Αλέξης Τσίπρας: Πρέσινγκ στην κυβέρνηση για την ακρίβεια - Τα ερωτήματα για το πλαφόν, τον πληθωρισμό και τα υπερπλεονάσματα
Η στόχευση
Στελέχη του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα αναφερόμενα σε όσα λέει η κυβέρνηση για την οικονομία τόνιζαν ότι «η οικονομία δεν κρίνεται από τα power point του Μεγάρου Μαξίμου, με την ΕΛΑΣ να εστιάζει εκεί την κριτική της
Την αχίλλειο πτέρνα της κυβέρνησης, που δεν είναι άλλη από την ακρίβεια, επιχειρεί να εκμεταλλευθεί η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα προκειμένου να εκθέσει ακόμα περισσότερο το κυβερνών κόμμα στα μάτια των Ελλήνων ψηφοφόρων. Με αφορμή τη σύσκεψη που έγινε τη Δευτέρα στο Μέγαρο Μαξίμου για το θέμα της ακρίβειας, ο αναπληρωτής εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ, Κώστας Καρπουχτσής, ανέφερε ότι «οι πολίτες δεν χρειάζονται άλλη μία σύσκεψη. Χρειάζονται απαντήσεις». Απηύθυνε μάλιστα μία σειρά από ερωτήματα προς την πλευρά της κυβέρνησης για το θέμα αυτό.
«Πρώτον. Αν το πλαφόν πέτυχε, γιατί το καταργεί; Και αν δεν πέτυχε, γιατί δεν παρουσίασε ποτέ μια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς του;
Δεύτερον. Ποιοι είναι οι 2.000 κωδικοί προϊόντων που "μειώθηκαν 6%", όπως ανέφερε ο υπουργός; Δεν φαίνεται να τους γνωρίζουν ούτε τα νοικοκυριά ούτε και η Eurostat.
Τρίτον. Η κυβέρνηση συνεχίζει να αποδίδει την ακρίβεια στον εισαγόμενο πληθωρισμό. Τότε γιατί τον Μάιο ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν 4,9%, όταν στην Ευρωζώνη ήταν 3,2%;
Και τέταρτον. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει ότι το τελευταίο κύμα πληθωρισμού, το πρώτο τρίμηνο του 2026, οφείλεται κυρίως στη διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων.
Άρα, το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με συμφωνίες κυρίων» κατέληξε ο Κώστας Καρπουχτσής προσθέτοντας: «Χρειάζονται αποτελεσματικοί έλεγχοι, ουσιαστικές παρεμβάσεις στην αγορά και πολιτική βούληση απέναντι στην αισχροκέρδεια. Γιατί οι πολίτες θέλουν φθηνότερο καλάθι στο σούπερ μάρκετ, όχι ακριβότερες δικαιολογίες».
Παράλληλα, στελέχη του κόμματος αναφερόμενα σε όσα λέει η κυβέρνηση για την οικονομία τόνιζαν ότι «η οικονομία δεν κρίνεται από τα power point του Μεγάρου Μαξίμου. Κρίνεται από το αν ζει καλύτερα ο εργαζόμενος, ο συνταξιούχος, ο μικρομεσαίος και η οικογένεια. Και εκεί τα στοιχεία λένε μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Το success story δεν αντέχει στη σύγκριση με την πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν έγινε πιο ισχυρή, έγινε πιο άνιση. Δεν έγινε πιο δίκαιη, έγινε πιο πιεστική. Και αυτό είναι το αποτέλεσμα διακυβέρνησης από τη ΝΔ και τον Κ. Μητσοτάκη».
Αναφερόμενα, μάλιστα, στα υπερπλεονάσματα, ανέφεραν ότι η διατήρησή τους δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές οικονομικές ανάγκες της χώρας. Σημείωναν, μάλιστα, ότι η συγκεκριμένη πρακτική ήταν απαραίτητη μόνο κατά τη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου, όταν η Ελλάδα έπρεπε να πείσει τις διεθνείς αγορές και τους θεσμούς ότι μπορεί να πετυχαίνει τους δημοσιονομικούς της στόχους.
«Αυτό το υπερπλεόνασμα το οποίο έχει εξασφαλίσει η κυβέρνηση δεν είναι αναγκαίο, ήταν αναγκαίο μέσα στη μνημονιακή περίοδο ’15 με ’19, διότι θέλαμε να διασφαλίσουμε μικρότερο κόστος δανεισμού από τις αγορές και να πείσουμε ένα πάρα πολύ επίμονο ΔΝΤ ότι η Ελλάδα μπορεί να επιτύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους. Για αυτό υπήρχαν υπερπλεονάσματα τότε, από εκεί και πέρα η κυβέρνηση ιδεοληπτικά συνεχίζει μια μνημονιακή πολιτική, εξασφαλίζοντας πλεονάσματα, δηλαδή δημιουργώντας έναν χώρο ο οποίος θα μπορούσε να αξιοποιηθεί κάλλιστα για άλλους λόγους» τόνιζαν χαρακτηριστικά.
«Πρώτον. Αν το πλαφόν πέτυχε, γιατί το καταργεί; Και αν δεν πέτυχε, γιατί δεν παρουσίασε ποτέ μια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς του;
Δεύτερον. Ποιοι είναι οι 2.000 κωδικοί προϊόντων που "μειώθηκαν 6%", όπως ανέφερε ο υπουργός; Δεν φαίνεται να τους γνωρίζουν ούτε τα νοικοκυριά ούτε και η Eurostat.
Τρίτον. Η κυβέρνηση συνεχίζει να αποδίδει την ακρίβεια στον εισαγόμενο πληθωρισμό. Τότε γιατί τον Μάιο ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν 4,9%, όταν στην Ευρωζώνη ήταν 3,2%;
Και τέταρτον. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει ότι το τελευταίο κύμα πληθωρισμού, το πρώτο τρίμηνο του 2026, οφείλεται κυρίως στη διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων.
Άρα, το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με συμφωνίες κυρίων» κατέληξε ο Κώστας Καρπουχτσής προσθέτοντας: «Χρειάζονται αποτελεσματικοί έλεγχοι, ουσιαστικές παρεμβάσεις στην αγορά και πολιτική βούληση απέναντι στην αισχροκέρδεια. Γιατί οι πολίτες θέλουν φθηνότερο καλάθι στο σούπερ μάρκετ, όχι ακριβότερες δικαιολογίες».
Παράλληλα, στελέχη του κόμματος αναφερόμενα σε όσα λέει η κυβέρνηση για την οικονομία τόνιζαν ότι «η οικονομία δεν κρίνεται από τα power point του Μεγάρου Μαξίμου. Κρίνεται από το αν ζει καλύτερα ο εργαζόμενος, ο συνταξιούχος, ο μικρομεσαίος και η οικογένεια. Και εκεί τα στοιχεία λένε μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Το success story δεν αντέχει στη σύγκριση με την πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν έγινε πιο ισχυρή, έγινε πιο άνιση. Δεν έγινε πιο δίκαιη, έγινε πιο πιεστική. Και αυτό είναι το αποτέλεσμα διακυβέρνησης από τη ΝΔ και τον Κ. Μητσοτάκη».
Αναφερόμενα, μάλιστα, στα υπερπλεονάσματα, ανέφεραν ότι η διατήρησή τους δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές οικονομικές ανάγκες της χώρας. Σημείωναν, μάλιστα, ότι η συγκεκριμένη πρακτική ήταν απαραίτητη μόνο κατά τη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου, όταν η Ελλάδα έπρεπε να πείσει τις διεθνείς αγορές και τους θεσμούς ότι μπορεί να πετυχαίνει τους δημοσιονομικούς της στόχους.
«Αυτό το υπερπλεόνασμα το οποίο έχει εξασφαλίσει η κυβέρνηση δεν είναι αναγκαίο, ήταν αναγκαίο μέσα στη μνημονιακή περίοδο ’15 με ’19, διότι θέλαμε να διασφαλίσουμε μικρότερο κόστος δανεισμού από τις αγορές και να πείσουμε ένα πάρα πολύ επίμονο ΔΝΤ ότι η Ελλάδα μπορεί να επιτύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους. Για αυτό υπήρχαν υπερπλεονάσματα τότε, από εκεί και πέρα η κυβέρνηση ιδεοληπτικά συνεχίζει μια μνημονιακή πολιτική, εξασφαλίζοντας πλεονάσματα, δηλαδή δημιουργώντας έναν χώρο ο οποίος θα μπορούσε να αξιοποιηθεί κάλλιστα για άλλους λόγους» τόνιζαν χαρακτηριστικά.
En