Πολλά σενάρια κυκλοφορούν το τελευταίο διάστημα για τον τρόπο με τον οποίο θα εκπροσωπηθούν πολιτικά στις επόμενες εκλογές όσα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ενταχθούν στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, ο Νίκος Κοτζιάς και το ΠΡΑΤΤΩ, αλλά και η Λούκα Κατσέλη.

Διαβάστε: Η "νέα πορεία" του Τσίπρα: Ποιοι βρίσκονται πίσω από το νέο πολιτικό project - Πώς οργανώνεται το νέο κόμμα με ομόκεντρους κύκλους

Το γεγονός ότι στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, με την έγκριση του Σωκράτη Φάμελλου, μετέχουν σε εκδηλώσεις για τη συμπόρευση της Αριστεράς, όπου μετέχει και ο Νίκος Κοτζιάς και η Λούκα Κατσέλη, έχει φέρει πολλές συζητήσεις. Κάποιοι, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι όσοι παραμείνουν στον ΣΥΡΙΖΑ προκρίνουν τον Νίκο Κοτζιά για να ηγηθεί του νέου εγχειρήματος, χωρίς, ωστόσο, ακόμα να έχει ξεκαθαρίσει εάν μιλάνε για μία συνεργασία κομμάτων ή για κάτι καινούργιο.

Επισημαίνουν, μάλιστα, ότι με το εγχείρημα αυτό φαίνεται να συντάσσεται και η Ρένα Δούρου, η οποία μέχρι πριν λίγες μέρες δεν είχε ανοίξει τα χαρτιά της, ενώ τώρα εμφανίστηκε να λέει ότι «ο Κοτζιάς έχει φτιάξει έναν οδικό χάρτη για τον ΣΥΡΙΖΑ» και ότι την πειράζει που κάποιοι βγάζουν τις έδρες τους σε δημοπρασία. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι είναι παράλογο να μιλάνε κάποιοι για αυτοδιάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, επισημαίνοντας ότι «στην ΚΕ θα συζητήσουμε για την προοδευτική σύμπραξη».

Τέλος, κάλεσε όλους όσους θέλουν να πάνε σε άλλο κόμμα να παραδώσουν τις έδρες τους.


Η ανάρτηση του Νίκου Κοτζιά για το κομματικό σύστημα, την ολιγαρχία και την Αριστερά

Εν τω μεταξύ, το Σάββατο ο Νίκος Κοτζιάς έκανε μία ανάρτηση στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, όπου μιλούσε για το κομματικό σύστημα, την ολιγαρχία και την Αριστερά.

Σε αυτή, μεταξύ άλλων, ανέφερε: «Μετά τη μεταπολίτευση στην Ελλάδα κυριαρχούσε ο δικομματισμός των ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Στη συνέχεια, λόγω της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και κοινοβουλευτισμού, τα μεγάλα κόμματα μίκρυναν. Στον νέο δικομματισμό, που δεν ήταν ο ένας του πόλος συστημικός, ο ΣΥΡΙΖΑ αντικατέστησε το ΠΑΣΟΚ. Η κυβέρνηση Τσίπρα, παρά την κατασυκοφάντησή της, καθώς και τις δυσκολίες που συνάντησε, διατήρησε τον ΣΥΡΙΖΑ στο 32%, με απώλεια μόλις 140.000 ψήφων.

Αντίθετα, ανάμεσα στο 2019-2023 ο ΣΥΡΙΖΑ συρρικνώθηκε σχεδόν στα μισά των ψήφων του, χάνοντας συνολικά ενάμιση εκατομμύριο ψήφων. Οι αιτίες της ήττας ήταν πολλαπλές, όπως η μη επαρκής υπεράσπιση από τον ΣΥΡΙΖΑ του κυβερνητικού του έργου, η άρνηση στην πράξη της ηγεσίας του για ουσιαστική αντιπολίτευση, η στροφή από τη συνεργασία με προοδευτικές μικρότερες οργανώσεις στη συνεργασία με στελέχη της Δεξιάς, όπως τον Αντώναρο, τον Σπηλιωτόπουλο, τον Κύρτσο, τον Λούλη.

Το παραμύθι ότι για την πρωτοφανή ήττα του έφταιγε η Συμφωνία των Πρεσπών, μια συμφωνία του 2018 που κρίθηκε το 2019, παράχθηκε για να καλύψει τις βαριές ευθύνες της ηγεσίας του για τις αντιπολιτευτικές ελλείψεις της. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκείνων των ετών είχε εγκρίνει πάνω από το 75% των νομοσχεδίων και πολιτικών της ΝΔ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέτυχε ως κυβέρνηση. Απέτυχε ως αντιπολίτευση.

Η Ολιγαρχία, σε αντίθεση με την Αριστερά, έχει διδαχτεί από τη δύσκολη για εκείνη και τη χώρα δεκαετία 2009-2019. Ένα από τα κύρια μαθήματά της ήταν ότι δεν αρκεί να είναι δικό της το κύριο κόμμα του δικομματισμού και ορισμένα μικρότερα, αλλά θα πρέπει να στηρίξει και να ελέγχει όσο μπορεί και το όποιο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αυτό επιβεβαιώνεται αν κανείς καταγράψει προσεκτικά τα επικοινωνιακά παιχνίδια από τα κανάλια των ολιγαρχών, αλλά και τις μεγάλες ροές στήριξης που παρέχουν. Σε αυτό βοηθάνε, ως συνήθως, τα μπιστόλια της διαπλοκής, αλλά και ένα νέο φρούτο, «τα αριστερά γιουσουφάκια», τα οποία φροντίζουν να αμαυρώνουν την εικόνα, ακόμα και με fake news, όσων δεν προσχωρούν σε αυτά τα σχέδια. Σε αυτή τη βάση η ολιγαρχία επιθυμεί μια κυβέρνηση της ΝΔ, ελεγχόμενης σε συνεργασία με τμήματα του ΠΑΣΟΚ. Επιθυμεί, επίσης, μια μη αντισυστημική αξιωματική αντιπολίτευση.

2. Η ολιγαρχία

Βασικός στόχος εκείνου του τμήματος της ολιγαρχίας που θέλει να αλλάξει τη σημερινή ηγεσία της ΝΔ είναι να ενοποιήσει τα κόμματα υπό τη σημαία του (σκέτου) “να φύγει ο Μητσοτάκης”. Η πάλη, όμως, ενάντια στον Μητσοτάκη από μόνη της δεν αποτελεί απόδειξη προοδευτικότητας. Τον ίδιο στόχο τον έχει η εσωκομματική αντιπολίτευση στη ΝΔ, η ακροδεξιά, αλλά και κομματικοί σχηματισμοί που ετοιμάζονται να συνεργαστούν με τη ΝΔ, με επιδιωκόμενη δικαιολογία ότι είναι εκείνα που ανάγκασαν τη ΝΔ να αλλάξει τον εν δυνάμει πρωθυπουργό.

Ας το θέσω διαφορετικά. Είναι το πρόβλημα της Ελλάδας μόνο ο Μητσοτάκης ή όλο το σύστημα που εξουσιάζει και κυβερνά τη χώρα; Πυρήνας αυτής της εξουσίας είναι ο συνεταιρισμός πολιτικής ελίτ, σήμερα πρωταρχικά ο Μητσοτάκης και η παρέα του, και η κοινωνική-οικονομική ολιγαρχία που ελέγχει τα πάντα στη χώρα, η οποία έχει προτάξει τα συμφέροντά της. Προωθεί άγριες ανακατανομές εισοδήματος και ιδιοκτησίας. Διασφαλίζει υπερκέρδη για την ίδια και φτώχεια για τους άλλους. Που εμποδίζει να αξιοποιήσει η χώρα τα παραγωγικά, δυναμικά και ταλαντούχα τμήματά της.

Η ολιγαρχία στη χώρα ελέγχει ένα συντριπτικό μέρος της οικονομίας και των δημόσιων εσόδων. Αντιμετωπίζει το κράτος ως λάφυρο και τον πλούτο της χώρας ως προίκα της. Δεν κάνει παραγωγικές επενδύσεις που θα διασφαλίσουν την ανταγωνιστικότητα, την εργασία, την ανάπτυξη της χώρας, αλλά «απλά» προσπαθεί να ελέγξει τις τράπεζες, τη ναυτιλία και την ενέργεια, συχνά, μάλιστα, για λογαριασμό τρίτων. Η Ολιγαρχία ελέγχει τα μεγάλα κανάλια και ραδιόφωνα, τον Τύπο πανελλαδικής κυκλοφορίας, τις περισσότερες ομάδες με μεγάλη λαϊκή βάση, πολλούς τομείς του πολιτισμού. Πρόκειται για παραγωγούς διαφθοράς, αποδόμησης των αξιών και αρχών της χώρας. Για αυτό πρέπει να ηττηθεί το σύμπλεγμα εξουσίας ολιγαρχών και Μητσοτάκη, προκειμένου να σταματήσει η πορεία παρακμής της Ελλάδας.

3. Η Αριστερά

Το κεντρικό ζήτημα της πάλης της Αριστεράς για μια νέα Ελλάδα, για την αναγέννηση του τόπου, είναι να σπάσει ο υπάρχων συνεταιρισμός εξουσίας και να προχωρήσει η χώρα στην οδό της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, της απελευθέρωσης και της χειραφέτησης. Η μάχιμη Αριστερά θεωρεί αναγκαία την απομάκρυνση του Μητσοτάκη από την εξουσία και το σπάσιμο του συμπλέγματος της Ολιγαρχίας, καθότι η πατρίδα βρίσκεται ενώπιον του κινδύνου μιας ιστορικής κλίμακας υποχώρησης, κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής και διεθνοπολιτικής. Για να αποτραπεί αυτό χρειάζεται μάχη ενάντια στα συμφέροντα που συνεργάζονται με τον Μητσοτάκη και τον κάθε μητσοτάκη. Η μάχη για την αναγέννηση της χώρας ποτέ δεν υπήρξε ένας εύκολος περίπατος, μια χαριτωμένη μονοπρόσωπη περιπέτεια. Κάθε άλλο. Είναι ένας δύσκολος συλλογικός αγώνας που απαιτεί στρατηγική, συγκέντρωση δυνάμεων και συνεργασίες, ηθική, ιδέες και σθένος με παρρησία.

Είναι φανερό ότι σε αυτή την Αριστερά προσβλέπω, για αυτήν μάχομαι, σε αυτήν πιστεύω. Και σίγουρα όλα αυτά δεν εκφράζονται από όσους δεν κάνουν λόγο για κοινωνικούς αντίπαλους, για κινδύνους της πατρίδας, για την ανάγκη αναγέννησής της ή που περιορίζουν την Αριστερά στις θεματικές των συνδικάτων.

ΥΓ. Σίγουρα δεν με εκφράζουν ως Αριστερά όσοι καθυβρίζουν την εθνική αντίσταση και τους συμμετέχοντες στους δημοκρατικούς αγώνες ως «συμμορίτες» και αρνούνται να το πάρουν πίσω. Δεν με εκφράζουν οι μέχρι πρότινος στενότεροι σύμβουλοι του Λοβέρδου. Δεν με εκφράζουν αυτοί που οργάνωσαν τα επεισόδια στις Πρέσπες και χαρακτήρισαν τη Συμφωνία ως προδοσία και δεν το έχουν ανακαλέσει μέχρι σήμερα. Σίγουρα δεν με εκφράζουν εκείνοι που ψήφισαν τον Στουρνάρα για διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδας και ανανέωσαν τη θητεία του. Όλοι αυτοί που συνυπάρχουν σήμερα στον ίδιο κομματικό χώρο δεν μπορούν να συγκροτήσουν την Αριστερά της καρδιάς μου. Οι αριστεροί έχουν τσίπα και ψυχή. Είναι αγωνιστές με ήθος. Δεν είναι στη ζωή όλα διαπραγματεύσιμα!»

Στο κείμενο αυτό υπήρξαν αρκετές αντιδράσεις, με ψηφοφόρους της Αριστεράς να τον επικρίνουν με τη λογική ότι, εάν κατέβει ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές συνεργαζόμενος με άλλα κόμματα, αυτό θα στοιχίσει στον Αλέξη Τσίπρα.

Ο Νίκος Κοτζιάς απάντησε με αιχμηρό τρόπο ότι «τα σχέδια της διαπλοκής τα “βοηθάνε”, ως συνήθως, τα μπιστόλια της, αλλά και ένα νέο φρούτο, “τα αριστερά γιουσουφάκια”, τα οποία φροντίζουν να αμαυρώνουν την εικόνα, ακόμα και με fake news, όσων δεν προσχωρούν σε αυτά τα σχέδια της διαπλοκής. Και νάτοι σήμερα, έσκασαν και πάλι μύτη τα γιουσουφάκια. Τι μας λένε; Ότι ετοιμάζω κόμμα, ότι θα είμαι αρχηγός κόμματος, ότι εξαιτίας μου θα χάσουν τη νίκη στις εκλογές. Σάμπως με ρώτησαν αν είναι αυτές οι προθέσεις μου, όπως κάνουν οι κανονικοί δημοσιογράφοι; Αλλά τι ρωτώ και εγώ; Αυτά κάνουν τα γιουσουφάκια. Αλλά το πιο αστείο είναι ότι συγγενείς και φίλοι που συνδέονται με τον χώρο που χρησιμοποιεί τα γιουσουφάκια άρχισαν να κάνουν σχόλια, να στάζουν φαρμάκι και να επιδίδονται σε καμπάνιες πάνω στην είδηση που μεταφέρει ένα “γιουσουφάκι”, καθότι έπαψε να νιώθει, ως φαίνεται, δημοσιογράφος και ανέλαβε να είναι βαποράκι».