Το ζήτημα της επιτάχυνσης της ανάπτυξης διαλειτουργικών σιδηροδρομικών τεχνολογιών τέθηκε στο Άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Μεταφορών της ΕE, με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Κυρανάκη. Κατά τη συζήτηση, υπήρξε κοινή παραδοχή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη ότι η σημερινή λειτουργία των διαδικασιών έγκρισης, δοκιμών, πιστοποίησης και αδειοδότησης παραμένει ιδιαίτερα γραφειοκρατική, σύνθετη και χρονοβόρα. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα και με τα επίσημα στοιχεία της ΕΕ, μόλις το 17% του σιδηροδρομικού δικτύου της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει σήμερα ενεργό και λειτουργικό ETCS. Στην παρέμβασή του, ο κ. Κυρανάκης υπογράμμισε ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα απλούστερο, ταχύτερο και πιο προβλέψιμο πλαίσιο για την εγκατάσταση, δοκιμή, πιστοποίηση και αδειοδότηση των συστημάτων αυτών, χωρίς καμία έκπτωση στην ασφάλεια.

Διαβάστε: Συνάντηση Δήμα και Κυρανάκη με τον Ισπανό υπουργό Μεταφορών και Βιώσιμης Κινητικότητας, Οσκαρ Πουέντε - Η συμφωνία για συνεργασία 4 σημείων

Κοινό σύστημα ασφάλειας στους ευρωπαϊκούς σιδηροδρόμους - Οι θέσεις της ελληνικής πλευράς

Η ελληνική πλευρά υποστήριξε τρεις βασικές κατευθύνσεις:

  • Την αποφυγή επανάληψης διαδικασιών για συστήματα που έχουν ήδη πιστοποιηθεί και αποδειχθεί ασφαλή σε άλλο κράτος μέλος,
  • Τη θέσπιση κοινών και σταθερών τεχνικών προδιαγραφών για ERTMS, υποσυστήματα και τροχαίο υλικό και
  • Την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων στις διαδικασίες εγκρίσεων και αδειοδοτήσεων, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τις εθνικές αρχές ασφάλειας.

Παράλληλα, ο κ. Κυρανάκης τόνισε ότι η απλοποίηση των διαδικασιών δεν λειτουργεί εις βάρος της ασφάλειας, αλλά υπέρ αυτής, καθώς επιτρέπει την ταχύτερη εγκατάσταση και επιχειρησιακή λειτουργία κρίσιμων ευρωπαϊκών συστημάτων ασφάλειας στο σιδηροδρομικό δίκτυο.

«Η θέση μας είναι σαφής: η Ευρώπη χρειάζεται ένα απλούστερο και ταχύτερο πλαίσιο αδειοδότησης, χωρίς καμία έκπτωση στην ασφάλεια. Όταν ένα σύστημα είναι ασφαλές και αποδεδειγμένα λειτουργικό σε ένα κράτος-μέλος της ΕΕ, δεν μπορεί να απαιτείται η ίδια βαριά, γραφειοκρατική διαδικασία από μηδενική βάση, για να τεθεί σε λειτουργία σε ένα άλλο τμήμα του Ευρωπαϊκού Σιδηροδρόμου. Η θέση αυτή έτυχε μεγάλης αποδοχής από το σύνολο σχεδόν των Υπουργών Μεταφορών της ΕΕ», σημείωσε.