Η σταθερότητα δεν αρκεί. Χρειάζεται ένα άλμα μπροστά. Οι δημοσκοπήσεις διαβάζονται συνήθως ως ένας πίνακας κατάταξης: ποιος προηγείται, ποιος υποχωρεί και ποιος πλησιάζει το όριο εισόδου στη Βουλή. Τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα, όμως, βρίσκονται συχνά μακριά από την πρόθεση ψήφου και αποκτούν πραγματική πολιτική αξία όταν συσχετιστούν μεταξύ τους. Στις τελευταίες έρευνες της MRB και της GPO, η Νέα Δημοκρατία παραμένει καθαρά πρώτη, με 23,8% στην πρόθεση ψήφου της MRB και 25,7% στην GPO. Στην εκτίμηση ψήφου -μετά την αναγωγή των αναποφάσιστων- οι δύο εταιρείες την τοποθετούν σχεδόν στο ίδιο σημείο: στο 29% και στο 29,3% αντίστοιχα.

Πίσω από αυτή τη σταθερότητα, ωστόσο, διαμορφώνεται μια πολύ πιο σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα. Στην έρευνα της MRB, το 75,4% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δυσκολεύεται ή αδυνατεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Μόλις το 23,9% αναφέρει ότι δεν αντιμετωπίζει σχετική δυσκολία. Πρόκειται για ένα ποσοστό σχεδόν ταυτόσημο με το 23,8% της Νέας Δημοκρατίας στην πρόθεση ψήφου. Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται ακριβώς για τους ίδιους πολίτες. Για να αποδειχθεί κάτι τέτοιο, θα χρειαζόμασταν τις διασταυρώσεις των απαντήσεων. Η αριθμητική σύμπτωση, όμως, έχει σαφές πολιτικό ενδιαφέρον: η σημερινή εκλογική βάση της κυβέρνησης έχει περίπου το ίδιο μέγεθος με το τμήμα της κοινωνίας που δηλώνει ότι ακόμη αντέχει οικονομικά. Κοντά στα ίδια επίπεδα βρίσκεται και το 25,8% που επιθυμεί, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μία ακόμη κυβερνητική θητεία. Διαμορφώνεται έτσι η εικόνα ενός σχετικά συμπαγούς κυβερνητικού μπλοκ, το οποίο αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο της κοινωνίας.

Η GPO ενισχύει αυτή τη διπλή ανάγνωση. Το 68,5% δηλώνει ότι η οικονομία και η ακρίβεια θα επηρεάσουν την ψήφο του. Παράλληλα, η ΝΔ εξακολουθεί να προηγείται στην εμπιστοσύνη για τη διαχείριση της οικονομίας με 32,3%. Όταν, όμως, η ερώτηση περιορίζεται ειδικά στην αντιμετώπιση της ακρίβειας, το ποσοστό της μειώνεται στο 26,3%, ενώ ο «κανένας» ανεβαίνει στο 36,3%. Οι πολίτες, δηλαδή, φαίνεται να διαχωρίζουν τη γενική οικονομική διαχείριση από την καθημερινή τους εμπειρία. Μπορεί να αναγνωρίζουν θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες ή να θεωρούν τη ΝΔ συγκριτικά ικανότερη να διαχειριστεί την οικονομία, χωρίς να αισθάνονται αντίστοιχη βελτίωση στο διαθέσιμο εισόδημά τους. Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον στο σουπερμάρκετ. Αφορά το ενοίκιο, το κόστος αγοράς κατοικίας και τη δυσκολία πολλών νέων ανθρώπων και οικογενειών να βρουν προσιτή στέγη. Όταν η εργασία και το εισόδημα δεν αρκούν για μια αξιοπρεπή καθημερινότητα, ενισχύεται η αίσθηση ότι το σύστημα δεν λειτουργεί δίκαια.

Αυτή η ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης είναι ορατή και στις απαντήσεις για τη διαφθορά. Στο συγκεκριμένο πεδίο, η Νέα Δημοκρατία δεν προηγείται: συγκεντρώνει 21,7%, έναντι 24,2% της ΕΛΑΣ, ενώ ο «κανένας» φτάνει στο 38,7% — το υψηλότερο ποσοστό απόρριψης των κομμάτων. Η εξωτερική πολιτική προσθέτει μία ακόμη κρίσιμη διάσταση. Μπορεί να επηρεάζει την ψήφο λιγότερο από την οικονομία —23,1% έναντι 68,5%— αλλά αποτελεί το ισχυρότερο πεδίο συγκριτικού πλεονεκτήματος της κυβέρνησης. Το 39,2% εμπιστεύεται περισσότερο τη ΝΔ για τη διαχείριση των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής, έναντι 18,1% για την ΕΛΑΣ και 12,3% για το ΠΑΣΟΚ. Είναι μάλιστα το μόνο από τα βασικά πεδία της έρευνας στο οποίο η ΝΔ ξεπερνά καθαρά όχι μόνο τους αντιπάλους της, αλλά και την απάντηση «κανένας», η οποία βρίσκεται στο 28,2%.

Αυτό μπορεί να εξηγεί μέρος της κυβερνητικής ανθεκτικότητας. Ο ίδιος πολίτης μπορεί να πιέζεται από τις τιμές των τροφίμων, να δυσκολεύεται να βρει προσιτή κατοικία και, ταυτόχρονα, να θεωρεί ότι, σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, η χώρα εκπροσωπείται με μεγαλύτερη ασφάλεια και αξιοπιστία από τη σημερινή κυβέρνηση σε σχέση με τις διαθέσιμες εναλλακτικές. Η οικονομική πίεση περιορίζει, συνεπώς, τις δυνατότητες εκλογικής διεύρυνσης της Νέας Δημοκρατίας.

Την ίδια στιγμή, η εξωτερική πολιτική, η σταθερότητα και η αίσθηση κυβερνητικής επάρκειας συγκρατούν τις απώλειές της και διατηρούν έναν συμπαγή πυρήνα υποστήριξης. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί το εύρος της κοινωνικής δυσφορίας. Το γεγονός ότι σχεδόν τέσσερις στους δέκα πολίτες δεν εμπιστεύονται κανένα κόμμα για την αντιμετώπιση της διαφθοράς δείχνει ένα βαθύτερο κενό εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα συνολικά.

Η κυβέρνηση έχει ακόμη χρόνο, προβάδισμα και ισχυρά πλεονεκτήματα σε κρίσιμα πεδία. Για να διευρύνει, όμως, ξανά την εκλογική της βάση, δεν αρκεί να αποδείξει ότι τήρησε τις υποσχέσεις της ούτε να πείσει ότι εγγυάται τη σταθερότητα της χώρας. Πρέπει να δημιουργήσει ξανά προσδοκίες για το μέλλον. Να πείσει ότι η ανάπτυξη μπορεί πλέον να βελτιώσει ουσιαστικά την καθημερινότητα των νοικοκυριών, να ενισχύσει τη μεσαία τάξη και να αποκαταστήσει την προοπτική κοινωνικής ανόδου για όσους σήμερα αισθάνονται ότι μένουν πίσω. Δεν αρκεί, με άλλα λόγια, να υπερασπιστεί όσα έγιναν. Πρέπει να υποσχεθεί ένα άλμα μπροστά.

* Γεράσιμος Ζαγορίτης, Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας