Ως δηµόσιος λειτουργός και απόφοιτος της Εθνικής Σχολής ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης, είχα την ευκαιρία να δω από κοντά όχι µόνο τις παθογένειες της διοίκησης, αλλά και τη διαδικασία συγκρότησης του λεγόµενου «επιτελικού κράτους». Και ίσως γι' αυτό αξίζει να επανέλθουµε στην ουσία: όχι ως θεωρητική άσκηση, αλλά ως εµπειρία.

Για χρόνια, το ελληνικό κράτος λειτουργούσε χωρίς θεσµική µνήµη. Κάθε αλλαγή κυβέρνησης, πολλές φορές ακόµα και ένας ανασχηµατισµός, σήµαινε πρακτικά επανεκκίνηση. ∆εν υπήρχε ενιαία εικόνα για τις υποχρεώσεις της χώρας, ούτε µηχανισµός που να διασφαλίζει ότι οι κυβερνητικές προτεραιότητες µεταφράζονται σε µετρήσιµες δράσεις µε συνέχεια. Αυτό που σήµερα θεωρείται αυτονόητο, ότι το κέντρο διακυβέρνησης γνωρίζει, παρακολουθεί και συντονίζει, δεν ήταν δεδοµένο.

Εδώ ακριβώς ήρθε να απαντήσει ο Νόµος 4622/2019. Το επιτελικό κράτος δεν είναι ένα αφηρηµένο σχήµα. Είναι ένα σύνολο εργαλείων και διαδικασιών που εγγυώνται κάτι πολύ συγκεκριµένο: συνέχεια, συνεργασία και συνέπεια στη λειτουργία της κυβέρνησης και της κεντρικής δηµόσιας διοίκησης, µαζί µε ενισχυµένη διαφάνεια και λογοδοσία ως προς την υλοποίηση των κυβερνητικών προτεραιοτήτων.

Αυτό αποτυπώνεται σε πρακτικές που για πρώτη φορά απέκτησαν συστηµατικότητα: ετήσια σχέδια δράσης, τακτική παρακολούθηση της υλοποίησης, εκθέσεις προγραµµατισµού και απολογισµού και ουσιαστικός συντονισµός από το κέντρο διακυβέρνησης, όπως, εξάλλου, ορίζει και το Σύνταγµα. Πρόκειται για το ελάχιστο πλαίσιο µιας σοβαρής ευρωπαϊκής διακυβέρνησης.

Στην ίδια κατεύθυνση, η ενοποίηση των ελεγκτικών µηχανισµών του ∆ηµοσίου υπό την Εθνική Αρχή ∆ιαφάνειας αποτέλεσε µια σηµαντική τοµή: Για πρώτη φορά δηµιουργήθηκε ένα συνεκτικό σύστηµα ελέγχου που ενισχύει τη λογοδοσία και περιορίζει τον κατακερµατισµό. Παράλληλα, η αναβάθµιση της νοµοπαρασκευαστικής λειτουργίας, µε κανόνες καλής νοµοθέτησης, αξιολόγηση επιπτώσεων και κεντρικό συντονισµό, βελτίωσε ουσιαστικά την ποιότητα της νοµοθέτησης και υποστήριξε πιο αποτελεσµατικά την κοινοβουλευτική διαδικασία.

Η αξία αυτών των εργαλείων γίνεται ακόµα πιο εµφανής όταν µιλάµε για σύνθετες πολιτικές. Από τη στρατηγική για την αναπηρία µέχρι τα περιφερειακά σχέδια ανάπτυξης και τις πολιτικές ισότητας, η δυνατότητα σχεδιασµού και υλοποίησης διυπουργικών παρεµβάσεων ήταν για χρόνια ζητούµενο. Το επιτελικό κράτος έθεσε για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις ώστε τέτοιες πολιτικές να αποκτούν συνέχεια, συντονισµό και παρακολούθηση.

Παράλληλα, εισήγαγε µια πιο υπεύθυνη αντίληψη για τη διακυβέρνηση. Ο ετήσιος προγραµµατισµός προσλήψεων, ο µεσοπρόθεσµος δηµοσιονοµικός σχεδιασµός, η δυνατότητα πρόβλεψης αναγκών και δέσµευσης πόρων δεν είναι τεχνικές λεπτοµέρειες. Είναι η µετάβαση από µια διοίκηση που αντιδρά εκ των υστέρων σε µια διοίκηση που σχεδιάζει για το αύριο.

Σε αυτή τη διαδροµή, η πιο ουσιαστική αλλαγή ήταν ότι το κράτος απέκτησε «ράγες». Ενα πλαίσιο πάνω στο οποίο µπορούν να κινούνται οι πολιτικές, ανεξαρτήτως προσώπων. Αυτό φάνηκε και στην πράξη, σε πεδία όπου απαιτήθηκε συντονισµός και µακροπρόθεσµος σχεδιασµός, από τη διαχείριση κρίσεων, όπως η πανδηµία, στην ψηφιακή µετάβαση του κράτους, µε αιχµή την πλατφόρµα gov.gr, η οποία δεν ήταν απλώς µια τεχνολογική εξέλιξη, αλλά η εφαρµογή µιας βαθύτερης διοικητικής λογικής: απλοποίηση, ταχύτητα, διαφάνεια, µέχρι και συγκρότηση ολοκληρωµένων χρηµατοδοτικών πλαισίων, όπως αυτό που διαµορφώθηκε για την ενίσχυση της οπτικοακουστικής βιοµηχανίας τα επόµενα χρόνια.

Βεβαίως, κάθε µεταρρύθµιση υπόκειται σε κριτική. Η επιτυχία της κρίνεται στην εφαρµογή της. Και εκεί, όπως πάντα, υπάρχει χώρος για βελτίωση: προσαρµοστικότητα της διοίκησης, ενίσχυση της αξιολόγησης, εµβάθυνση της θεσµικής κουλτούρας.

Στο τέλος, το πραγµατικό ερώτηµα είναι απλό: Μπορεί ένα σύγχρονο κράτος να λειτουργήσει χωρίς σαφείς κανόνες οργάνωσης, χωρίς συντονισµό και χωρίς θεσµική µνήµη; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε το επιτελικό κράτος δεν είναι µια επιλογή µεταξύ άλλων. Είναι προϋπόθεση. Και αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε πράγµατι να το εφεύρουµε.



Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».