Οι πληροφορίες που έρχονται στο φως για µια νέα αµερικανική πρωτοβουλία πολιτικής συνεννόησης στη Λιβύη προκαλούν εύλογο ενδιαφέρον. Σύµφωνα µε δηµοσιεύµατα του διεθνούς Τύπου, η Ουάσινγκτον επιχειρεί να προωθήσει ένα σχήµα κατανοµής εξουσίας µεταξύ της κυβέρνησης της Τρίπολης και των δυνάµεων που ελέγχουν την Ανατολική Λιβύη υπό τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ. Πρόκειται για εξέλιξη που αξίζει προσεκτικής αξιολόγησης. Οχι µόνο επειδή αφορά το µέλλον µιας γειτονικής χώρας µε στρατηγική σηµασία για την Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλά και επειδή ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά τις ισορροπίες σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. ∆εκαπέντε χρόνια µετά την ανατροπή του Μουαµάρ Καντάφι, η Λιβύη εξακολουθεί να αναζητά µια σταθερή πολιτική και θεσµική ισορροπία. Παρά τα µεγαλύτερα αποδεδειγµένα αποθέµατα πετρελαίου της Αφρικής και τη στρατηγική γεωγραφική της θέση, παραµένει διαιρεµένη ανάµεσα σε ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας, ένοπλες οµάδες και εξωτερικές επιρροές.

Η αµερικανική πρωτοβουλία φαίνεται να αναγνωρίζει µια πραγµατικότητα που συχνά παραβλέπεται στις διεθνείς αναλύσεις: ότι καµία λύση δεν µπορεί να επιβληθεί µονοµερώς και ότι η ενοποίηση της χώρας προϋποθέτει συνεννόηση µεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών δυνάµεων που ασκούν πραγµατική επιρροή επί του εδάφους. Ωστόσο, οι δυσκολίες παραµένουν τεράστιες. Οι µνήµες από τον εµφύλιο πόλεµο είναι ακόµη νωπές. Η πολιορκία της Τρίπολης το 2019 από τις δυνάµεις του Χαλίφα Χαφτάρ, µε τη συµµετοχή Ρώσων µισθοφόρων της οµάδας Wagner και την ενεργό εµπλοκή ξένων δυνάµεων, άφησε βαθιά τραύµατα στη λιβυκή κοινωνία. Για πολλούς Λίβυους, τα γεγονότα εκείνης της περιόδου δεν αποτελούν παρελθόν, αλλά µια ανοιχτή πληγή, που εξακολουθεί να καθορίζει πολιτικές συµπεριφορές και αντιλήψεις. Αυτό εξηγεί γιατί κάθε πρόταση κατανοµής εξουσίας αντιµετωπίζεται µε δυσπιστία. Η έλλειψη εµπιστοσύνης ανάµεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα, η παρουσία ένοπλων οµάδων που έχουν οικοδοµήσει ισχυρά οικονοµικά και πολιτικά συµφέροντα και η απουσία ενιαίων κρατικών θεσµών καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε διαδικασία εθνικής συµφιλίωσης. Παρά ταύτα, η αναζήτηση πολιτικής λύσης είναι προτιµότερη από τη διαιώνιση της σηµερινής κατάστασης. Η Λιβύη δεν µπορεί να παραµείνει επ’ αόριστον ένα πεδίο ανταγωνισµού περιφερειακών και διεθνών δυνάµεων. Ούτε η Μεσόγειος µπορεί να συνεχίσει να ζει µε µια µόνιµη εστία αστάθειας στις νότιες ακτές της.

Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σηµασία. Η πρόσφατη επανέναρξη των συνοµιλιών µεταξύ Αθήνας και Τρίπολης για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών και της Αποκλειστικής Οικονοµικής Ζώνης δηµιουργεί µια νέα δυναµική, που δεν πρέπει να χαθεί. Η διαδικασία αυτή δεν ξεκινά από το µηδέν. Είχε ήδη δροµολογηθεί το 2009 µε πρωτοβουλία της τότε υπουργού Εξωτερικών, Ντόρας Μπακογιάννη, και επιβεβαιώθηκε κατά την επίσκεψή µου στην Τρίπολη το 2012, όταν διαπιστώθηκε κοινή βούληση για την επίτευξη συµφωνίας στη βάση του ∆ιεθνούς ∆ικαίου της Θάλασσας.

Το διπλωµατικό αυτό momentum χάθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν. Η εσωτερική κατάρρευση της Λιβύης, οι ξένες παρεµβάσεις και οι επιλογές όλων των εµπλεκοµένων πλευρών δηµιούργησαν νέα δεδοµένα. Το 2019, η Ελλάδα επένδυσε πολιτικά κυρίως στον Χαλίφα Χαφτάρ, θεωρώντας ότι η αντίθεσή του προς την Τουρκία δηµιουργούσε προϋποθέσεις στρατηγικής σύγκλισης. Η προσέγγιση αυτή, ανεξαρτήτως προθέσεων, δεν απέδωσε τα προσδοκώµενα αποτελέσµατα και δεν απέτρεψε την υπογραφή του Τουρκολιβυκού Μνηµονίου.

Η συµφωνία εκείνη εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή πρόκληση για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώµατα και για τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Γι’ αυτό και η ελληνική διπλωµατία οφείλει να παρακολουθεί στενά κάθε εξέλιξη στο εσωτερικό της Λιβύης. Η Ελλάδα ορθώς συνοµιλεί µε τη διεθνώς αναγνωρισµένη κυβέρνηση της Τρίπολης, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας µε όλες τις πολιτικές και θεσµικές δυνάµεις που επηρεάζουν τις εξελίξεις. Η εξωτερική πολιτική δεν µπορεί να οικοδοµείται πάνω σε προσωποκεντρικές επιλογές ούτε σε λογικές αποκλεισµών. Χρειάζεται συνέπεια αρχών, αλλά και ρεαλισµό. Ακριβώς γι’ αυτό η διεθνής κοινότητα οφείλει να στηρίξει µια λύση που δεν θα στηρίζεται αποκλειστικά σε συσχετισµούς ισχύος ή σε προσωρινές διευθετήσεις µεταξύ ισχυρών παραγόντων, αλλά στην επανένωση των θεσµών, στη διεθνή νοµιµότητα και στη σταδιακή αποκατάσταση της λαϊκής νοµιµοποίησης µέσω εκλογών, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Η σταθερότητα της Λιβύης δεν αφορά µόνο τους Λίβυους. Αφορά την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, τη διαχείριση των µεταναστευτικών ροών, την ασφάλεια της Μεσογείου και την ισορροπία ολόκληρης της περιοχής. Η ιστορία έχει δείξει ότι τα κενά ισχύος στη Λιβύη δεν παραµένουν ποτέ κενά. Πάντοτε τα καλύπτουν άλλοι. Για τον λόγο αυτό η Ευρώπη και η Ελλάδα δεν µπορούν να παραµένουν απλοί παρατηρητές των εξελίξεων. Η Λιβύη εξακολουθεί να βρίσκεται µπροστά σε ένα δύσκολο σταυροδρόµι.

Η αµερικανική πρωτοβουλία µπορεί να µην αποτελεί ακόµη τη λύση. Ισως όµως να αποτελεί την πρώτη σοβαρή προσπάθεια των τελευταίων ετών να µετακινηθεί η χώρα από τη λογική της διαίρεσης προς τη λογική της συνεννόησης. Και σε µια εποχή γενικευµένης αστάθειας στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, αυτό από µόνο του συνιστά µια εξέλιξη που αξίζει προσοχής, αλλά και προσεκτικής αισιοδοξίας.


Άρθρο του Δημήτρη Αβραμόπουλου, πρώην Επιτρόπου Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρώην Υπουργού Εξωτερικών και Άμυνας.

Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά