Η θεσμοθέτηση του σχήματος 3+1 ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες σηματοδοτεί μια σημαντική γεωπολιτική μετατόπιση στην Ανατολική Μεσόγειο, μετατρέποντας την περιοχή από πεδίο γεωπολιτικών ανταγωνισμών σε μια περιοχή στρατηγικής συνεργασίας και κοινών συμφερόντων μεταξύ των τεσσάρων χωρών. Μέσω της εφαρμογής του Νόμου EastMed του 2019 και της ίδρυσης πλέον του Κέντρου Ενέργειας Ανατολικής Μεσογείου στο Χιούστον, η Ελλάδα και η Κύπρος αναβαθμίζονται σε κρίσιμους στρατηγικούς συμμάχους των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Οι ενεργειακές συμφωνίες έχουν προκαλέσει ανησυχία στην Τουρκία, με τον τουρκικό Τύπο να κάνει λόγο για γεωπολιτικές αλλαγές στην Ανατολική Μεσόγειο που θα έχουν επιπτώσεις για την Τουρκία. Και αυτό διότι η ανάδειξη της ενεργειακής συμμαχίας των 3+1 βασίζεται στην παραδοχή ότι η ενεργειακή ασφάλεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εθνική ασφάλεια Ελλάδας και Κύπρου.

Κεντρικοί κόμβοι Ελλάδα και Κύπρος στα στρατηγικά ενεργειακά έργα της Ανατολικής Μεσογείου - Σε πρώτο πλάνο IMEC, "ανοίγει ο δρόμος για τον Κάθετο Διάδρομο"

Οι δύο χώρες παύουν πλέον να λογίζονται ως απλοί περιφερειακοί παίκτες και μετατρέπονται σε κεντρικούς κόμβους για την επόμενη γενιά στρατηγικών έργων ενέργειας και διεθνούς συνδεσιμότητας, όπως ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC). Πόσω δε μάλλον που η συνεργασία αυτή υπερβαίνει τα παραδοσιακά ενεργειακά ζητήματα και εκτείνεται στην κυβερνοασφάλεια, στην προστασία κρίσιμων υποδομών, αλλά κυρίως στη μακροπρόθεσμη συνεργασία της Ελλάδας, της Κύπρου, του Ισραήλ και των ΗΠΑ σε περιφερειακό διπλωματικό επίπεδο.

Ο καθηγητής ενεργειακής πολιτικής Τσαρλς Έλληνας υποστηρίζει στο parapolitika.gr ότι οι ενεργειακές συμφωνίες μεταξύ των τεσσάρων κρατών, που έρχονται ως συνέχεια του συνεδρίου P-TEC στο Ζάππειο, μπήκαν επιτέλους σε εφαρμογή. Όπως εκτιμά, «από άποψη ασφάλειας στην περιοχή είναι πολύ χρήσιμες οι συμφωνίες, διότι η Αμερική εμπλέκεται πιο δυναμικά στην περιοχή, δυναμώνει τη συνεργασία με το Ισραήλ, που είναι πράγματι πάρα πολύ σημαντικό, και ανοίγει τον δρόμο για την Ελλάδα στον Κάθετο Διάδρομο. Επιπλέον, δυναμώνει την παρουσία της Chevron και της ExxonMobil στην Ελλάδα».

Είναι αναμενόμενο, σύμφωνα με τον κ. Έλληνα, ότι η εμβάθυνση των στρατηγικών δεσμών των τεσσάρων χωρών λειτουργεί ως ένας πόλος σταθερότητας στην περιοχή, αποτρέποντας μονομερείς ενέργειες από τρίτους. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα και η Κύπρος επισφραγίζουν τον ρόλο τους ως αξιόπιστοι εταίροι σε μία περίοδο ρευστών αναδιατάξεων. Όπως υποστηρίζει, «μετά τη στρατηγική συνεργασία του “3+1” και κυρίως τις ενεργειακές συμφωνίες, η Τουρκία δύσκολα θα κάνει οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον της Ελλάδας. Αλλά αν αποφασίσει να κάνει κάτι, δεν θα τη σταματήσει ούτε η Αμερική ούτε το Ισραήλ. Σίγουρα αυτές οι συμφωνίες κάνουν πιο δύσκολο για την Τουρκία να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, γιατί γνωρίζει ότι θα χάσει. Ξέρει ότι υπάρχει η αμερικανική υποστήριξη και δεν μπορεί να κάνει κινήσεις χωρίς να πάρει σοβαρά τις επιπτώσεις», υποστηρίζει.

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον καθηγητή ενεργειακής πολιτικής Τσαρλς Έλληνα, παρά τις αντιδράσεις της, η Τουρκία έχει τα δικά της οφέλη στην περιοχή, κυρίως λόγω της υποστήριξης που λαμβάνει από τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα τώρα που για τη μεταφορά πετρελαίου, λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, αναζητούνται χερσαίοι αγωγοί προς τη Μεσόγειο. Όπως λέει, «αυτή τη στιγμή η Αμερική προωθεί διαδρόμους από την Ασία μέσω της Τουρκίας προς την Ευρώπη. Αυτή η υποστήριξη υπάρχει από την Αμερική στην Τουρκία και έτσι κρατά μια ισορροπία μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Δεν σημαίνει ότι η Αμερική “έβαλε τα αυγά της” μόνο στο ενεργειακό καλάθι της Ελλάδας, τα έβαλε και στης Τουρκίας, που είναι πολύ σημαντικό, διότι αυτή η ισορροπία χρειάζεται να υπάρχει, είναι απαραίτητο».

Το μήνυμα για τα Δυτικά Βαλκάνια

Παράλληλα, η Ελλάδα προωθεί τη συνεργασία των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, ένα ζήτημα που αναδείχθηκε ως επιτακτική ανάγκη μετά τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας και την ενεργειακή αποδέσμευση της ΕΕ από τη ρωσική ενέργεια. Ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, σε συνέντευξή του στη σερβική εφημερίδα «Politika», αναφέρθηκε στην ανάγκη δημιουργίας μιας σταθερής βάσης για ισχυρότερη συνεργασία στον τομέα του φυσικού αερίου της Ελλάδας και της Σερβίας, ιδίως μέσω των διασυνδέσεων φυσικού αερίου με τη Βουλγαρία και τη Βόρεια Μακεδονία. Όπως δήλωσε στη συνέντευξή του, «η Ελλάδα αποτελεί την κύρια νότια ενεργειακή πύλη και κόμβο εφοδιασμού για τα Δυτικά Βαλκάνια και την ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη, συμβάλλοντας στη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας ενέργειας των χωρών της ευρύτερης περιοχής μας, συμπεριλαμβανομένης της Σερβίας, και στη μείωση της εξάρτησης από μεμονωμένους προμηθευτές. Ο ρόλος της Σερβίας είναι εξίσου κομβικός στη διασύνδεση των ενεργειακών συστημάτων της περιοχής μας με την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, στον άξονα Νότου-Βορρά».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Γεραπετρίτης στη σημασία των περιφερειακών διαδρόμων φυσικού αερίου. Όπως είπε, «η Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης (FSRU) της Αλεξανδρούπολης, στην οποία η Σερβία έχει ήδη δεσμεύσει ποσότητες προμήθειας φυσικού αερίου, καθώς και ο Τερματικός Σταθμός Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου της Ρεβυθούσας, συμβάλλουν στη διαφοροποίηση στην παροχή του φυσικού αερίου στα Βαλκάνια. Αυτό συμβαίνει μέσω του Κάθετου Διαδρόμου, ο οποίος, μέσω της κατασκευής των αγωγών Ελλάδας - Βόρειας Μακεδονίας και Βόρειας Μακεδονίας - Σερβίας, θα επεκταθεί και προς τη Σερβία».