Τς τελευταίες ηµέρες επανήλθε δυναµικά στο πολιτικό προσκήνιο η συζήτηση γύρω από την ψήφιση των νέων Ποινικών Κωδίκων το καλοκαίρι του 2019 από την τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, µόλις λίγες εβδοµάδες πριν από τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου. Επτά χρόνια µετά την αναµόρφωση του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, η συγκεκριµένη νοµοθετική πρωτοβουλία εξακολουθεί να αποτελεί αντικείµενο έντονης πολιτικής και νοµικής αντιπαράθεσης.

Διαβάστε: "Πυρά" Κοντονή σε Τσίπρα: Αποκλειστική ευθύνη του η κρίση στην Αριστερά - Ο "Μεσσίας" έρχεται σήμερα για να συστήσει κόμμα μέσω της συγγραφής του βιβλίου 

Αφορµή για την αναζωπύρωση της συζήτησης αποτέλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Υγείας, Aδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος επανέφερε στον δηµόσιο διάλογο τις παλαιότερες καταγγελίες του πρώην υπουργού ∆ικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή, διατυπώνοντας µάλιστα ακόµα βαρύτερους ισχυρισµούς σχετικά µε τα κίνητρα που οδήγησαν στην ψήφιση των νέων Κωδίκων. Η νοµοθετική αλλαγή του 2019 παρουσιάστηκε τότε ως µία από τις σηµαντικότερες µεταρρυθµίσεις του ελληνικού Ποινικού ∆ικαίου µετά τη Μεταπολίτευση. Οι δύο νέοι Κώδικες αντικατέστησαν νοµοθετήµατα που ίσχυαν για πολλές δεκαετίες, επιχειρώντας να εκσυγχρονίσουν το ποινικό σύστηµα της χώρας και να το προσαρµόσουν στις σύγχρονες ευρωπαϊκές εξελίξεις. Παράλληλα, στόχος της µεταρρύθµισης ήταν η επιτάχυνση της απονοµής της δικαιοσύνης, η αναλογικότερη αντιµετώπιση των αδικηµάτων και η απλούστευση µιας σειράς ποινικών διαδικασιών που θεωρούνταν ιδιαίτερα χρονοβόρες.

Η τότε κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι νέοι Κώδικες δεν αποτελούσαν προϊόν πολιτικής σκοπιµότητας, αλλά το αποτέλεσµα πολυετούς εργασίας ειδικών νοµοπαρασκευαστικών επιτροπών, στις οποίες συµµετείχαν πανεπιστηµιακοί, δικαστικοί λειτουργοί και εξειδικευµένοι νοµικοί. Σύµφωνα µε την επιχειρηµατολογία της κυβέρνησης, η Ελλάδα όφειλε να αποκτήσει ένα σύγχρονο ποινικό πλαίσιο, εναρµονισµένο µε τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τις εξελίξεις της νοµικής επιστήµης.

Οι αντιδράσεις για τους Κώδικες

Ωστόσο, από την πρώτη στιγµή η χρονική συγκυρία της ψήφισης των νέων Κωδίκων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όπως και συγκεκριµένες διατάξεις. Η νοµοθετική διαδικασία ολοκληρώθηκε στις αρχές Ιουνίου του 2019, ενώ είχε ήδη ανακοινωθεί η προκήρυξη πρόωρων εκλογών µετά το αποτέλεσµα των ευρωεκλογών. Η αντιπολίτευση υποστήριξε ότι µια τόσο εκτεταµένη µεταρρύθµιση δεν θα έπρεπε να ψηφιστεί από µια κυβέρνηση που βρισκόταν ουσιαστικά στο τέλος της θητείας της, αλλά να αποτελέσει αντικείµενο διαβούλευσης από την κυβέρνηση που θα προέκυπτε µετά τις κάλπες. Εκτός από την πολιτική κριτική, επιφυλάξεις διατυπώθηκαν και από µέρος της νοµικής κοινότητας. Αρκετοί δικαστικοί λειτουργοί, εισαγγελείς και ποινικολόγοι επισήµαναν ότι ορισµένες διατάξεις απαιτούσαν περαιτέρω επεξεργασία, ενώ εξέφρασαν προβληµατισµό για τον περιορισµένο χρόνο δηµόσιας διαβούλευσης πριν από την ψήφισή τους.

Μετά τις εκλογές και την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα ∆ηµοκρατία, η νέα κυβέρνηση υποστήριξε ότι αρκετές προβλέψεις των νέων Κωδίκων οδηγούσαν σε ευνοϊκότερη ποινική µεταχείριση συγκεκριµένων κατηγοριών αδικηµάτων. Εντονη συζήτηση προκάλεσε η µετατροπή της ενεργητικής δωροδοκίας από κακούργηµα σε πληµµέληµα, ρύθµιση η οποία επικρίθηκε έντονα τόσο από πολιτικούς αντιπάλους της τότε κυβέρνησης όσο και από οργανισµούς που δραστηριοποιούνται στην καταπολέµηση της διαφθοράς.

Παράλληλα, στο στόχαστρο βρέθηκαν διατάξεις που αφορούσαν την εκτέλεση των ποινών, τις προϋποθέσεις αποφυλάκισης, καθώς και επιµέρους προβλέψεις, οι οποίες, σύµφωνα µε τους επικριτές τους, επηρέαζαν σηµαντικές εκκρεµείς ποινικές υποθέσεις. Ανάµεσα σε αυτές περιλαµβάνονταν και διατάξεις που σχετίζονταν µε τη δίκη της εγκληµατικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής, καθώς  υποστηρίχτηκε ότι ορισµένες αλλαγές οδηγούσαν σε επιεικέστερη µεταχείριση των καταδικασθέντων.

Διορθωτικές τροποποιήσεις

Η κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας προχώρησε σχετικά σύντοµα σε σειρά τροποποιήσεων των νέων Ποινικών Κωδίκων, υποστηρίζοντας ότι ήταν αναγκαίο να διορθωθούν προβληµατικές διατάξεις που είχαν ήδη επισηµανθεί τόσο από δικαστικούς λειτουργούς όσο και από την ίδια την εφαρµογή του νόµου στην πράξη. Εκτοτε ακολούθησαν και νέες τροποποιήσεις, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι Κώδικες του 2019 έχουν υποστεί σηµαντικές αλλαγές σε σχέση µε την αρχική τους µορφή.

Η κριτική

Αυτό, ωστόσο, που προκάλεσε αίσθηση από την πρώτη στιγµή ήταν οι παρεµβάσεις του πρώην υπουργού ∆ικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή. Ο κ. Κοντονής είχε διατελέσει υπουργός ∆ικαιοσύνης στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για σηµαντικό χρονικό διάστηµα, πριν τον διαδεχτεί ο Μιχάλης Καλογήρου, επί των ηµερών του οποίου ολοκληρώθηκε η ψήφιση των νέων Κωδίκων. Από τον Σεπτέµβριο του 2019 και έπειτα, ο πρώην υπουργός άσκησε ιδιαίτερα έντονη κριτική στον τρόπο µε τον οποίο ολοκληρώθηκε η διαδικασία. Υποστήριξε ότι η ψήφιση των Κωδίκων επισπεύσθηκε αδικαιολόγητα λίγο πριν από τις εκλογές, ενώ έκανε λόγο για «διευθετήσεις» που, κατά την εκτίµησή του, επηρέασαν συγκεκριµένες εκκρεµείς δικαστικές υποθέσεις.

Σε µεταγενέστερες συνεντεύξεις του, ο κ. Κοντονής προχώρησε ακόµα περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι στο Μέγαρο Μαξίµου λειτουργούσε ένα άτυπο κέντρο συντονισµού θεµάτων ∆ικαιοσύνης, το οποίο χαρακτήρισε «παρα-υπουργείο ∆ικαιοσύνης». Οι αναφορές αυτές προκάλεσαν έντονες πολιτικές αντιδράσεις, ενώ ο ίδιος κάλεσε επανειληµµένα τον τότε πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, να δώσει εξηγήσεις για τις συγκεκριµένες επιλογές της κυβέρνησής του.

Χαρακτηριστική υπήρξε η δήλωσή του ότι «πιστεύω ακράδαντα πως το κόµµα που επαγγέλθηκε την κάθαρση δεν µπορεί να οργανώνει ως κυβέρνηση παραγραφές σοβαρότατων αδικηµάτων». Παράλληλα, άσκησε έντονη κριτική για τη µετατροπή της δωροδοκίας σε πληµµέληµα, για τις αλλαγές που αφορούσαν τη δίκη της Χρυσής Αυγής, αλλά και για την κατάργηση της στέρησης των πολιτικών δικαιωµάτων ως παρεπόµενης ποινής.

Παρά τις ιδιαίτερα αιχµηρές τοποθετήσεις του, αξίζει να σηµειωθεί ότι ο κ. Κοντονής δεν έχει διατυπώσει δηµόσια ρητό ισχυρισµό ότι ο Αλέξης Τσίπρας δωροδοκήθηκε ή έλαβε χρήµατα για την ψήφιση των Ποινικών Κωδίκων. Αντίθετα, σε πρόσφατες διευκρινίσεις του είπε ότι οι αναφορές του αφορούσαν ζητήµατα πολιτικής διαπλοκής και πολιτικών επιλογών.

Οι δηµόσιες παρεµβάσεις του επικεντρώθηκαν κυρίως στην πολιτική ευθύνη για τον χρόνο ψήφισης των Κωδίκων, στη διαδικασία που ακολουθήθηκε, καθώς και στις συνέπειες που είχαν συγκεκριµένες νοµοθετικές επιλογές. Παράλληλα, άφησε σαφείς αιχµές περί διαπλοκής κατά τη νοµοθέτηση, υποστηρίζοντας ότι ο τρόπος µε τον οποίο ολοκληρώθηκε η διαδικασία δηµιουργεί σοβαρά πολιτικά ερωτήµατα. Ο πρώην υπουργός έχει ακόµα επισηµάνει πως, παρότι η νοµοπαρασκευαστική επιτροπή είχε ξεκινήσει το έργο της κατά τη διάρκεια της δικής του θητείας, ο τελικός σχεδιασµός διαφοροποιήθηκε σε κρίσιµα σηµεία. Επιπλέον, επέκρινε το γεγονός ότι οι νέοι Κώδικες ψηφίστηκαν µε τη διαδικασία του κατεπείγοντος, χωρίς να προηγηθεί ευρεία διαβούλευση µε τις Νοµικές Σχολές της χώρας και τις επιστηµονικές ενώσεις των ποινικολόγων.

Σε παλαιότερες παρεµβάσεις του είχε, µάλιστα, υποστηρίξει ότι η ηµεροµηνία διεξαγωγής των εθνικών εκλογών µετατέθηκε κατά µία εβδοµάδα, ώστε να υπάρξει ο αναγκαίος χρόνος για την ψήφιση των νέων Κωδίκων, ισχυρισµός που επίσης προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις.

Για το σύνολο των καταγγελιών υπήρξε εισαγγελική διερεύνηση κατά τα έτη 2020 και 2021. Η έρευνα ολοκληρώθηκε χωρίς να οδηγήσει στην άσκηση ποινικών διώξεων, ενώ η σχετική δικογραφία τέθηκε στο αρχείο, εξέλιξη που επικαλούνται µέχρι σήµερα στελέχη του τότε ΣΥΡΙΖΑ προκειµένου να απορρίψουν τις σχετικές αιτιάσεις

Οι καταγγελίες

Η υπόθεση επανήλθε µε ιδιαίτερη ένταση στον δηµόσιο διάλογο όταν ο υπουργός Υγείας, Αδωνις Γεωργιάδης, επανέφερε τις καταγγελίες του Σταύρου Κοντονή, προχωρώντας όµως ένα βήµα παραπέρα. Συγκεκριµένα, υποστήριξε δηµόσια ότι ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έλαβε χρήµατα προκειµένου να ψηφιστούν οι επίµαχοι Ποινικοί Κώδικες, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Ο κ. Κοντονής, ο υπουργός ∆ικαιοσύνης του, δήλωσε ότι πήρε λεφτά για να ψηφίσει τους Ποινικούς Κώδικες. Και αυτή είναι η µόνη λογική εξήγηση…», είπε ο κ. Γεωργιάδης.

Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν νέα σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση. Η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Αννα Παπαδοπούλου, υποστήριξε ότι οι αναφορές του Σταύρου Κοντονή είχαν ήδη διερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από τη ∆ικαιοσύνη και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο. Παράλληλα, κατηγόρησε τη Νέα ∆ηµοκρατία ότι επικαλείται τις αποφάσεις της ∆ικαιοσύνης επιλεκτικά, ανάλογα µε τις πολιτικές της επιδιώξεις. Η ίδια τόνισε ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει συνδέσει το πολιτικό του προφίλ µε την εντιµότητα και τη διαφάνεια, χαρακτηρίζοντας «ανίερη» την προσπάθεια να του αποδοθούν κατηγορίες περί χρηµατισµού από πολιτικούς αντιπάλους που, όπως ανέφερε, έχουν συνδεθεί µε σοβαρές υποθέσεις σκανδάλων. Παράλληλα, έκανε λόγο για πολιτικό πανικό της κυβέρνησης και για προσπάθεια αλλαγής της δηµόσιας ατζέντας.

Στο ζήτηµα παρενέβη και ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης, Κυριάκος Βελόπουλος, ο οποίος µετέβη στον Αρειο Πάγο καταθέτοντας µηνυτήρια αναφορά. Ο κ. Βελόπουλος ζήτησε την άµεση διερεύνηση των δηλώσεων του Αδωνι Γεωργιάδη, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον ένας κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησης προβαίνει σε τόσο σοβαρές καταγγελίες περί χρηµατισµού πρώην πρωθυπουργού, η ∆ικαιοσύνη οφείλει να παρέµβει άµεσα.

Παράλληλα, διερωτήθηκε γιατί η κυβέρνηση δεν είχε κινηθεί δικαστικά νωρίτερα, εφόσον, όπως υποστήριξε, διέθετε στοιχεία που δικαιολογούν τόσο βαριές δηµόσιες καταγγελίες. Επιπλέον, έκανε λόγο για «βαθιά σήψη» του πολιτικού συστήµατος, υποστηρίζοντας ότι µεταξύ των δύο µεγάλων κοµµάτων υπάρχει διαχρονικά αλληλοκάλυψη και αλληλοεκβιασµός, καλώντας τη ∆ικαιοσύνη να διαλευκάνει πλήρως την υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση γύρω από τους Ποινικούς Κώδικες του 2019 επανέρχεται συνεχώς στο προσκήνιο. Οι επικριτές της τότε κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η ψήφιση µιας τόσο σηµαντικής µεταρρύθµισης λίγο πριν από τις εκλογές υπήρξε πολιτικά λανθασµένη, ενώ ορισµένες διατάξεις δηµιούργησαν σοβαρά προβλήµατα, τα οποία χρειάστηκε στη συνέχεια να διορθωθούν µε διαδοχικές νοµοθετικές παρεµβάσεις.

Από την άλλη πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας και οι συνεργάτες του επιµένουν ότι οι νέοι Κώδικες αποτέλεσαν προϊόν πολυετούς επιστηµονικής επεξεργασίας και ότι οι αλλαγές ανταποκρίνονταν στις σύγχρονες ανάγκες του Ποινικού ∆ικαίου, υποστηρίζοντας πως οι µεταγενέστερες καταγγελίες αποτελούν µέρος της ευρύτερης πολιτικής αντιπαράθεσης, που συνεχίζεται µέχρι σήµερα. Το κατά πόσο η υπόθεση θα αποκτήσει και νέα δικαστική διάσταση ή θα παραµείνει αποκλειστικά στο πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης µένει να φανεί το επόµενο διάστηµα

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά»