Μια ιδιαίτερα σημαντική καμπή για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις σηματοδοτεί η επικείμενη Υπουργική Διάσκεψη του Σχήματος 3+1 στο Χιούστον την Πέμπτη (11/6), καθώς θα εμβαθύνει τη στρατηγική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και
Ηνωμένων Πολιτειών. Η συνάντηση έρχεται ως συνέχεια εκείνης των Αθηνών, τον Νοέμβριο 2025 (P-TEC), και στοχεύει στην ίδρυση του Ενεργειακού Κέντρου Ανατολικής Μεσογείου (East Med Energy Center), ενός νέου θεσμού που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως κόμβος καινοτομίας, επενδύσεων και ενεργειακής ασφάλειας.
Σύνοδος 3+1 στο Χιούστον: Νέο κεφάλαιο στις σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ
Μέσα από τη θεσμοθέτηση αυτού του «Σιδερένιου Τριγώνου» (Iron Triangle) η Ουάσιγκτον επιβεβαιώνει την εμπιστοσύνη της στην Αθήνα ως ηγετικό εταίρο στην περιοχή. Η πρωτοβουλία αυτή, που περιλαμβάνει στρατηγικές υποδομές όπως ο Κάθετος Διάδρομος και νέοι τερματικοί σταθμοί LNG, θα επιφέρει ενίσχυση της ενεργειακής ανθεκτικότητας έναντι περιφερειακών απειλών από το Ιράν, τη Ρωσία και την Κίνα. Επιπλέον, τη δέσμευση των ΗΠΑ απέναντι στη διασφάλιση της σταθερότητας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου υπογραμμίζει η ενεργός παρουσία αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών, όπως η Chevron και η ExxonMobil στην Ελλάδα.
Τζον Συτιλίδης στο parapolitika.gr: Η κυβέρνηση Τραμπ θεσμοθετεί τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ
O Τζον Συτιλίδης, Ελληνοαμερικανός γεωπολιτικός και στρατηγικός αναλυτής και ανώτερος συνεργάτης για τους Παγκόσμιους Κινδύνους στο Center for the National Interest in Washington, D.C. (Σύμβουλος Διπλωματίας στο υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ 2006 - 2023), αναλύει στο parapolitika.gr πώς αυτές οι δράσεις αναδιαμορφώνουν τον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης για τις επόμενες δεκαετίες και αναβαθμίζουν τον γεωστρατηγικό ρόλο της Ελλάδας. Όπως υποστηρίζει «η κυβέρνηση Τραμπ εδραιώνει και θεσμοθετεί ενεργά το “3+1” της Ελλάδας, του Ισραήλ και της Κύπρου στο Τέξας, τον γεωπολιτικό πυρήνα της παγκόσμιας ενεργειακής κυριαρχίας. Αυτή η στρατηγική εταιρική σχέση περιλαμβάνει την τριμερή ενεργειακή συνδεσιμότητα, αλλά και κρίσιμης σημασίας logistics, μεταφορές και έως 1.200 χιλιόμετρα υποθαλάσσιου καλωδίου, υποθαλάσσιων υποδομών και τηλεπικοινωνιών οπτικών ινών, που εκτείνονται σε πολλαπλούς περιφερειακούς διαδρόμους Ανατολής-Δύσης και Βορρά-Νότου σε όλη τη Μέση Ανατολή, τον Λεβάντε και τη Νότια Ευρώπη προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Αυτή η τολμηρή πρωτοβουλία χρονολογείται από την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, η οποία ενέκρινε τη διακομματική νομοθετική πράξη “Eastern Mediterranean Security and Energy Partnership Act of 2019” (Νόμος περί Εταιρικής Σχέσης για την Ασφάλεια και την Ενέργεια στην Ανατολική Μεσόγειο του 2019), συντάκτης της οποίας ήταν ο τότε γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο. Αυτή η ιστορική νομοθεσία περιλάμβανε μια διάταξη για τη δημιουργία αυτού του μόνιμου διατλαντικού μηχανισμού συνεργασίας στους τομείς της ενεργειακής ασφάλειας, της κυβερνοασφάλειας, των φυσικών πόρων, των αναδυόμενων τεχνολογιών, καθώς και του συντονισμού για την περιφερειακή έγκαιρη ανίχνευση απειλών. Όλα αυτά στο πλαίσιο του ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην περιοχή μεταξύ των συμμάχων και εταίρων των ΗΠΑ και των άμεσων προκλήσεων από το Ιράν, τη Ρωσία και την Κίνα».
Ο ρόλος της Ελλάδας στον ενεργειακό σχεδιασμό της Ανατολικής Μεσογείου: LNG, Κάθετος Διάδρομος και IGB στο επίκεντρο
Στη συνάντηση της Πέμπτης οι υπουργοί Ενέργειας των τεσσάρων χωρών αναμένεται να καταρτίσουν τον προγραμματισμό, αλλά και τα επόμενα βήματα για τον ρόλο που αναμένεται να παίξει η Ελλάδα. Σύμφωνα με τον κ. Συτιλίδη «είναι σημαντικό ότι ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, μαζί με τους Έλληνες και Κύπριους ομολόγους του, θα εκδώσουν κοινό ανακοινωθέν μετά τη Σύνοδο Κορυφής, περιγράφοντας λεπτομερώς τον μελλοντικό σχεδιασμό μεταξύ των τεσσάρων περιφερειακών εταίρων. Το Ενεργειακό Κέντρο EastMed (EastMed Energy Center) αποτελεί τη λογική προέκταση της εμβάθυνσης των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ελλάδα, με επίκεντρο τον ηγετικό ρόλο της Ελλάδας στην Εταιρική Σχέση για τη Διατλαντική Συνεργασία σε Θέματα Ενέργειας και Κλίματος (P-TEC). Επιπλέον, οι νέοι τερματικοί σταθμοί εισαγωγής LNG στην Αλεξανδρούπολη και τη Ρεβυθούσα, η σημαντική επένδυση της κυβέρνησης Τραμπ για την ανάπτυξη του στρατηγικού λιμένα της Ελευσίνας, το δίκτυο αγωγών του Κάθετου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου από την Ελλάδα μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Μολδαβίας προς την Ουκρανία, ο Διασυνδετήριος Αγωγός Ελλάδας-Βουλγαρίας (IGB), ο αναδιαμορφωμένος Διαβαλκανικός Αγωγός και ο Νότιος Διάδρομος Φυσικού Αερίου που εκτείνεται μέσω της Ελλάδας προς την Ευρώπη κατέχουν εξέχουσα θέση στο νέο στρατηγικό πλαίσιο Ουάσιγκτον-Αθήνας».
Chevron, ExxonMobil και Venture Global: Ψήφος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία
Επιπλέον, η παρουσία των μεγάλων ενεργειακών κολοσσών ενέργειας στη Μεσόγειο προσθέτει, σύμφωνα με τον Ελληνοαμερικανό γεωπολιτικό αναλυτή Τζον Συτιλίδη, επιπλέον γεωστρατηγική ισχύ στη χώρα μας σε μια εποχή έντονης ρευστότητας και παρά τις κλονισμένες ευρωατλαντικές σχέσεις. Όπως υποστηρίζει «οι αμερικανικές επενδύσεις στον υποσχόμενο τομέα των υδρογονανθράκων της Ελλάδας, με επικεφαλής την ExxonMobil στο βορειοδυτικό Ιόνιο Πέλαγος, τη Chevron στο Κρητικό Πέλαγος και τη Venture Global για την εξαγωγή δύο δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων LNG ετησίως μέσω της Ελλάδας προς τις ευρύτερες ευρωπαϊκές αγορές, προσθέτουν εξαιρετική αξία στη σχέση και ενσαρκώνουν την εμπιστοσύνη της Ουάσιγκτον προς την Αθήνα ως στρατηγικό εταίρο, ακόμη και στον απόηχο των διαταραγμένων σχέσεων με άλλα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επειδή δεν υπάρχει ουτοπική ενεργειακή μετάβαση στις παγκόσμιες αγορές, καθώς οι υδρογονάνθρακες θα παραμείνουν η κυρίαρχη μορφή ενεργειακά πυκνού φορτίου βάσης (baseload), απαραίτητη για τη σύγχρονη βιομηχανική παραγωγή και τον πολιτισμό στην Ευρώπη και παγκοσμίως, αυτές οι ρεαλιστικές πρωτοβουλίες ΗΠΑ-Ελλάδας θα ενισχύσουν την ενεργειακή ανθεκτικότητα της Αθήνας έναντι των περιφερειακών γεωπολιτικών αναταράξεων και θα εδραιώσουν τις σχέσεις Ουάσιγκτον-Αθήνας για τα επόμενα χρόνια και δεκαετίες. Η ανάπτυξη του λιμανιού της Ελευσίνας θα γίνεται ολοένα και πιο σημαντική, εάν η Γάζα μπορέσει τελικά να διοικηθεί και να κυβερνηθεί από μια κανονική, μη τρομοκρατική κυβέρνηση που θα αναγνωρίζει το Ισραήλ και θα ανοίξει τις πόρτες στις διεθνείς επενδύσεις για την ανάπτυξη της περιοχής, με έντονη εστίαση στην εξαιρετική προοπτική της ως μια σύγχρονη Βηρυτός ή ένα δεύτερο Ντουμπάι στις ακτές της Μεσογείου. Μια κανονική παλαιστινιακή κυβέρνηση θα μπορούσε να επιταχύνει την προσέγγιση μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ, η οποία θα υλοποιούσε τον πολυδιαφημισμένο διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC), ο οποίος μπορεί να αποφύγει τον ελεγχόμενο από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα λιμένα του Πειραιά για μια επιτυχημένη ελληνική ενσωμάτωση. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί επίσης να προσβλέπει στη βαθύτερη ενσωμάτωση της Ελλάδας στην τρέχουσα Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών μεταξύ των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες συνδέουν τη Βαλτική, τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική. Η επίσημη εφοδιαστική (logistical) ενσωμάτωση της Ελλάδας θα διπλασίαζε τη στρατηγική εμβέλεια αυτών των χωρών-αξόνων, ώστε να συμπεριλάβει το Αιγαίο, το Ιόνιο και τη Μεσόγειο Θάλασσα, μετατρέποντας το ευρωπαϊκό μίνι-μπλοκ σε μια Πρωτοβουλία των Έξι Θαλασσών».
Η αντιπαράθεση Ρούμπιο – Μπάρακ και το μήνυμα προς την Άγκυρα
Ως ψήφο εμπιστοσύνης στη χώρα μας ερμηνεύει ο κ. Συτιλίδης και τη δήλωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, στο Κογκρέσο, ο οποίος δεν άφησε κανένα περιθώριο αισιοδοξίας στην Άγκυρα για την απόκτηση των F-35, αποκρούοντας ταυτόχρονα τον τρόπο που υπερασπίζεται τα συμφέροντα της γείτονος ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ. Όπως υποστηρίζει ο κ. Συτιλίδης, «ο υπουργός Ρούμπιο επανέλαβε ωμά και με ακρίβεια την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ ότι η Τουρκία δεν μπορεί να αποκτήσει τα μαχητικά αεροσκάφη F-35 όσο κατέχει το ρωσικό αντιαεροπορικό πυραυλικό σύστημα S-400, το οποίο θέτει σε κίνδυνο την προηγμένη και προνομιακή αμερικανική αεροπορική τεχνολογία. Πρόκειται για μια ξεκάθαρη θέση και οι προσπάθειες ενός πρεσβευτή των ΗΠΑ να σφετεριστεί και να υπονομεύσει ενεργά τους ψηφισμένους νόμους και την επίσημη εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ συνιστούν ένα επικίνδυνο προηγούμενο για την ευρύτερη αμερικανική διπλωματία και τις επικοινωνίες παγκοσμίως. Ένας πρεσβευτής αναφέρεται στον υπουργό Εξωτερικών και δεν χαράσσει εξωτερική πολιτική. Η στρατηγική του υπουργού Ρούμπιο εκ μέρους του Προέδρου Τραμπ στην Ανατολική Μεσόγειο επιδιώκει να εντάξει συστηματικά την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ στον βασικό αρχιτεκτονικό ιστό ασφαλείας της Αμερικής. Οι ΗΠΑ έχουν εμβαθύνει τους αμυντικούς τους δεσμούς με την Αθήνα, έχοντας δώσει προτεραιότητα σε σημαντικές επεκτάσεις υποδομών στη Ναυτική Βάση της Σούδας και στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Ως γερουσιαστής ο Μάρκο Ρούμπιο συνέταξε τη νομοθεσία του Κογκρέσου που τερμάτισε το επί δεκαετίες εμπάργκο όπλων των ΗΠΑ στην Κύπρο — τη χώρα που δέχθηκε εισβολή το 1974 από έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ, ο οποίος χρησιμοποίησε παράνομα αμερικανικά όπλα σε επιθετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Φυσικά, η Άγκυρα θα συνεχίσει να επιδιώκει κάθε ευκαιρία για να επανέλθει στο πρόγραμμα των F-35, επτά χρόνια μετά την αποβολή της Τουρκίας από τον Πρόεδρο Τραμπ λόγω της αγοράς των S-400. Η ατυχής διατύπωση του Πρέσβη Μπάρακ ότι η τρέχουσα πολιτική των ΗΠΑ είναι “τρέλα” θα έπρεπε ακριβέστερα να στραφεί προς την Άγκυρα, της οποίας η εξωτερική πολιτική “τρέλας” την οδήγησε στην απόκτηση προηγμένης ρωσικής τεχνολογίας, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις από τους ισχυρότερους υποστηρικτές της Άγκυρας στη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ ότι αυτή η πιο κόκκινη από τις κόκκινες γραμμές δεν πρέπει ποτέ να ξεπεραστεί».
S-400, Χαμάς και Κυπριακό: Τα ανοιχτά μέτωπα της Τουρκίας με τις ΗΠΑ
«Μεταξύ του μακροχρόνιου εναγκαλισμού της Άγκυρας με τις τρομοκρατικές οργανώσεις Χαμάς και Χεζμπολάχ, της υιοθέτησης της ριζοσπαστικής αντιδυτικής Μουσουλμανικής Αδελφότητας, της άρνησής της να ικανοποιήσει οποιεσδήποτε κουρδικές φιλοδοξίες για αυτονομία στη Μέση Ανατολή, της γελοίας συμφωνίας της για την ΑΟΖ με τη Λιβύη ενάντια σε κάθε ερμηνεία του διεθνούς δικαίου της θάλασσας και της UNCLOS, η στάση της Άγκυρας στο θέμα των S-400 απλώς διευρύνει την αυξανόμενη λίστα των επιδεινούμενων σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας. Και αυτό συμβαίνει ακόμη και καθώς η χώρα προετοιμάζεται να υποδεχθεί τον Πρόεδρο Τραμπ στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο, μόλις δύο εβδομάδες προτού ο κόσμος καταδικάσει για άλλη μια φορά την εισβολή της Τουρκίας και τα πενήντα δύο χρόνια στρατιωτικής κατοχής εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κύπρο» καταλήγει.