Η δηµιουργία νέων κοµµάτων από τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα αλλά και την άλλοτε πρόεδρο του Συλλόγου «Τέµπη 2023» Μαρία Καρυστιανού φαίνεται ότι ανακατεύουν για τα καλά την τράπουλα στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Διαβάστε: Δημοσκοπήσεις: Κυρίαρχη η ΝΔ στους συνεπείς ψηφοφόρους, αδύναμη στους νέους - Η άνοδος Καρυστιανού και Τσίπρα πιέζει το ΠΑΣΟΚ


Οι πρώτες δημοσκοπήσεις και η μάχη για τη δεύτερη θέση

Αλλωστε, κάτι τέτοιο διεφάνη και από τις πρώτες µετρήσεις που έγιναν µετά τις ανακοινώσεις των νέων κοµµάτων -Ελπίδα για τη ∆ηµοκρατία και Ελληνική Αριστερή Συµπαράταξη-, µε τους αναλυτές να εκτιµούν ότι η δεύτερη θέση είναι απολύτως ανοιχτή, καθώς η µάχη θα δοθεί κατά κύριο λόγο ανάµεσα στην Ελληνική Αριστερή Συµπαράταξη και το ΠΑΣΟΚ, ενώ ο άγνωστος Χ φαίνεται ότι θα είναι το κόµµα της Μαρίας Καρυστιανού.

Ηδη οι πρώτες δηµοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δηµοσιότητας δείχνουν το νέο εγχείρηµα του Αλέξη Τσίπρα να έχει αναπτύξει δυναµική πολύ περισσότερη απ’ ό,τι το κόµµα Καρυστιανού, µε αποτέλεσµα να πλασάρεται στη δεύτερη θέση. Σε αυτή τη φάση χαµένο είναι το ΠΑΣΟΚ, το οποίο, ωστόσο, ελπίζει πως, όταν καθίσει η «σκόνη», θα επανέλθει και πάλι στη δεύτερη θέση. Με αφορµή τις δηµοσκοπικές ανακατατάξεις τα «Π» ζήτησαν την άποψη των ειδικών.


Μαρία Καρακλιούμη: «Η δεύτερη θέση στο εκλογικό βάθρο παραμένει ανοιχτή»

«Χωρίς αµφιβολία, από συστάσεως του ελληνικού κράτους, η Μεταπολίτευση υπήρξε η πιο ήρεµη περίοδος πολιτικά. Οι θεσµοί διευρύνθηκαν και, σε γενικές γραµµές, λειτούργησαν καλύτερα από ό,τι σε άλλες ιστορικές περιόδους. Εκτιµώ πως βασική αιτία ήταν ο ισχυρός δικοµµατισµός ή, καλύτερα, ο βαθιά ριζωµένος διπολισµός. Οι πολιτικές προσωπικότητες συνετέλεσαν σε αυτό και οι ψηφοφόροι ακολού θησαν. Αλλωστε, οι ιδέες είχαν νόηµα. Προκαλούσαν πολιτικά πάθη, ταύτιση και συνθήκες ανταγωνισµού», τονίζει η Μαρία Καρακλιούµη, πολιτική αναλύτρια και CEO Spin Communications & SpearMind.AI. «Με την οικονοµική κατάρρευση της χώρας και του κοµµατικού συστήµατος όπως το γνωρίζαµε, περάσαµε από έναν ισχνό δικοµµατισµό στη σηµερινή ρευστότητα. Οι πολίτες, µέσα σε ένα περιβάλλον ανακατατάξεων, αβεβαιότητας, κοινωνικών πιέσεων και τεχνολογικών αλλαγών που διαµορφώνουν το µέλλον τους, δεν ταυτίζονται πλέον εύκολα µε κάποιο κόµµα ή ηγέτη. Στην Ελλάδα τού σήµερα, αυτό έχει ως αποτέλεσµα τον πολιτικό κατακερµατισµό του εκλογικού σώµατος. Με εξαίρεση τη Νέα ∆ηµοκρατία, η οποία, έστω και µε µικρά για την ιστορία της ποσοστά, εξακολουθεί να προηγείται, κυρίως χάρη στην κεκτηµένη ταχύτητα της διακυβέρνησης, η δεύτερη θέση στο εκλογικό βάθρο φαίνεται να παραµένει ανοιχτή», προσθέτει.

«Για τη δεύτερη θέση θα δοθεί η µάχη στα... µαρµαρένια αλώνια. Το ερώτηµα είναι ποιο κόµµα θα επικρατήσει. Οι καθοριστικοί παράγοντες είναι µάλλον περισσότεροι του ενός. ∆εν είναι µόνον η προσωπικότητα της ή του αρχηγού κάθε κόµµατος. Είναι κυρίως η δυνατότητα να δοθεί στους πολίτες η εντύπωση ότι ο συγκεκριµένος ηγέτης µπορεί να αποτελέσει τον άλλο πόλο απέναντι στον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Να γίνει η πολιτική εφεδρεία, η εναλλακτική λύση, ακόµα και εξ ανάγκης, για όσους επιθυµούν την απαλλαγή από την παρούσα διακυβέρνηση. Για τον λόγο αυτό, η διαίρεση “Αριστερά - ∆εξιά” ενδέχεται να υποχωρήσει µπροστά σε ένα νέο, πιο άµεσο δίληµµα: συνέχιση της σηµερινής διακυβέρνησης, που για ορισµένους σηµαίνει σταθερότητα και για άλλους στασιµότητα, ή αλλαγή πολιτικής πορείας;», καταλήγει η Μαρία Καρακλιούµη.


Γιάννης Ράζος: «Οι σημερινές δημοσκοπήσεις καταγράφουν διαθέσεις, όχι τελικό αποτέλεσμα»

Από την πλευρά του, ο επικοινωνιολόγος Γιάννης Ράζος επισηµαίνει ότι «οι τελευταίες δηµοσκοπήσεις δείχνουν πως το πολιτικό ενδιαφέρον µετατοπίζεται πλέον στη µάχη για τη δεύτερη θέση. Κι αυτό είναι από µόνο του ενδεικτικό: H συζήτηση δεν αφορά ακόµη την εναλλαγή στην εξουσία, αλλά το ποιος µπορεί να εµφανιστεί ως βασικός πόλος απέναντι στην κυβέρνηση. Προς το παρόν, έχουµε περισσότερο πρώτες εντυπώσεις παρά οριστικά συµπεράσµατα. Οι δηµοσκοπήσεις αυτής της περιόδου καταγράφουν διαθέσεις, όχι τελικό πολιτικό αποτέλεσµα. Η πραγµατική εικόνα θα φανεί στις µετρήσεις του φθινοπώρου, όταν θα έχει δοκιµαστεί ποιος µπορεί να µετατρέψει την αρχική απήχηση σε σταθερή πολιτική δυναµική», αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται αυτήν τη στιγµή να κερδίζει το πρώτο “στοίχηµα”: τη συσπείρωση της σκληρής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ. ∆ιαθέτει προσωπική επικοινωνιακή δυνατότητα, εµπειρία και επαγγελµατικό τρόπο πολιτικής παρουσίας. Ξέρει να οργανώνει αφήγηµα και να δηµιουργεί αίσθηση πολιτικής επιστροφής. Το ερώτηµα είναι αν αυτή η συσπείρωση µπορεί να ανοίξει προς ευρύτερα ακροατήρια ή αν θα µείνει στα όρια του ήδη υπάρχοντος χώρου. Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, έχει ιστορία, θεσµική µνήµη και οργανωτική βάση. Οµως έχασε χρόνο. ∆εν έχει καταφέρει µέχρι στιγµής να δηµιουργήσει δυναµική ταύτισης µε τους πολίτες που αναζητούν κυβερνητική διέξοδο µε κεντροαριστερό πρόσηµο. ∆εν αρκεί να εµφανίζεται ως θεσµική αντιπολίτευση. Πρέπει να πείσει ότι µπορεί να γίνει φορέας εναλλακτικής προοπτικής. Και αυτό είναι το βασικό του πρόβληµα», συµπληρώνει ο επικοινωνιολόγος.

«Η Μαρία Καρυστιανού είναι ο πιο απρόβλεπτος παράγοντας. Φαίνεται να έχει πρόσβαση σε µεγαλύτερες και πιο ετερόκλητες κοινωνικές δεξαµενές, πέρα από τα παραδοσιακά κοµµατικά όρια. Η απήχησή της συνδέεται µε την ανάγκη για ηθική εκπροσώπηση και αξιοπιστία. Το κρίσιµο στοίχηµα, όµως, είναι αν αυτή η απήχηση µπορεί να αποκτήσει οργάνωση, πολιτική εκπροσώπηση, πρόγραµµα και σταθερή παρουσία στα ΜΜΕ. Αρα, η δεύτερη θέση δεν κρίνεται µόνο από τα σηµερινά ποσοστά. Κρίνεται από το ποιος µπορεί να αποκτήσει αντοχή, ταυτότητα και προοπτική. Κι αυτό θα φανεί καθαρότερα το φθινόπωρο», καταλήγει ο Γιάννης Ράζος.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά