Σχεδόν έξι χιλιάδες λέξεις έγραψε ο Τόνι Μπλερ για το μέλλον του Εργατικού Κόμματος και, καθώς θέλει να πιστεύει, της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Κι όμως, μέσα σε ολόκληρο αυτό το κείμενο, μία λέξη δεν χώρεσε πουθενά: «ανισότητα». Ούτε μία φορά. Δεν πρόκειται για παράλειψη· είναι το αποτύπωμα μιας ολόκληρης κοσμοθεωρίας. Όταν ο άνθρωπος που σφράγισε με το όνομά του τον Τρίτο Δρόμο γράφει το μανιφέστο της επιστροφής του και αποφεύγει με τόση επιμέλεια να μιλήσει για το χάσμα ανάμεσα σ' εκείνους που έχουν τα πάντα και σ' εκείνους που δυσκολεύονται να πληρώσουν το ρεύμα, δεν το ξέχασε. Το διάλεξε.

Το πρόσεξαν, άλλωστε, και οι ίδιοι του οι σύντροφοι. Τόσο ο Άντι Μπέρναμ όσο και ο Γουές Στρίτινγκ, δύο άνθρωποι που διεκδικούν την ηγεσία και δύσκολα τοποθετούνται στο ίδιο στρατόπεδο, στάθηκαν ακριβώς εκεί. Ο Μπέρναμ το είπε ξεκάθαρα: αν δεν θεμελιώνεις την ανάλυσή σου στο γεγονός ότι ο κόσμος δεν τα βγάζει πέρα, ότι πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα έγιναν ξαφνικά απρόσιτα, τότε απλώς δεν έχεις καταλάβει τι συμβαίνει γύρω σου. Ο Στρίτινγκ μίλησε για το πιο χτυπητό κενό του κειμένου, την ανισότητα. Και οι δύο έχουν δίκιο.

Γιατί τι μας προτείνει ο Μπλερ; Ένα «Ριζοσπαστικό Κέντρο». Ελκυστικός όρος, ηχεί μοντέρνος. Από κάτω, όμως, κρύβεται μια παμπάλαια συνταγή. Πρώτα, λέει, βρίσκουμε «τη σωστή απάντηση», κι ύστερα καταπιανόμαστε με το «πολιτικό καθήκον» να πείσουμε τον κόσμο γι' αυτήν. Δηλαδή: αποφασίζουν πρώτα οι ειδικοί, και μετά ο λαός καλείται να συναινέσει. Αυτό δεν είναι ριζοσπαστισμός. Είναι αποπολιτικοποίηση στην πιο καθαρή της μορφή. Η ιδέα ότι τα μεγάλα ζητήματα, η ενέργεια, η υγεία, η δουλειά, οι συντάξεις, δεν κρίνονται πια στις κάλπες και στις πλατείες αλλά στα γραφεία των τεχνοκρατών, που υποτίθεται ότι ξέρουν καλύτερα από εμάς.

Και ποια είναι η «σωστή απάντηση» κατά Μπλερ; Ένα δεκαθέσιο πρόγραμμα που κόβει την ανάσα. Να μετριαστούν τα εργατικά δικαιώματα που μόλις κατακτήθηκαν, επειδή τρομάζουν τις επιχειρήσεις. Να θαφτεί ο στόχος της κλιματικής ουδετερότητας και να αντληθεί ό,τι πετρέλαιο και αέριο απέμεινε στη Βόρεια Θάλασσα, μια ιδέα που ειδικοί στην ενέργεια χαρακτήρισαν εξωφρενική και που ένας κριτικός παρομοίασε με «βικτωριανή απάντηση σε μια κρίση του 21ου αιώνα». Να περικοπεί η πρόνοια, να καταργηθεί η εγγύηση των συντάξεων, να μπει βαθιά ο ιδιώτης μέσα στο δημόσιο σύστημα υγείας. Αυτή είναι η ατζέντα. Κι είναι, λέξη προς λέξη, ένα ξήλωμα του κράτους πρόνοιας βαφτισμένο «ρεαλισμός».

Μένει το ερώτημα: γιατί τώρα, και γιατί έτσι; Εδώ έχει σημασία να ξέρεις ποιος πληρώνει. Το Ινστιτούτο Τόνι Μπλερ δεν είναι κανένα ταπεινό κέντρο μελετών· είναι κολοσσός, με προϋπολογισμό πάνω από εκατόν εξήντα εκατομμύρια δολάρια και προσωπικό που ξεπερνά τους εννιακόσιους. Κι ο βασικός χρηματοδότης του έχει όνομα και επώνυμο: Λάρι Έλισον, ο ιδρυτής της Oracle, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη και στενός σύμμαχος του Τραμπ. Το ίδρυμά του έχει δώσει ή υποσχεθεί στο Ινστιτούτο πάνω από διακόσια πενήντα εκατομμύρια λίρες.

Και τώρα ξαναδιαβάστε το δεκαθέσιο. Αναδιοργάνωση ολόκληρου του κράτους γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Ψηφιακή ταυτότητα. Ενοποίηση και άνοιγμα των δεδομένων του συστήματος υγείας. Λιγότερες ρυθμίσεις για τις εταιρείες της τεχνολογίας. Δεν θέλει και πολλή φαντασία για να καταλάβεις πού ακριβώς βρίσκονται οι προτεραιότητες του χορηγού. Κριτικοί από αριστερά κι από δεξιά μίλησαν για ένα κείμενο που θυμίζει περισσότερο εργαλείο λόμπινγκ παρά πολιτική φιλοσοφία. Βαριά κατηγορία. Αλλά όταν το «όραμα για το μέλλον της πατρίδας» συμπίπτει με τόση ακρίβεια με τα συμφέροντα του δισεκατομμυριούχου που σε χρηματοδοτεί, μπαίνει μόνη της στο τραπέζι.

Κι εδώ ας μιλήσουμε ειλικρινά μεταξύ μας. Όλα αυτά τα ξέρουμε. Τα ζήσαμε. Ο Μπλερ υπήρξε ο προστάτης άγιος του Τρίτου Δρόμου, και ο δικός μας ξάδελφος σ' αυτή την ιστορία λεγόταν εκσυγχρονισμός. Η ίδια πίστη στις αγορές, η ίδια σιγουριά ότι το κόμμα έπρεπε επιτέλους να σοβαρευτεί και ν' αφήσει πίσω τις «παλιές» του εμμονές. Και η ίδια κατάληξη: η αργή, σταθερή αποξένωση από τη λαϊκή βάση, ωσότου η βάση έπαψε να μας αναγνωρίζει. Ύστερα ήρθε η κρίση, ήρθαν τα μνημόνια, ήρθε η τρόικα με τους δικούς της τεχνοκράτες και με το ίδιο ακριβώς δόγμα: δεν υπάρχει εναλλακτική. Πληρώσαμε πανάκριβα για να μάθουμε πού οδηγεί αυτή η αλαζονεία της «σωστής απάντησης».

Γι' αυτό το κείμενο του Μπλερ δεν περιορίζεται στη Βρετανία· είναι μια προειδοποίηση που διαβάζεται και στα καθ' ημάς. Ο ίδιος γράφει, και σωστά, ότι το Reform του Φάρατζ απειλεί να καταπιεί τη σοσιαλδημοκρατία από τα δεξιά. Μόνο που αρνείται πεισματικά να δει το αυτονόητο: η ακροδεξιά δεν ξεπηδά από το πουθενά. Τρέφεται ίσα ίσα από τον κόσμο που η σοσιαλδημοκρατία παρέδωσε στα χέρια των τεχνοκρατών και των αγορών, από την οργή εκείνων που είδαν τη ζωή τους ν' ακριβαίνει ενόσω τους έλεγαν πως όλα βαίνουν καλώς. Η θεραπεία που συνταγογραφεί ο Μπλερ είναι η ίδια αρρώστια, σε μεγαλύτερη δόση.

Το ΠΑΣΟΚ, και η εγχώρια κεντροαριστερά, δεν έχει την πολυτέλεια να ξεχάσει αυτό το μάθημα. Όταν παρατάς τη γλώσσα της ανισότητας και του κράτους πρόνοιας, δεν γίνεσαι πιο σύγχρονος. Αδειάζεις. Και το κενό δεν το γεμίζει κανένα «Ριζοσπαστικό Κέντρο»· το γεμίζει ο Φάρατζ. Ο Μπλερ έγραψε σχεδόν έξι χιλιάδες λέξεις και ξέχασε τη μόνη που μετρούσε. Ας μην την ξεχάσουμε κι εμείς.