εξαιρετικά απαιτητική και δύσκολη δουλειά. Που θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως λειτούργημα από όλους μας. Είτε είμαστε πολίτες είτε πολιτικοί. Γνωρίζω επίσης πολλούς από τους πολιτικούς που εμπλέκονται στην τελευταία δικογραφία του ΟΠΕΚΕΠΕ. Στο πρόσωπό τους έχω δει ανθρώπους που νοιάζονται για τον τόπο τους και θέλουν γνήσια να βοηθήσουν τους συμπολίτες τους. Ανθρώπους που γνωρίζουν αυτό που όλοι ξέρουμε, ότι μπορεί πολλές φορές το ελληνικό κράτος να σφάλλει και να ταλαιπωρεί αναίτια. Φυσικά υπάρχει μια κόκκινη γραμμή που διαχωρίζει τις προθέσεις από τις πράξεις. Και ταυτόχρονα μια γραμμή άμυνας απέναντι στα φαινόμενα που μας απασχολούν.
Η κόκκινη γραμμή είναι ότι καμία ανοχή δεν μπορεί να επιδεικνύεται σε όποιον καταχράται δημόσιο χρήμα, εκμεταλλεύεται την εξουσία που έχει για ίδιον όφελος ή παρανομεί εν γνώσει του και εκ δόλου. Ενώ η γραμμή άμυνας είναι η αποπολιτικοποίηση και η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης μαζί με τη μηδενική ανοχή στη διαφθορά. Αυτά είναι τα βασικά εργαλεία μας για να περιορίσουμε όσο μπορούμε τις γκρίζες ζώνες που ο ανθρώπινος παράγοντας μπορεί να αυθαιρετήσει ή να δράσει μεροληπτικά υπέρ συγκεκριμένων πολιτών και ομάδων. Έλα όμως που αυτές ακριβώς τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης η αντιπολίτευση που σήμερα πνέει μένεα κατά του ρουσφετιού, τις καταψήφισε στη βουλή. Όπως, για παράδειγμα, την τοποθέτηση διοικήσεων στους κρατικούς φορείς μέσω ΑΣΕΠ. Ή την πιο πρόσφατη της κατάργησης και υπαγωγής του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ ώστε να εξακριβώνεται με ψηφιακά μέσα και διασταυρώσεις η θέση και το μέγεθος των καλλιεργειών ή ο αριθμός των κοπαδιών. Δεν είναι υποκριτικό;
Γι’ αυτό και ο αγώνας για ένα κράτος με περισσότερη διαφάνεια, ψηφιοποίηση και ταχύτητα στην εξυπηρέτηση των πολιτών είναι διαρκής και απαιτεί πρωτίστως ειλικρίνεια, αυτογνωσία αλλά και μνήμη. Για το που ήμασταν πριν κάποια χρόνια, που βρισκόμαστε σήμερα και που έχουμε χρέος να πάμε. Και δίνεται από τον Πρωθυπουργό πρωτίστως, και από τα μέλη της κυβέρνησης του, χωρίς δεύτερη σκέψη από το 2019 έως σήμερα. Η μικρή και μεγαλύτερη διαφθορά δεν αντιμετωπίζονται με ένα μόνο μέτρο, «ένα νόμο κι ένα άρθρο», ή μόνο με ρητορικές κορώνες. Χρειαζόμαστε ταχύτερη δικαιοσύνη, και αυτό ήδη γίνεται χάρη στο νέο δικαστικό χάρτη που έχει μειώσει στο μισό το χρόνο απονομής της. Αυστηρούς και δίκαιους πειθαρχικούς κανόνες και κυρώσεις στους επίορκους κρατικούς λειτουργούς, που έχουν ψηφιστεί και εφαρμόζονται. Νέες ποινικές διατάξεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς που εναρμονίζονται με τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές και ήδη έχουν ψηφιστεί και καταγράφονται ως πρόοδος στις διεθνείς εκθέσεις. Ευρύτατη ψηφιοποίηση όλων των διαδικασιών από την παροχή επιδομάτων ή συντάξεων έως τη βεβαίωση κλήσεων ΚΟΚ που αφαιρούν τον ανθρώπινο παράγοντα και κάνουν πιο αντικειμενική, γρήγορη και δίκαιη την επαφή μας με το κράτος.
Και βεβαίως έναν νέο καταστατικό πολιτικό χάρτη, ένα νέο Σύνταγμα όπως έχει ήδη εξαγγελθεί, που οδεύοντας προς την επέτειο των 200 χρόνων από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, θα κλείσει οριστικά κάθε εκκρεμότητά μας με το παρελθόν. Πρέπει να ξαναχτίσουμε το κοινό μας «σπίτι» από την αρχή, σε πιο γερά θεμέλια και με νέους κανόνες. Διότι οι καλοί, απλοί και σταθεροί νόμοι υπέρ της διαφάνειας γίνονται τελικά και η συνείδηση της κοινωνίας. Κάθε κοινωνίας. Πιστεύω βαθιά ότι μεταξύ μιας κυβέρνησης που κάνει λάθη -αλλά μπορεί να τα αναγνωρίζει και να τα διορθώνει- και μιας λάθος κυβέρνησης -σαν αυτές που έχουμε δει στο παρελθόν-, είναι προτιμότερη η πρώτη. Πιστεύω επίσης ότι το πολιτικό «πείραμα» του Κυριάκου Μητσοτάκη να ανοίξει τις πόρτες της διακυβέρνησης και σε μη αιρετούς τεχνοκράτες που θέλουν να προσφέρουν στην πατρίδα μας, πάντα σε αγαστή συνεργασία με τους αιρετούς μας εκπροσώπους στη βουλή και την κυβέρνηση, έχει συμβάλει στην μετρήσιμη και συγκρίσιμη πρόοδο της πατρίδας μας τα τελευταία χρόνια.
Η Ελλάδα όσο δύσκολα φτιάχνει, τόσο εύκολα χαλάει. Γι’ αυτό και σε αυτή την κρίσιμη στιγμή που ο κόσμος γύρω μας είναι τόσο ρευστός και αβέβαιος -με την Ελλάδα στη μέση του να μοιάζει πράγματι με όαση σταθερότητας- έχουμε ιερό χρέος πρωτίστως προς τα παιδιά μας να μην υπονομεύσουμε όσα με κόπο έχουμε κερδίσει τα τελευταία χρόνια. Και ταυτόχρονα να συνεχίσουμε, χωρίς δεύτερη σκέψη, την πορεία μας για μια πατρίδα με περισσότερη αξιοκρατία, ισότητα, δικαιοσύνη και ευκαιρίες για τον κάθε πολίτη αυτής της χώρας, από όπου κι αν προέρχεται, από όπου κι αν κατάγεται. Μια Ελλάδα με όλους, για όλους που στηρίζεται σε μια κοινωνία πολιτών και όχι πελατών».
En