Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τασούλας, εγκαινίασε το μεγάλο συνέδριο που διοργανώνουν σήμερα στα Χανιά το powergame.gr και ο Economist, με θέμα «Επενδύοντας στην Αλλαγή: Πώς μεταμορφώνεται η Κρήτη». Ο Κωνσταντίνος Τασούλας ήταν το πρώτο από τα κορυφαία πολιτικά πρόσωπα που απευθύνθηκε στο κοινό, δίνοντας το στίγμα για τη στρατηγική σημασία του νησιού στο εθνικό σχέδιο ανάπτυξης.

Τασούλας: Τα μεγάλα έργα που καθιστούν την Κρήτη νευραλγική

Ο Κωνσταντίνος Τασούλας υπογράμμισε στην ομιλία του ότι η Κρήτη συνιστά, κατά κοινή ομολογία, μία από τις πλέον νευραλγικές περιοχές της χώρας. Από το νησί εξαρτώνται η οικονομική ανάπτυξη, η σταθερότητα και η ασφάλεια ολόκληρης της Ελλάδας, όπως τόνισε χαρακτηριστικά. Ο Κωνσταντίνος Τασούλας χαρακτήρισε κομβική τη θέση της Κρήτης στον γεωπολιτικό και ενεργειακό σχεδιασμό της πατρίδας μας. Το μήνυμα που απηύθυνε ήταν σαφές: η Ελλάδα οφείλει να επιταχύνει τους ρυθμούς της, να σηκώσει τα μανίκια και να προχωρήσει σε τολμηρές αποφάσεις για το μέλλον.

Kατά την ομιλία του, ο κ. Τασούλας τόνισε ότι «λίγοι τόποι στον κόσμο συνδυάζουν τόσο βαθιά ιστορία με τόσες μεγάλες δυνατότητες για το μέλλον» και σημείωσε ότι «σήμερα καλούμαστε να συζητήσουμε το νέο κεφάλαιο της Κρήτης. Ένα κεφάλαιο επενδύσεων, υποδομών και στρατηγικών επιλογών, που θα καθορίσουν τη θέση και τη φυσιογνωμία του νησιού στον κόσμο για τις επόμενες δεκαετίες».

Στο ίδιο πλαίσιο, υποστήριξε, ότι η Κρήτη, από την οποία ξεκίνησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος για να αλλάξει την Ελλάδα, δεσπόζει όχι μόνο στην ιστορία, αλλά και στο παρόν και στο μέλλον της Ελλάδας και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και παρατήρησε ότι «είναι απολύτως κομβική η θέση της Κρήτης στον γεωπολιτικό και ενεργειακό σχεδιασμό της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής. Πρόκειται για έναν φιλόδοξο και μακρόπνοο σχεδιασμό που υλοποιείται τώρα και εξελίσσεται με ορίζοντα τα επόμενα χρόνια και τις επόμενες δεκαετίες».

Πρόσθεσε, επίσης, ότι κατά κοινή ομολογία «η Κρήτη αποτελεί μια από τις πιο νευραλγικές περιοχές της χώρας που διαρκώς αποκτούν μια αυξανόμενη στρατηγική σημασία. Εξελίσσεται σε έναν τόπο από τον οποίο εξαρτάται ολοένα και περισσότερο η οικονομική ανάπτυξη, η σταθερότητα και η ασφάλεια της χώρας μας. Κατά συνέπεια, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν».

703110382_1527769635359648_8958575709478928437_n
687727375_4278201922429147_2976522913895374227_n

Η Κρήτη ως προνομιακό πεδίο πρωτοβουλιών

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το νησί αποτελεί προνομιακό πεδίο για την ανάληψη καινοτόμων πρωτοβουλιών. Ο Τασούλας αναφέρθηκε στο μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Κρήτης, που δεν είναι άλλο από την πλούσια πολιτιστική της κληρονομιά. Παράλληλα, τόνισε ότι η Κρήτη εξελίσσεται ταχύτατα σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο της ευρύτερης περιοχής, με φιλοδοξία να καταστεί προορισμός υψηλής προστιθέμενης αξίας για επενδυτές και επισκέπτες. Η στρατηγική αυτή θέση ενισχύεται από τα μεγάλα έργα υποδομής που βρίσκονται σε εξέλιξη, δημιουργώντας ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο για το νησί.

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Τασούλα, ημείωσε ότι αποτυπώνουν ακριβώς αυτό το εύρος και πρόσθεσε πως «μεγάλα έργα υποδομών που αναλαμβάνει ο ιδιωτικός τομέας σε συνεργασία με τον δημόσιο, ο Βόρειος Οδικός Άξονας, το νέο διεθνές αεροδρόμιο στο Καστέλι και οι ενεργειακές διασυνδέσεις, αλλάζουν ήδη τη φυσιογνωμία του νησιού. Μια ανανεωμένη ενεργειακή στρατηγική με επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές και αξιοποίηση του φυσικού πλούτου της Κρήτης επαναπροσδιορίζει τον ρόλο της στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη. Παράλληλα, μια τουριστική βιομηχανία που επιδιώκει συνειδητά την ποιοτική αναβάθμιση του προϊόντος της, νέοι δρόμοι για ανάπτυξη και εμπορικές δραστηριότητες. Όλα αυτά μαζί σκιαγραφούν ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και δίνουν το παράδειγμα σε ολόκληρη την ελληνική περιφέρεια».

Τόνισε, ακόμη, ότι η Μεσόγειος αλλάζει. Η γειτονιά μας αναδιατάσσεται, εντάσεις αναζωπυρώνονται και στην Ανατολική Μεσόγειο κρίνεται ένα μέρος της παγκόσμιας ειρήνης και εκτίμησε ότι «σε αυτό το περιβάλλον, μια αναπτυγμένη, συνδεδεμένη και οικονομικά ισχυρή Κρήτη είναι συμβολή στην ασφάλεια και την ειρήνη της περιοχής. Γιατί η ευημερία, εκεί που βάζει ρίζες, γίνεται η πιο αξιόπιστη εγγύηση σταθερότητας».

Και υποστήριξε, ότι «το καθήκον μας, ως πολιτεία και ως κοινωνία, είναι να διασφαλίσουμε ότι αυτός ο μετασχηματισμός θα έχει διάρκεια και θα ανταποδώσει την ωφέλεια σε αυτούς που τη χρειάζονται περισσότερο, δηλαδή τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στο νησί. Κάθε επένδυση, κάθε υποδομή, κάθε στρατηγική επιλογή έχει νόημα μόνο αν στο τέλος βελτιώνει την καθημερινή τους ζωή. Αυτή είναι η πραγματική μέτρηση της επιτυχίας» και κατέληξε λέγοντας ότι «τα έργα αυτά, όμως, χρειάζονται κάτι πολυτιμότερο από πόρους και σχέδιο. Χρειάζονται συναίνεση. Τη συλλογική βούληση να τα προωθήσουμε μαζί, πέρα από κόμματα και κυβερνήσεις. Τα μεγάλα έργα ξεκινούν από μια γενιά άλλωστε και τα παραλαμβάνει η επόμενη».

Κάλεσμα ενότητας

Αναφερόμενος στις σύγχρονες προκλήσεις, έκανε λόγο για το εθνικό διακύβευμα της εποχής μας, το οποίο όπως υπογράμμισε δεν είναι άλλο από τη διαρκή, εντατική και συστηματική ενδυνάμωση της Ελλάδας. «Όλοι αντιλαμβανόμαστε, όλοι συζητούμε τον βαθμό αστάθειας και τη ρευστότητα που χαρακτηρίζει τις διεθνείς και τις περιφερειακές εξελίξεις τα τελευταία χρόνια. Η συνειδητοποίηση αυτή δεν πρέπει ούτε να μας σαστίζει, ούτε να μας προκαλεί αμηχανία. Πρέπει, αντιθέτως, να μας κινητοποιεί ακόμα περισσότερο για νέες πρωτοβουλίες και δημιουργία σήμερα. Δημιουργία με πείσμα, με σύστημα, με εφευρετικότητα και με αποφασιστικότητα. Πίσω από κάθε δυσκολία κρύβεται μια νέα ευκαιρία. Να την ανακαλύψουμε και να την αξιοποιήσουμε» σημείωσε.

Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι «η ακαδημαϊκή και η επιχειρηματική κοινότητα, οι κρατικοί και οι περιφερειακοί θεσμοί καθώς και σύσσωμη η πολιτική τάξη πρέπει όλοι μαζί χωρίς εξαιρέσεις να παραμερίσουν τα όποια προσωπικά συμφέροντα και τους εγωισμούς και να αφουγκραστούν και να ανταποκριθούν στο κάλεσμα της εποχής μας. Ένα κάλεσμα το οποίο είναι ένα και είναι ξεκάθαρο: Η Ελλάδα πρέπει να τρέξει πιο γρήγορα».

Μάλιστα, επισήμανε ότι «το κάλεσμα αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό πέρα και πάνω από τις συνήθεις διαχωριστικές γραμμές της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όσο καλά κι αν έχουμε πάει ως τώρα, το επόμενο ορόσημο, ο επόμενος στόχος πρέπει άμεσα να τεθεί και σύντομα να κατακτηθεί. Αλλά και όσες υστερήσεις βλέπουμε πως ακόμα επιμένουν, τώρα είναι η ώρα να σηκώσουμε τα μανίκια και να λάβουμε τις αποφάσεις για να τις θεραπεύσουμε και να τις υπερβούμε».

Όπως τόνισε «το κάλεσμα της ενότητας επάνω σε στοιχειώδεις παραδοχές για την εξασφάλιση μιας πορείας διαρκούς προόδου δεν έχει προφανώς κανένα πολιτικό πρόσημο. Όλοι συμφωνούμε σε αυτό. Αυτό το κάλεσμα αφορά φυσικά ολόκληρη την Ελλάδα και όχι μόνο την Κρήτη. Αλλά η Κρήτη προσφέρει πραγματικά ένα προνομιακό πεδίο, στο οποίο μπορούν να υλοποιηθούν περισσότερες πρωτοβουλίες πνοής και δημιουργίας. Πρωτοβουλίες από εκείνες που έχει ανάγκη η χώρα μας για να βαδίζει με ασφάλεια στο αύριο».

Ανατρέχοντας στο παρελθόν υπενθύμισε, ότι «η Ελλάδα έκανε μεγάλα βήματα κάθε φορά που τόλμησε να κοιτάξει πέρα από τα στενά όρια του παρόντος. Ο Ιωάννης Καποδίστριας προσπάθησε να χτίσει κράτος από το μηδέν, ο Χαρίλαος Τρικούπης προώθησε έργα και υποδομές, όταν η Ελλάδα ήταν ακόμη φτωχή. Ο Βενιζέλος διπλασίασε την Ελλάδα με όραμα και διπλωματική τόλμη. Ο Καραμανλής την έβαλε στον στενό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και υπογράμμισε ότι «σε κάθε περίπτωση, πίσω από τα μεγάλα σχέδια και τις ιστορικές αποφάσεις υπήρχαν άνθρωποι. Πολιτικοί, επιχειρηματίες αλλά και καθημερινοί πολίτες που κοίταξαν με αυτοπεποίθηση το μέλλον».

Ερχόμενος στο σήμερα, σημείωσε ότι «αυτό ακριβώς επιδιώκει και το σημερινό συνέδριο. Να φέρει σε διάλογο όσους πιστεύουν ότι η επένδυση στην Κρήτη είναι επένδυση στην Ελλάδα και τους ανθρώπους της» και εξήγησε ότι «η Κρήτη σήμερα βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Το νησί αναζητά μια νέα ταυτότητα στον χάρτη της Ευρώπης και της Μεσογείου. Φιλοδοξεί να γίνει ενεργειακός κόμβος, πύλη διεθνούς συνδεσιμότητας, προορισμός υψηλής αξίας. Αυτοί οι ρόλοι δεν έρχονται σε αντίθεση με την παράδοση και τον πολιτισμό της. Αντίθετα, τρέφονται από αυτούς, και η πολιτισμική κληρονομιά του νησιού παραμένει το ισχυρότερο συγκριτικό του πλεονέκτημα στη διεθνή σκηνή».