Γιατί αργεί η ευρωπαϊκή εισαγγελία: Οι χρονοβόρες διαδικασίες συλλογής στοιχείων, η διασυνοριακή διάσταση των υποθέσεων, τα πολύπλοκα νομικά πλαίσια και η περιορισμένη συνεργασία
175 υποθέσεις και ζημιές 2,68 δισ. ευρώ στην Ελλάδα
Η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το 2025 αποκαλύπτει 175 ενεργές υποθέσεις στη χώρα μας με εκτιμώμενη ζημία 2,68 δισ. ευρώ από απάτες σε ευρωπαϊκά κονδύλια
Έκρηξη υποθέσεων οικονομικού εγκλήματος
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι το οικονομικό έγκλημα παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα και δύσκολα πεδία για τις διωκτικές και δικαστικές Αρχές. Οι υποθέσεις που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην Ελλάδα καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από απάτες σε αγροτικές επιδοτήσεις και έργα υποδομών έως οργανωμένα εγκληματικά κυκλώματα στον ΦΠΑ και στα τελωνεία. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για δίκτυα με διεθνή δράση, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τη δυσκολία εντοπισμού και δίωξης. Παρά το μεγάλο οικονομικό αποτύπωμα, τα αποτελέσματα σε επίπεδο δικαστικών αποφάσεων παραμένουν περιορισμένα. Μέχρι σήμερα, βάσει των στοιχείων που περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση, έχουν εκδοθεί μόλις δύο καταδίκες, που αφορούν συνολικά δέκα πρόσωπα. Νομικοί κύκλοι εξηγούν στα «Π» ότι ενδεχομένως το γεγονός εξηγείται από το ότι οι περισσότερες έρευνες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, είτε στο στάδιο της έρευνας είτε στη φάση της εκδίκασης.
Απάτες σε ευρωπαϊκά κονδύλια κυριαρχούν στις υποθέσεις
Σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι οι διαδικασίες σε τέτοιου τύπου εγκλήματα είναι χρονοβόρες, καθώς απαιτούν συλλογή μεγάλου όγκου στοιχείων, οικονομικές αναλύσεις, διεθνή συνεργασία και συχνά τη διαχείριση πολλών κατηγορουμένων. Την ίδια στιγμή, σε αρκετές περιπτώσεις, οι φάκελοι περιλαμβάνουν διασυνδέσεις μεταξύ διαφορετικών χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κάτι που επιμηκύνει ακόμα περισσότερο τον χρόνο ολοκλήρωσης. Η πλειονότητα των υποθέσεων που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όπως προκύπτει από την ετήσια έκθεση, αφορά απάτη στις δαπάνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πρόκειται για περιπτώσεις κακής χρήσης ή καταστρατήγησης ευρωπαϊκών προγραμμάτων, που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αγροτική ανάπτυξη, την περιφερειακή πολιτική και τα κονδύλια ανάκαμψης. Ακολουθούν οι υποθέσεις απάτης στον ΦΠΑ και στα τελωνεία, όπου συχνά εντοπίζονται οργανωμένα κυκλώματα με σημαντική οικονομική δραστηριότητα. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και η διασυνοριακή διάσταση των υποθέσεων. Δεκάδες έρευνες αφορούν δραστηριότητες που εκτείνονται πέρα από τα ελληνικά σύνορα, επιβεβαιώνοντας ότι το οικονομικό έγκλημα λειτουργεί πλέον σε ευρωπαϊκή και, συχνά, παγκόσμια κλίμα κα. Αυτό καθιστά καθοριστικό τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία συντονίζει τις έρευνες μεταξύ των κρατών-μελών.
Σε κάθε περίπτωση, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, έχει τονίσει ότι η διαφθορά δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα της Ελλάδας. «Η διαφθορά υπάρχει παντού, σε όλες τις χώρες», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη του φαινομένου, αλλά το κατά πόσο οι Αρχές το εντοπίζουν και το αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά. Η ίδια έχει υπογραμμίσει ότι η ενίσχυση των ελέγχων οδηγεί συχνά σε αύξηση των υποθέσεων, όχι απαραίτητα επειδή αυξάνεται η δια φθορά, αλλά επειδή αποκαλύπτεται σε μεγαλύτερο βαθμό. Παράλληλα, η κυρία Κοβέσι έχει αναφερθεί και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εισαγγελικές Αρχές, όπως θεσμικά εμπόδια, πολύπλοκα νομικά πλαίσια και περιορισμοί που μπορεί να καθυστερούν ή να δυσχεραίνουν τη διερεύνηση υποθέσεων. Οι παρατηρήσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην ελληνική περίπτωση, όπου η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης αποτελεί διαχρονικό ζήτημα. Επιπλέον, περιορισμένη παραμένει και η ανάκτηση των παράνομων κερδών. Αν και έχουν εκδοθεί αποφάσεις για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, τα ποσά που έχουν «παγώσει» είναι μικρά σε σχέση με τη συνολική εκτιμώμενη ζημία των δισεκατομμυρίων.
Αυξητική τάση σε σχέση με το 2024
Συγκριτικά με το 2024, φαίνεται ότι το φαινόμενο παρουσιάζει αυξητική τάση. Την προηγούμενη χρονιά καταγράφονταν περίπου 84 ενεργές έρευνες, με εκτιμώμενη ζημία 1,71 δισ. ευρώ, ενώ είχαν ξεκινήσει 46 νέες έρευνες. Οι κατηγορίες που είχαν απαγγελθεί ήταν περιορισμένες και δεν υπήρχαν ουσιαστικές καταδίκες. Η αύξηση των υποθέσεων το 2025 αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση των ελέγχων και στη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών και των εθνικών Αρχών. Με άλλα λόγια, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυξήθηκε η απάτη, αλλά ότι εντοπίζεται πιο συστηματικά. Οπως και να έχει, πάντως, το χάσμα μεταξύ των δισεκατομμυρίων της απάτης και των ελάχιστων καταδικών παραμένει μεγάλο. Αν και εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την πολυπλοκότητα των υποθέσεων, αποτελεί ταυτόχρονα μια πρόκληση για την αποτελεσματικότητα του συστήματος. Η πραγματική εικόνα θα διαμορφωθεί τα επόμενα χρόνια, όταν οι σημερινές υποθέσεις ολοκληρωθούν και οδηγηθούν σε τελικές αποφάσεις από τις δικαστικές Αρχές, που σε κάθε περίπτωση είναι αυτές που έχουν τον τελικό λόγο. Τότε θα φανεί αν οι έρευνες αυτές μπορούν να μετατραπούν σε ουσιαστικές καταδίκες και, κυρίως, σε ανάκτηση των χαμένων πόρων.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά
En