Κατσανιώτης στο συνέδριο της ΝΔ: Η ΝΔ πρέπει σήμερα να θέσει ένα νέο ιστορικό πρόταγμα: από την εθνική συμφιλίωση στην εθνική επιβίωση
Τι δήλωσε ο βουλευτής Αχαΐας
"Η Νέα Δημοκρατία γεννήθηκε για να απαντήσει σε μια μεγάλη ανάγκη της εποχής της" υπογράμμισε ο Ανδρέας Κατσανιώτης
Με αναφορά στον ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, ξεκίνησε την ομιλία του στο 16ο συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος ο βουλευτής Αχαΐας Ανδρέας Κατσανιώτης, τονίζοντας ότι «η Νέα Δημοκρατία γεννήθηκε για να απαντήσει σε μια μεγάλη ανάγκη της εποχής της. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν ίδρυσε απλώς ένα κόμμα. Ίδρυσε μια παράταξη που έβαλε τέλος στον διχασμό, αποκατέστησε τη Δημοκρατία, έβαλε τη χώρα στην Ευρώπη και έδωσε στην Ελλάδα θεσμική σταθερότητα».
Σύμφωνα με τον «γαλάζιο» βουλευτή «η μεγάλη αποστολή εκείνης της εποχής ήταν η εθνική συμφιλίωση. Πενήντα χρόνια μετά, όμως, η εποχή έχει αλλάξει. Και μαζί της έχει αλλάξει και η αποστολή μας. Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα βαθύτερο ερώτημα: Πώς θα επιβιώσει ο Ελληνισμός στον 21ο αιώνα; Όχι μόνο ως κράτος. Αλλά ως κοινωνία. Ως παραγωγική δύναμη. Ως οικογένεια. Ως περιφέρεια. Ως έθνος με συνέχεια. Γιατί ένα έθνος δεν κινδυνεύει μόνο όταν αμφισβητούνται τα σύνορά του.Κινδυνεύει και όταν αδειάζουν τα χωριά του. Όταν η περιφέρειά του χάνει νέους ανθρώπους Όταν η μεσαία τάξη χάνει την ιδιοκτησία της. Όταν η οικογένεια γίνεται οικονομικά δυσβάστακτη».
«Όταν ο νέος δουλεύει, αλλά δεν μπορεί να αποκτήσει σπίτι. Όταν ο αγρότης παράγει, αλλά δεν μπορεί να σταθεί. Όταν ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας έχει θέληση, αλλά δεν έχει χρηματοδότηση. Όταν η παραγωγή πνίγεται από το κόστος ενέργειας. Αυτά δεν είναι απλώς κοινωνικά προβλήματα. Είναι ζητήματα εθνικής επιβίωσης» επεσήμανε ακόμη.
«Γι’ αυτό πιστεύω ότι η Νέα Δημοκρατία πρέπει σήμερα να θέσει ένα νέο ιστορικό πρόταγμα: Από την εθνική συμφιλίωση στην εθνική επιβίωση. Και η εθνική επιβίωση δεν είναι σύνθημα φόβου. Είναι σχέδιο ευθύνης. Σημαίνει να ξαναχτίσουμε τη χώρα πάνω σε στέρεες βάσεις: παραγωγή, ιδιοκτησία, οικογένεια, περιφέρεια, μεσαία τάξη, εθνική αυτοπεποίθηση. Σημαίνει να περάσουμε από τη λογική της διαχείρισης στη λογική της δημιουργίας. Από τη λογική της ευρωπαικης επιδότησης στη λογική της εθνικής υπεραξίας» υποστήριξε ο κ. Κατσανιώτης.
«Τα τελευταία χρόνια η χώρα διαχειρίστηκε μεγάλα ευρωπαϊκά κονδύλια. Και αυτό είναι σημαντικό. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα απορροφήσαμε. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι απέδωσαν αυτά τα χρήματα στην ελληνική κοινωνία. Έγιναν παραγωγή; Έγιναν νέες δουλειές; Έγιναν εξαγωγές; Έγιναν μεταποίηση; Έγιναν ισχυρές μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Έγιναν κατοικίες για νέες οικογένειες; Έγιναν ζωή στην περιφέρεια; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε δεν αρκεί να πανηγυρίζουμε για την απορρόφηση. Γιατί η απορρόφηση είναι λογιστικός δείκτης. Η απόδοση είναι εθνικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό το δεύτερο μεγάλο ζητούμενο είναι καθαρό: Από την απορρόφηση στην εθνική υπεραξία. Πρώτα να αποφασίζουμε το νέο εθνικό παραγωγικό μοντέλο και μετά να αναζητούμε τα εργαλεία. Όχι το αντίστροφο. Δεν μπορεί η εθνική μας στρατηγική να γράφεται με βάση τις προσκλήσεις των προγραμμάτων η με βάση τα report των εταιριών συμβούλων» συμπλήρωσε.
«Πρέπει να απαντήσουμε με ειλικρινια και εθνική ευθύνη τι θέλω να παράγω; θέλω να έχω βιομηχανία; θέλω να έχω μεταποίηση; πώς θα στηρίξω τον πρωτογενή τομέα; πώς θα κρατήσω τους νέους στην περιφέρεια; πώς θα μετατρέψω τη γνώση σε ελληνική υπεραξία; πώς θα κάνω την ανάπτυξη ιδιοκτησία, εισόδημα και ασφάλεια για τον πολίτη; Και αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια χώρα που απλώς απορροφά πόρους και σε μια χώρα που τους μετατρέπει σε εθνική υπεραξία. Και για να πετύχουμε αυτή τη μετάβαση, πρέπει να πούμε δύο αλήθειες. Η πρώτη αφορά την ενέργεια. Η Ελλάδα έχει κάνει μεγάλη προσπάθεια στην καθαρή ενέργεια. Έχει προχωρήσει στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Έχει επενδύσει στην πράσινη μετάβαση. Όμως αυτό δεν αρκεί» τόνισε ακόμη ο Ανδρέας Κατσανιώτης.
«Γιατί η καθαρή ενέργεια πρέπει να γίνει και φθηνή ενέργεια. Πρέπει να γίνει προσβάσιμη ενέργεια. Πρέπει να φτάνει στον παραγωγό, στον αγρότη, στον βιοτέχνη, στη μεταποίηση, στο νοικοκυριό. Δεν μπορεί να μιλάμε για πράσινη μετάβαση και η παραγωγή να πληρώνει λογαριασμούς που ακυρώνουν την ανταγωνιστικότητά της. Δεν μπορεί να παράγεται φθηνότερη ενέργεια και το όφελος να μη φτάνει στην πραγματική οικονομία. Δεν μπορεί η ενέργεια να είναι επενδυτική ευκαιρία για λίγους και κόστος επιβίωσης για πολλούς» υπογράμμισε.
«Το τρίτο μεγάλο ζητούμενο είναι σαφές: Από την καθαρή ενέργεια στη φθηνή και προσβάσιμη ενέργεια. Αυτό σημαίνει μακροχρόνιες συμβάσεις ενέργειας για παραγωγικές μονάδες. Σημαίνει ενεργειακές κοινότητες που λειτουργούν πραγματικά. Σημαίνει μηχανισμούς που μεταφέρουν το χαμηλότερο κόστος των ΑΠΕ στον τελικό καταναλωτή» επεσήμανε.
«Η πράσινη μετάβαση πρέπει να γίνει εθνικό πλεονέκτημα. Όχι νέα μορφή ανισότητας. Η δεύτερη αλήθεια αφορά τις τράπεζες. Η χώρα πλήρωσε πολύ ακριβά τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος. Οι πολίτες σήκωσαν βάρη. Η οικονομία πέρασε δύσκολες στιγμές. Οι τράπεζες σταθεροποιήθηκαν. Και σωστά έπρεπε να σταθεροποιηθούν, γιατί χωρίς τράπεζες δεν υπάρχει οικονομία» τόνισε στη συνέχεια.
«Αλλά τώρα πρέπει να γίνει το επόμενο βήμα. Δεν μπορεί να έχουμε τράπεζες που διασώθηκαν στο όνομα της οικονομίας και μετά να μη χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία. Δεν μπορεί ο μικρομεσαίος να μένει εκτός πίστωσης. Δεν μπορεί ο νέος επιχειρηματίας να έχει ιδέα αλλά όχι κεφάλαιο. Δεν μπορεί ο αγρότης να θέλει να επενδύσει και να μην έχει πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία. Δεν μπορεί η περιφέρεια να μιλά για ανάπτυξη χωρίς χρηματοδότηση» υπογράμμισε ο κ. Κατσανιώτης.
«Από τη διάσωση των τραπεζών στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Όχι με δανεισμό χωρίς κανόνες. Όχι με επιστροφή στις παθογένειες του παρελθόντος. Αλλά με καθαρό προσανατολισμό. Χρηματοδότηση σε αυτόν που παράγει. Σε αυτόν που επενδύει. Σε αυτόν που εξάγει. Σε αυτόν που δημιουργεί δουλειές. Σε αυτόν που κρατά ζωντανή την ελληνική περιφέρεια. Και εδώ πρέπει να αξιοποιηθούν όλα τα εργαλεία: οι εμπορικές τράπεζες, η Αναπτυξιακή Τράπεζα, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το Υπερταμείο, τα εγγυοδοτικά σχήματα, τα εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα. Όχι αποσπασματικά. Όχι ως γραφειοκρατικά κουτάκια. Αλλά ως ενιαίο χρηματοδοτικό οικοσύστημα για την εθνική παραγωγή» συμπλήρωσε.
Όπως επεσήμανε «η Ελλάδα χρειάζεται οικονομική πίστη. Αλλά όχι πίστη μόνο στους ήδη ισχυρούς. Χρειάζεται πίστη στον παραγωγό, στον μικρομεσαίο, στον νέο επιστήμονα, στον αγρότη, στον άνθρωπο της περιφέρειας. Γιατί η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι θεωρητική. Πρέπει να γίνεται εισόδημα. Πρέπει να γίνεται ιδιοκτησία. Πρέπει να γίνεται σπίτι. Πρέπει να γίνεται οικογένεια. Πρέπει να γίνεται κοινωνική ασφάλεια».
Κατά τον Ανδρέα Κατσανιώτη «εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ιδεολογική συζήτηση που πρέπει να ανοίξουμε ξανά. Η σοσιαλιστική σκέψη βλέπει συχνά την κοινωνία ως άθροισμα ομάδων που διεκδικούν από το κράτος. Κάθε ομάδα έχει το αίτημά της. Κάθε αίτημα ζητά την παροχή του. Κάθε κοινωνικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται ως ζήτημα διανομής».
«Αυτή η λογική μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση. Δεν αρκεί όμως για να χτίσει εθνική συνέχεια. Η δική μας πολιτική παράδοση βλέπει τον άνθρωπο αλλιώς. Όχι μόνο ως δικαιούχο. Όχι μόνο ως μέλος ομάδας πίεσης. Όχι μόνο ως καταναλωτή παροχών. Αλλά ως πρόσωπο μέσα σε κοινότητα. Ως εργαζόμενο που θέλει να προκόψει. Ως οικογενειάρχη που θέλει ασφάλεια. Ως ιδιοκτήτη που θέλει σταθερότητα. Ως παραγωγό που θέλει ελευθερία. Ως πολίτη που ανήκει σε μια πατρίδα και έχει ευθύνη για τη συνέχειά της. Αυτή είναι η διαφορά. Οι σοσιαλιστές οργανώνουν αιτήματα. Οι συντηρητικοί οφείλουν να οργανώνουν συνέχεια» ανέφερε ακόμη στην ομιλία του ο Ανδρέας Κατσανιώτης.
«Οι σοσιαλιστές μιλούν κυρίως για αναδιανομή. Εμείς πρέπει να μιλήσουμε για παραγωγή, ιδιοκτησία και κοινωνική άνοδο.
Οι σοσιαλιστές βλέπουν το κράτος ως κεντρικό διανομέα. Εμείς πρέπει να δούμε το κράτος ως εγγυητή κανόνων, ασφάλειας, ευκαιριών και εθνικής κατεύθυνσης. Και εδώ επιστρέφει η αξία της ανάλυσης του Παναγιώτη Κονδύλη. Ο Κονδύλης είχε δει ότι οι κοινωνίες δεν αλλάζουν μόνο οικονομικά. Αλλάζουν ανθρωπολογικά. Ο παλιός αστικός κόσμος, με την αποταμίευση, την ιδιοκτησία, την οικογένεια, την ευθύνη, την κοινωνική άνοδο μέσα από την εργασία, υποχώρησε μέσα στη μαζική δημοκρατία. Στη θέση του ήρθε μια κοινωνία κατανάλωσης, άμεσων απαιτήσεων, δικαιωμάτων χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις και διαρκούς προσδοκίας από το κράτος» υποστήριξε επίσης.
«Αν η Νέα Δημοκρατία απαντήσει σε αυτό μόνο με διαχείριση, θα μικρύνει. Αν απαντήσει μόνο με επιδόματα, θα αντιγράψει τους αντιπάλους της. Αν απαντήσει μόνο με επικοινωνία, θα χάσει την επαφή με τη βαθύτερη κοινωνική αλλαγή. Χρειαζόμαστε κάτι μεγαλύτερο. Χρειαζόμαστε ένα μεγάλο κέντρο σκέψης για το μέλλον αυτής της παράταξης. Έναν χώρο σοβαρής ιδεολογικής, πολιτικής και προγραμματικής επεξεργασίας. Όχι για να νοσταλγήσουμε το παρελθόν, αλλά για να μπολιάσουμε ξανά την παράταξή μας με ιδέες που απαντούν στον νέο κόσμο» συμπλήρωσε.
«Να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει λαϊκή κεντροδεξιά σήμερα. Τι σημαίνει συντηρητικός φιλελευθερισμός στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας. Τι σημαίνει πατριωτισμός στην οικονομία, στην ενέργεια, στην παραγωγή, στην οικογένεια, στη δημογραφία, στην περιφέρεια. Τι σημαίνει να είσαι ευρωπαϊκή δύναμη, αλλά με ελληνικό σχέδιο. Τι σημαίνει να στηρίζεις την αγορά, αλλά να απαιτείς να υπηρετεί την πραγματική οικονομία. Τι σημαίνει να κυβερνάς όχι μόνο για την επόμενη εκλογή, αλλά για την επόμενη γενιά.
Η Νέα Δημοκρατία έκλεισε κάποτε τον κύκλο του διχασμού. Σήμερα πρέπει να ανοίξει τον κύκλο της εθνικής επιβίωσης. Από την εθνική συμφιλίωση στην εθνική επιβίωση. Από την απορρόφηση στην εθνική απόδοση και ανάπτυξη. Από την καθαρή ενέργεια στη φθηνή και προσβάσιμη ενέργεια.
Από τη διάσωση των τραπεζών στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Αυτό είναι το νέο εθνικό πρόταγμα. Γιατί πατρίδα χωρίς παραγωγή δεν στέκεται
Ανάπτυξη χωρίς ιδιοκτησία δεν ριζώνει. Κοινωνία χωρίς οικογένεια δεν συνεχίζεται. Παράταξη χωρίς ιδέες δεν οδηγεί. Και σε έναν κόσμο που αλλάζει βαθιά, όπως είχε προβλέψει ο Κονδύλης, η δική μας ευθύνη δεν είναι να επαναλαμβάνουμε έτοιμες απαντήσεις. Είναι να ξαναδώσουμε στη Νέα Δημοκρατία το θάρρος να σκέφτεται, να σχεδιάζει και να οδηγεί. Για την Ελλάδα που θέλουμε να επιβιώσει. Για την Ελλάδα που θέλουμε να παράγει. Για την Ελλάδα που θέλουμε να συνεχίσει» κατέληξε ο Ανδρέας Κατσανιώτης.
Σύμφωνα με τον «γαλάζιο» βουλευτή «η μεγάλη αποστολή εκείνης της εποχής ήταν η εθνική συμφιλίωση. Πενήντα χρόνια μετά, όμως, η εποχή έχει αλλάξει. Και μαζί της έχει αλλάξει και η αποστολή μας. Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα βαθύτερο ερώτημα: Πώς θα επιβιώσει ο Ελληνισμός στον 21ο αιώνα; Όχι μόνο ως κράτος. Αλλά ως κοινωνία. Ως παραγωγική δύναμη. Ως οικογένεια. Ως περιφέρεια. Ως έθνος με συνέχεια. Γιατί ένα έθνος δεν κινδυνεύει μόνο όταν αμφισβητούνται τα σύνορά του.Κινδυνεύει και όταν αδειάζουν τα χωριά του. Όταν η περιφέρειά του χάνει νέους ανθρώπους Όταν η μεσαία τάξη χάνει την ιδιοκτησία της. Όταν η οικογένεια γίνεται οικονομικά δυσβάστακτη».
«Όταν ο νέος δουλεύει, αλλά δεν μπορεί να αποκτήσει σπίτι. Όταν ο αγρότης παράγει, αλλά δεν μπορεί να σταθεί. Όταν ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας έχει θέληση, αλλά δεν έχει χρηματοδότηση. Όταν η παραγωγή πνίγεται από το κόστος ενέργειας. Αυτά δεν είναι απλώς κοινωνικά προβλήματα. Είναι ζητήματα εθνικής επιβίωσης» επεσήμανε ακόμη.
«Γι’ αυτό πιστεύω ότι η Νέα Δημοκρατία πρέπει σήμερα να θέσει ένα νέο ιστορικό πρόταγμα: Από την εθνική συμφιλίωση στην εθνική επιβίωση. Και η εθνική επιβίωση δεν είναι σύνθημα φόβου. Είναι σχέδιο ευθύνης. Σημαίνει να ξαναχτίσουμε τη χώρα πάνω σε στέρεες βάσεις: παραγωγή, ιδιοκτησία, οικογένεια, περιφέρεια, μεσαία τάξη, εθνική αυτοπεποίθηση. Σημαίνει να περάσουμε από τη λογική της διαχείρισης στη λογική της δημιουργίας. Από τη λογική της ευρωπαικης επιδότησης στη λογική της εθνικής υπεραξίας» υποστήριξε ο κ. Κατσανιώτης.
«Τα τελευταία χρόνια η χώρα διαχειρίστηκε μεγάλα ευρωπαϊκά κονδύλια. Και αυτό είναι σημαντικό. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα απορροφήσαμε. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι απέδωσαν αυτά τα χρήματα στην ελληνική κοινωνία. Έγιναν παραγωγή; Έγιναν νέες δουλειές; Έγιναν εξαγωγές; Έγιναν μεταποίηση; Έγιναν ισχυρές μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Έγιναν κατοικίες για νέες οικογένειες; Έγιναν ζωή στην περιφέρεια; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε δεν αρκεί να πανηγυρίζουμε για την απορρόφηση. Γιατί η απορρόφηση είναι λογιστικός δείκτης. Η απόδοση είναι εθνικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό το δεύτερο μεγάλο ζητούμενο είναι καθαρό: Από την απορρόφηση στην εθνική υπεραξία. Πρώτα να αποφασίζουμε το νέο εθνικό παραγωγικό μοντέλο και μετά να αναζητούμε τα εργαλεία. Όχι το αντίστροφο. Δεν μπορεί η εθνική μας στρατηγική να γράφεται με βάση τις προσκλήσεις των προγραμμάτων η με βάση τα report των εταιριών συμβούλων» συμπλήρωσε.
«Πρέπει να απαντήσουμε με ειλικρινια και εθνική ευθύνη τι θέλω να παράγω; θέλω να έχω βιομηχανία; θέλω να έχω μεταποίηση; πώς θα στηρίξω τον πρωτογενή τομέα; πώς θα κρατήσω τους νέους στην περιφέρεια; πώς θα μετατρέψω τη γνώση σε ελληνική υπεραξία; πώς θα κάνω την ανάπτυξη ιδιοκτησία, εισόδημα και ασφάλεια για τον πολίτη; Και αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια χώρα που απλώς απορροφά πόρους και σε μια χώρα που τους μετατρέπει σε εθνική υπεραξία. Και για να πετύχουμε αυτή τη μετάβαση, πρέπει να πούμε δύο αλήθειες. Η πρώτη αφορά την ενέργεια. Η Ελλάδα έχει κάνει μεγάλη προσπάθεια στην καθαρή ενέργεια. Έχει προχωρήσει στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Έχει επενδύσει στην πράσινη μετάβαση. Όμως αυτό δεν αρκεί» τόνισε ακόμη ο Ανδρέας Κατσανιώτης.
«Γιατί η καθαρή ενέργεια πρέπει να γίνει και φθηνή ενέργεια. Πρέπει να γίνει προσβάσιμη ενέργεια. Πρέπει να φτάνει στον παραγωγό, στον αγρότη, στον βιοτέχνη, στη μεταποίηση, στο νοικοκυριό. Δεν μπορεί να μιλάμε για πράσινη μετάβαση και η παραγωγή να πληρώνει λογαριασμούς που ακυρώνουν την ανταγωνιστικότητά της. Δεν μπορεί να παράγεται φθηνότερη ενέργεια και το όφελος να μη φτάνει στην πραγματική οικονομία. Δεν μπορεί η ενέργεια να είναι επενδυτική ευκαιρία για λίγους και κόστος επιβίωσης για πολλούς» υπογράμμισε.
«Το τρίτο μεγάλο ζητούμενο είναι σαφές: Από την καθαρή ενέργεια στη φθηνή και προσβάσιμη ενέργεια. Αυτό σημαίνει μακροχρόνιες συμβάσεις ενέργειας για παραγωγικές μονάδες. Σημαίνει ενεργειακές κοινότητες που λειτουργούν πραγματικά. Σημαίνει μηχανισμούς που μεταφέρουν το χαμηλότερο κόστος των ΑΠΕ στον τελικό καταναλωτή» επεσήμανε.
«Η πράσινη μετάβαση πρέπει να γίνει εθνικό πλεονέκτημα. Όχι νέα μορφή ανισότητας. Η δεύτερη αλήθεια αφορά τις τράπεζες. Η χώρα πλήρωσε πολύ ακριβά τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος. Οι πολίτες σήκωσαν βάρη. Η οικονομία πέρασε δύσκολες στιγμές. Οι τράπεζες σταθεροποιήθηκαν. Και σωστά έπρεπε να σταθεροποιηθούν, γιατί χωρίς τράπεζες δεν υπάρχει οικονομία» τόνισε στη συνέχεια.
«Αλλά τώρα πρέπει να γίνει το επόμενο βήμα. Δεν μπορεί να έχουμε τράπεζες που διασώθηκαν στο όνομα της οικονομίας και μετά να μη χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία. Δεν μπορεί ο μικρομεσαίος να μένει εκτός πίστωσης. Δεν μπορεί ο νέος επιχειρηματίας να έχει ιδέα αλλά όχι κεφάλαιο. Δεν μπορεί ο αγρότης να θέλει να επενδύσει και να μην έχει πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία. Δεν μπορεί η περιφέρεια να μιλά για ανάπτυξη χωρίς χρηματοδότηση» υπογράμμισε ο κ. Κατσανιώτης.
«Από τη διάσωση των τραπεζών στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Όχι με δανεισμό χωρίς κανόνες. Όχι με επιστροφή στις παθογένειες του παρελθόντος. Αλλά με καθαρό προσανατολισμό. Χρηματοδότηση σε αυτόν που παράγει. Σε αυτόν που επενδύει. Σε αυτόν που εξάγει. Σε αυτόν που δημιουργεί δουλειές. Σε αυτόν που κρατά ζωντανή την ελληνική περιφέρεια. Και εδώ πρέπει να αξιοποιηθούν όλα τα εργαλεία: οι εμπορικές τράπεζες, η Αναπτυξιακή Τράπεζα, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το Υπερταμείο, τα εγγυοδοτικά σχήματα, τα εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα. Όχι αποσπασματικά. Όχι ως γραφειοκρατικά κουτάκια. Αλλά ως ενιαίο χρηματοδοτικό οικοσύστημα για την εθνική παραγωγή» συμπλήρωσε.
Όπως επεσήμανε «η Ελλάδα χρειάζεται οικονομική πίστη. Αλλά όχι πίστη μόνο στους ήδη ισχυρούς. Χρειάζεται πίστη στον παραγωγό, στον μικρομεσαίο, στον νέο επιστήμονα, στον αγρότη, στον άνθρωπο της περιφέρειας. Γιατί η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι θεωρητική. Πρέπει να γίνεται εισόδημα. Πρέπει να γίνεται ιδιοκτησία. Πρέπει να γίνεται σπίτι. Πρέπει να γίνεται οικογένεια. Πρέπει να γίνεται κοινωνική ασφάλεια».
Κατά τον Ανδρέα Κατσανιώτη «εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ιδεολογική συζήτηση που πρέπει να ανοίξουμε ξανά. Η σοσιαλιστική σκέψη βλέπει συχνά την κοινωνία ως άθροισμα ομάδων που διεκδικούν από το κράτος. Κάθε ομάδα έχει το αίτημά της. Κάθε αίτημα ζητά την παροχή του. Κάθε κοινωνικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται ως ζήτημα διανομής».
«Αυτή η λογική μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση. Δεν αρκεί όμως για να χτίσει εθνική συνέχεια. Η δική μας πολιτική παράδοση βλέπει τον άνθρωπο αλλιώς. Όχι μόνο ως δικαιούχο. Όχι μόνο ως μέλος ομάδας πίεσης. Όχι μόνο ως καταναλωτή παροχών. Αλλά ως πρόσωπο μέσα σε κοινότητα. Ως εργαζόμενο που θέλει να προκόψει. Ως οικογενειάρχη που θέλει ασφάλεια. Ως ιδιοκτήτη που θέλει σταθερότητα. Ως παραγωγό που θέλει ελευθερία. Ως πολίτη που ανήκει σε μια πατρίδα και έχει ευθύνη για τη συνέχειά της. Αυτή είναι η διαφορά. Οι σοσιαλιστές οργανώνουν αιτήματα. Οι συντηρητικοί οφείλουν να οργανώνουν συνέχεια» ανέφερε ακόμη στην ομιλία του ο Ανδρέας Κατσανιώτης.
«Οι σοσιαλιστές μιλούν κυρίως για αναδιανομή. Εμείς πρέπει να μιλήσουμε για παραγωγή, ιδιοκτησία και κοινωνική άνοδο.
Οι σοσιαλιστές βλέπουν το κράτος ως κεντρικό διανομέα. Εμείς πρέπει να δούμε το κράτος ως εγγυητή κανόνων, ασφάλειας, ευκαιριών και εθνικής κατεύθυνσης. Και εδώ επιστρέφει η αξία της ανάλυσης του Παναγιώτη Κονδύλη. Ο Κονδύλης είχε δει ότι οι κοινωνίες δεν αλλάζουν μόνο οικονομικά. Αλλάζουν ανθρωπολογικά. Ο παλιός αστικός κόσμος, με την αποταμίευση, την ιδιοκτησία, την οικογένεια, την ευθύνη, την κοινωνική άνοδο μέσα από την εργασία, υποχώρησε μέσα στη μαζική δημοκρατία. Στη θέση του ήρθε μια κοινωνία κατανάλωσης, άμεσων απαιτήσεων, δικαιωμάτων χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις και διαρκούς προσδοκίας από το κράτος» υποστήριξε επίσης.
«Αν η Νέα Δημοκρατία απαντήσει σε αυτό μόνο με διαχείριση, θα μικρύνει. Αν απαντήσει μόνο με επιδόματα, θα αντιγράψει τους αντιπάλους της. Αν απαντήσει μόνο με επικοινωνία, θα χάσει την επαφή με τη βαθύτερη κοινωνική αλλαγή. Χρειαζόμαστε κάτι μεγαλύτερο. Χρειαζόμαστε ένα μεγάλο κέντρο σκέψης για το μέλλον αυτής της παράταξης. Έναν χώρο σοβαρής ιδεολογικής, πολιτικής και προγραμματικής επεξεργασίας. Όχι για να νοσταλγήσουμε το παρελθόν, αλλά για να μπολιάσουμε ξανά την παράταξή μας με ιδέες που απαντούν στον νέο κόσμο» συμπλήρωσε.
«Να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει λαϊκή κεντροδεξιά σήμερα. Τι σημαίνει συντηρητικός φιλελευθερισμός στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας. Τι σημαίνει πατριωτισμός στην οικονομία, στην ενέργεια, στην παραγωγή, στην οικογένεια, στη δημογραφία, στην περιφέρεια. Τι σημαίνει να είσαι ευρωπαϊκή δύναμη, αλλά με ελληνικό σχέδιο. Τι σημαίνει να στηρίζεις την αγορά, αλλά να απαιτείς να υπηρετεί την πραγματική οικονομία. Τι σημαίνει να κυβερνάς όχι μόνο για την επόμενη εκλογή, αλλά για την επόμενη γενιά.
Η Νέα Δημοκρατία έκλεισε κάποτε τον κύκλο του διχασμού. Σήμερα πρέπει να ανοίξει τον κύκλο της εθνικής επιβίωσης. Από την εθνική συμφιλίωση στην εθνική επιβίωση. Από την απορρόφηση στην εθνική απόδοση και ανάπτυξη. Από την καθαρή ενέργεια στη φθηνή και προσβάσιμη ενέργεια.
Από τη διάσωση των τραπεζών στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Αυτό είναι το νέο εθνικό πρόταγμα. Γιατί πατρίδα χωρίς παραγωγή δεν στέκεται
Ανάπτυξη χωρίς ιδιοκτησία δεν ριζώνει. Κοινωνία χωρίς οικογένεια δεν συνεχίζεται. Παράταξη χωρίς ιδέες δεν οδηγεί. Και σε έναν κόσμο που αλλάζει βαθιά, όπως είχε προβλέψει ο Κονδύλης, η δική μας ευθύνη δεν είναι να επαναλαμβάνουμε έτοιμες απαντήσεις. Είναι να ξαναδώσουμε στη Νέα Δημοκρατία το θάρρος να σκέφτεται, να σχεδιάζει και να οδηγεί. Για την Ελλάδα που θέλουμε να επιβιώσει. Για την Ελλάδα που θέλουμε να παράγει. Για την Ελλάδα που θέλουμε να συνεχίσει» κατέληξε ο Ανδρέας Κατσανιώτης.
En