Το "ταμείο" της Αθήνας μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα: Πώς διαβάζει η ελληνική πλευρά τις θετικές αναφορές του Τραμπ προς τον Ταγίπ Ερντογάν
Εγγυήσεις και "κόκκινες γραμμές"
Ανώτατη διπλωματική πηγή σχολίαζε ότι ήταν εξαιρετικά κρίσιμο το γεγονός πως ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, έθεσε το ζήτημα του casus belli στην Αγκυρα
«Αναμενόμενη». Αυτήν τη λέξη χρησιμοποιούν ανώτατες διπλωματικές πηγές στην Αθήνα για να χαρακτηρίσουν την έκβαση της Συνόδου του ΝΑΤΟ που διεξήχθη στην Αγκυρα. Τα «Παραπολιτικά» αποκαλύπτουν το παρασκήνιο και όσα ειπώθηκαν πίσω από τις κλειστές πόρτες. Το διπλωματικό φλερτ μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Ταγίπ Ερντογάν δεν χαροποίησε την Αθήνα, ούτε όμως την ξάφνιασε. Εν πολλοίς, θεωρείτο βέβαιο ότι ο πλανητάρχης θα μιλούσε με καλά λόγια για τον -οικοδεσπότη- Τούρκο πρόεδρο, δεδομένης και της καλής διαπροσωπικής τους σχέσης. Ωστόσο, όπως έλεγε χαρακτηριστικά στην υπογράφουσα ανώτατη διπλωματική πηγή, αυτό δεν σημαίνει ότι θα μετουσιωθεί σε «πράσινο φως» για την πώληση αμερικανικών F-35 στη γείτονα. Αλλωστε, ο πλανητάρχης δήλωσε δημοσίως ότι δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν θα δώσει τα μαχητικά.
Σε κάθε περίπτωση, ο δρόμος είναι μακρύς και σύνθετος. Η δε διαδικασία πολύ συγκεκριμένη. Θα πρέπει να δοθεί απόδειξη από την πλευρά που θα υποβάλει το σχετικό αίτημα στο Κογκρέσο ότι η Τουρκία δεν έχει πλέον στην κατοχή της τους ρωσικούς S-400 και ότι δεν θα υπάρξει συνεργασία με τη Μόσχα στο μέλλον. Το σενάριο που επεξεργάζεται η Αγκυρα είναι η μετεγκατάσταση των S-400 σε χώρες του Κόλπου, με το Κατάρ και τα Εμιράτα να προκρίνονται -σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες- ως οι επικρατέστερες επιλογές, στο πλαίσιο αυτής της συμβιβαστικής φόρμουλας για να αρθούν οι κυρώσεις του νόμου CAATSA.
Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα διαμηνύει ότι δεν δύναται να υποδείξει στις Ηνωμένες Πολιτείες την εξοπλιστική τους πολιτική. Θεωρεί, όμως, αυτονόητο ότι θα πρέπει να υπάρξουν όροι. Ητοι... εγγυήσεις ότι τα όπλα δεν θα χρησιμοποιούνται εις βάρος άλλης ΝΑΤΟϊκής χώρας.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ήταν η αποστροφή του Νίκου Δένδια στο συνέδριο του «Economist». Συγκεκριμένα, ο υπουργός Εθνικής Αμυνας διερωτήθηκε με νόημα: «Το να δώσεις μια πλατφόρμα σε μια χώρα στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς την κάλυψη ότι αυτό το πρόγραμμα δεν θα χρησιμοποιηθεί εναντίον ενός άλλου κράτους-μέλους είναι υπέρ ή κατά των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών»;
Συγκεκριμένα, η Ελλάδα αναμένει τα πρώτα μαχητικά πέμπτης γενιάς (stealth, δηλαδή αόρατα από τα εχθρικά ραντάρ) περί το 2029, ενώ από του χρόνου οι Ελληνες πιλότοι θα ξεκινήσουν να εκπαιδεύονται στα νέα όπλα. Επίσης, δρομολογούνται επενδύσεις αρκετών εκατομμυρίων στην 117 Πτέρυγα Μάχης της Ανδραβίδας, όπου θα είναι η «φωλιά» των F-35.
Στον αντίποδα, οι Τούρκοι τέθηκαν εκτός προγράμματος το 2019, αφού το 2017 αγόρασαν το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400, από το οποίο τώρα πρέπει κάπως να απαλλαγούν. Εχουν πληρώσει αεροσκάφη, μάλιστα έξι από αυτά έχουν παραχθεί και βρίσκονται σε κάποιο υπόστεγο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτά προσπαθεί να «ξεμπλοκάρει» πρωτίστως ο Τ. Ερντογάν.
Γιατί εστιάζει σε αυτά; Διότι, ακόμα και αν ξεμπλοκάρουν οι κυρώσεις τους επόμενους μήνες και η Τουρκία προχωρήσει σε παραγγελία, δεν θα μπορεί να τα προμηθευτεί πριν από μια τετραετία-πενταετία. Οπως έλεγε χαρακτηριστικά αρμόδια πηγή, «αν έκανε σήμερα παραγγελία η Τουρκία, θα παραλάμβανε το 2030-2031, καθώς στη γραμμή παραγωγής προηγούνται παραγγελίες από την Ελλάδα, τη Φινλανδία και το Βέλγιο».
«Τα προβλήματα που προέρχονται από το παρελθόν, οι αποφάσεις που έλαβε η τουρκική Εθνοσυνέλευση τη δεκαετία του ’90 απλά δεν έχουν θέση στον σημερινό κόσμο», δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε ερώτηση του A haber.
Από την πλευρά του, ο κ. Ερντογάν προσπάθησε να υποβαθμίσει το θέμα, παρουσιάζοντάς το ως ένα ζήτημα που δεν είναι ευρέως γνωστό στη γείτονα και που δεν αφορά τους Τούρκους πολίτες.
«Δεν απομειώνεται επειδή δεν είναι ευρέως γνωστό. Θέλουμε οριστική απόσυρσή του. Αν δεν απασχολεί την εσωτερική κοινή γνώμη στην Τουρκία, τότε είναι ακόμα πιο εύκολο να αποσυρθεί», δήλωνε σχετικά η ίδια διπλωματική πηγή.
Πηγές από την κυβέρνηση έλεγαν ότι η Τουρκία ως οικοδέσποινα χώρα ήταν άψογη με την ελληνική αποστολή, όπως κι εμείς είμαστε μαζί τους κάθε φορά που έρχονται στην Αθήνα.
Οσο για το οθωμανικό εμβατήριο που ακούστηκε πριν από το δείπνο των ηγετών, διευκρινίστηκε ότι αυτό ακουγόταν κατά την άφιξη όλων των ηγετών.
Πάντως, συζήτηση για τα Ελληνοτουρκικά δεν έγινε. Ούτε κατά τη σύντομη συνάντηση των δύο ηγετών ούτε κατά το εξίσου σύντομο τετ-α-τετ των υπουργών Εξωτερικών.
Η δε συζήτηση για τη μία και μοναδική διαφορά μας, δηλαδή για τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, δεν μπορεί να ξεκινήσει.
«Δεν έχει γίνει πρόοδος, γιατί διαφωνούμε. Εμείς λέμε ότι έχουμε ένα πρόβλημα, ενώ οι Τούρκοι μιλούν για αλληλένδετα προβλήματα. Αν θελήσουν οι ηγέτες να καθίσουν στο τραπέζι του διαλόγου, θα καθίσουν. Αλλά, για να γίνει αυτό, απαιτείται τεχνική, διπλωματική και νομική προεργασία, η οποία δεν έχει γίνει, γιατί διαφωνούμε», έλεγαν αρμόδιοι κύκλοι στην υπογράφουσα.
*Δημοσιεύτηκε στα «Παραπολιτικά»
Σε κάθε περίπτωση, ο δρόμος είναι μακρύς και σύνθετος. Η δε διαδικασία πολύ συγκεκριμένη. Θα πρέπει να δοθεί απόδειξη από την πλευρά που θα υποβάλει το σχετικό αίτημα στο Κογκρέσο ότι η Τουρκία δεν έχει πλέον στην κατοχή της τους ρωσικούς S-400 και ότι δεν θα υπάρξει συνεργασία με τη Μόσχα στο μέλλον. Το σενάριο που επεξεργάζεται η Αγκυρα είναι η μετεγκατάσταση των S-400 σε χώρες του Κόλπου, με το Κατάρ και τα Εμιράτα να προκρίνονται -σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες- ως οι επικρατέστερες επιλογές, στο πλαίσιο αυτής της συμβιβαστικής φόρμουλας για να αρθούν οι κυρώσεις του νόμου CAATSA.
Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα διαμηνύει ότι δεν δύναται να υποδείξει στις Ηνωμένες Πολιτείες την εξοπλιστική τους πολιτική. Θεωρεί, όμως, αυτονόητο ότι θα πρέπει να υπάρξουν όροι. Ητοι... εγγυήσεις ότι τα όπλα δεν θα χρησιμοποιούνται εις βάρος άλλης ΝΑΤΟϊκής χώρας.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ήταν η αποστροφή του Νίκου Δένδια στο συνέδριο του «Economist». Συγκεκριμένα, ο υπουργός Εθνικής Αμυνας διερωτήθηκε με νόημα: «Το να δώσεις μια πλατφόρμα σε μια χώρα στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς την κάλυψη ότι αυτό το πρόγραμμα δεν θα χρησιμοποιηθεί εναντίον ενός άλλου κράτους-μέλους είναι υπέρ ή κατά των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών»;
F-35: Η Ελλάδα παραλαμβάνει - Η Τουρκία στο "περίμενε"
Υπενθυμίζεται, πάντως, ότι η Ελλάδα έχει ήδη παραγγείλει F-35 (20, με option για άλλα 20) και είναι στη γραμμή παραγωγής της Lockheed Martin, ενώ η Τουρκία, που ήταν συμπαραγωγός χώρα από το 2002, έχει μείνει εκτός προγράμματος εδώ και επτά χρόνια.Συγκεκριμένα, η Ελλάδα αναμένει τα πρώτα μαχητικά πέμπτης γενιάς (stealth, δηλαδή αόρατα από τα εχθρικά ραντάρ) περί το 2029, ενώ από του χρόνου οι Ελληνες πιλότοι θα ξεκινήσουν να εκπαιδεύονται στα νέα όπλα. Επίσης, δρομολογούνται επενδύσεις αρκετών εκατομμυρίων στην 117 Πτέρυγα Μάχης της Ανδραβίδας, όπου θα είναι η «φωλιά» των F-35.
Στον αντίποδα, οι Τούρκοι τέθηκαν εκτός προγράμματος το 2019, αφού το 2017 αγόρασαν το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400, από το οποίο τώρα πρέπει κάπως να απαλλαγούν. Εχουν πληρώσει αεροσκάφη, μάλιστα έξι από αυτά έχουν παραχθεί και βρίσκονται σε κάποιο υπόστεγο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτά προσπαθεί να «ξεμπλοκάρει» πρωτίστως ο Τ. Ερντογάν.
Γιατί εστιάζει σε αυτά; Διότι, ακόμα και αν ξεμπλοκάρουν οι κυρώσεις τους επόμενους μήνες και η Τουρκία προχωρήσει σε παραγγελία, δεν θα μπορεί να τα προμηθευτεί πριν από μια τετραετία-πενταετία. Οπως έλεγε χαρακτηριστικά αρμόδια πηγή, «αν έκανε σήμερα παραγγελία η Τουρκία, θα παραλάμβανε το 2030-2031, καθώς στη γραμμή παραγωγής προηγούνται παραγγελίες από την Ελλάδα, τη Φινλανδία και το Βέλγιο».
Το κρίσιμο casus belli
Μετά το πέρας της Συνόδου, ανώτατη διπλωματική πηγή σχολίαζε ότι ήταν εξαιρετικά κρίσιμο το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός έθεσε το ζήτημα του casus belli στην Αγκυρα -χαρακτηρίζοντάς το «ιστορική ανορθογραφία»-, προσθέτοντας ότι, αν δεν αρθεί η απειλή πολέμου, δεν εκκινεί η συζήτηση για συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα.«Τα προβλήματα που προέρχονται από το παρελθόν, οι αποφάσεις που έλαβε η τουρκική Εθνοσυνέλευση τη δεκαετία του ’90 απλά δεν έχουν θέση στον σημερινό κόσμο», δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε ερώτηση του A haber.
Από την πλευρά του, ο κ. Ερντογάν προσπάθησε να υποβαθμίσει το θέμα, παρουσιάζοντάς το ως ένα ζήτημα που δεν είναι ευρέως γνωστό στη γείτονα και που δεν αφορά τους Τούρκους πολίτες.
«Δεν απομειώνεται επειδή δεν είναι ευρέως γνωστό. Θέλουμε οριστική απόσυρσή του. Αν δεν απασχολεί την εσωτερική κοινή γνώμη στην Τουρκία, τότε είναι ακόμα πιο εύκολο να αποσυρθεί», δήλωνε σχετικά η ίδια διπλωματική πηγή.
Το τετ α τετ Μητσοτάκη & Ερντογάν
Κατά την άφιξη των ηγετών στον χώρο της Συνόδου, ο κ. Μητσοτάκης είχε ένα σύντομο τετ-α-τετ με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, αλλά και με τον κ. Ερντογάν, κατά τη διάρκεια του οποίου φέρεται να ευχαρίστησε τον Τούρκο πρόεδρο για τη φιλοξενία και την άψογη διοργάνωση.Πηγές από την κυβέρνηση έλεγαν ότι η Τουρκία ως οικοδέσποινα χώρα ήταν άψογη με την ελληνική αποστολή, όπως κι εμείς είμαστε μαζί τους κάθε φορά που έρχονται στην Αθήνα.
Οσο για το οθωμανικό εμβατήριο που ακούστηκε πριν από το δείπνο των ηγετών, διευκρινίστηκε ότι αυτό ακουγόταν κατά την άφιξη όλων των ηγετών.
Πάντως, συζήτηση για τα Ελληνοτουρκικά δεν έγινε. Ούτε κατά τη σύντομη συνάντηση των δύο ηγετών ούτε κατά το εξίσου σύντομο τετ-α-τετ των υπουργών Εξωτερικών.
Η δε συζήτηση για τη μία και μοναδική διαφορά μας, δηλαδή για τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, δεν μπορεί να ξεκινήσει.
«Δεν έχει γίνει πρόοδος, γιατί διαφωνούμε. Εμείς λέμε ότι έχουμε ένα πρόβλημα, ενώ οι Τούρκοι μιλούν για αλληλένδετα προβλήματα. Αν θελήσουν οι ηγέτες να καθίσουν στο τραπέζι του διαλόγου, θα καθίσουν. Αλλά, για να γίνει αυτό, απαιτείται τεχνική, διπλωματική και νομική προεργασία, η οποία δεν έχει γίνει, γιατί διαφωνούμε», έλεγαν αρμόδιοι κύκλοι στην υπογράφουσα.
*Δημοσιεύτηκε στα «Παραπολιτικά»
En