Μενδώνη για τον Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων: Ο κόσμος αλλάζει και μαζί πρέπει να επικαιροποιούνται και τα εργαλεία της προστασίας και της ορθής διαχείρισης των πολιτιστικών αγαθών
Το μήνυμα της υπουργού Πολιτισμού
Η κυβέρνηση υπερασπίστηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο για την πολιτιστική κληρονομιά, με τη Λίνα Μενδώνη να τονίζει ότι εκσυγχρονίζει τη διαχείριση του ελληνικού πολιτισμού, ενισχύει τα έσοδα και διασφαλίζει πλήρως τον δημόσιο χαρακτήρα
Λίνα Μενδώνη: Εκσυγχρονισμός, με επίκεντρο τον ελληνικό πολιτισμό - ΟΔΑΠ με περισσότερα έσοδα, ισχυρότερη προστασία
«Ποτέ άλλοτε δεν δημιουργήθηκαν σε τόσο διάστημα, τόσες πολιτικές υποδομές και με τέτοια χρηματοδότηση. Γιατί ο ίδιος ο πολιτισμός προσκαλεί και προκαλεί επενδύσεις, και προφανώς με εξωστρέφεια σε ευρωπαϊκή και διεθνή διάσταση», ανέφερε η κ. Μενδώνη και πρόσθεσε: «Το 2020 τα ίδια ακριβώς - «επαναστατικού περιεχομένου» - είχαν ακουστεί, ότι εμπορευματοποιούμε και ξεπουλάμε την πολιτιστική μας κληρονομιά, με το νόμο του ΟΔΑΠ. Όμως αναγνωρίζετε και σεις σήμερα, ότι το εγχείρημα εν τέλει ήταν επιτυχημένο γιατί διατηρήθηκε ο δημόσιος χαρακτήρας του. Με τη σημερινή νομοθετική μας πρωτοβουλία επιδιώκουμε τον εκσυγχρονισμό της επιχειρησιακής και της εμπορικής λειτουργίας του ΟΔΑΠ, με στόχο τη ψηφιακή ανάδειξη του συνόλου των πολιτιστικών πόρων, με την αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνολογιών, της τεχνητής νοημοσύνης, την βέλτιστη αξιοποίηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας, την ενίσχυση και τη διάχυση της ταυτότητας του ελληνικού πολιτισμού, που είναι και ο στρατηγικός αναπτυξιακός πόρος της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας». «Αυτό που επιχειρούμε, είναι να φέρουμε περισσότερα έσοδα και πόρους τους οποίους διαθέτουμε, στις αρχαιολογικές υπηρεσίες. Και αυτό που κάνουμε σήμερα, με την ίδρυση ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, είναι αυτό ακριβώς που προβλέψαμε πολύ ανοιχτά και ξεκάθαρα με το νόμο του 2020», είπε.
Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αιτιάσεις ότι παραχωρείται πλέον ο δημόσιος χαρακτήρας προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας, αντιτείνοντας ότι «θωρακίζεται θεσμικά διότι αποκλειστικοί μέτοχοι της εταιρείας είναι το ελληνικό Δημόσιο». «Η σύσταση της εταιρείας, όχι μόνο δεν επηρεάζει τα εμπράγματα δικαιώματα του ΟΔΑΠ σε κινητή και ακίνητη περιουσία ή το ισχύον καθεστώς εσόδων, αλλά αποσκοπεί στην περαιτέρω ενίσχυση των εσόδων, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του ΟΔΑΠ. Και ρητώς αποκλείεται η εκποίηση της ακίνητης περιουσίας ή οποιουδήποτε στοιχείου. Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που ιδρύεται η ανώνυμη εταιρεία, θα πρέπει ορισμένες από τις αρμοδιότητες του ΟΔΑΠ να αναδιαμορφωθούν και να αναδιατυπωθούν. Ο ΟΔΑΠ λοιπόν επικεντρώνεται στον στρατηγικό σχεδιασμό, στον προγραμματισμό, στην εποπτεία στη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και στη διαχείριση των εσόδων», υπογράμμισε η κ. Μενδώνη.
«Ξέρουμε πολύ καλά πλέον, από την διεθνή πρακτική, ότι τα μνημεία μας, αυτός ο πλούτος, μπορεί να προστατεύεται απολύτως, αλλά μπορεί και να αποφέρει σημαντικά έσοδα για την περιφερειακή και εθνική οικονομία. Και η Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων υπάρχει και θα υπάρχει, και είναι εκεί για να εφαρμόζει πλήρως τον αρχαιολογικό νόμο».Έμφαση έδωσε η υπουργός Πολιτισμού και στις διατάξεις για τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία, τονίζοντας ότι «ρυθμίζονται οι ροές επισκεπτών, οι υποδομές τα μέτρα προστασίας κανόνες λειτουργίας και πλαίσιο βιωσιμότητάς τους».«Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν μπορεί να είναι στατική, είναι λάθος. Απαιτεί εκσυγχρονισμό και διαρκή οργάνωση. Ο κόσμος αλλάζει και μαζί πρέπει να επικαιροποιούνται και τα εργαλεία της προστασίας και της ορθής διαχείρισης των πολιτιστικών αγαθών», ανέφερε. «Το νομοσχέδιο αποτελεί τη συνέχεια μιας πολιτικής επτά ετών, με διαρκή μετρήσιμα αποτελέσματα και μετασχηματισμό του ελληνικού πολιτισμού. Μιας πολιτικής που έχει κεντρικό πυρήνα τον εκσυγχρονισμό του, τόσο με την υλοποίηση των σύγχρονων υποδομών, όσο και με τον μετασχηματισμό του, με την ανάδειξη του σε ένα ανταγωνιστικό μέγεθος και μοναδικό πλεονέκτημα της χώρας μας διεθνώς, αξιοποιώντας απολύτως τις τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη», κατέληξε η κ. Μενδώνη.
Η αντιπολίτευση επέμεινε στις ενστάσεις της
Από την πλευρά της, η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ, Νάγια Γρηγοράκου, υποστήριξε ότι «το νομοσχέδιο παρουσιάζεται ως εκσυγχρονισμός, ωστόσο στην πραγματικότητα ιδρύει νέους φορείς και μεταφέρει κρίσιμες λειτουργίες σε πιο ευέλικτα και λιγότερα ορατά σχήματα, ανοίγοντας ακόμα περισσότερο τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς στη λογική της αγοράς». «Η διεύρυνση της χρηματοδότησης σε παιχνίδια, ριάλιτι, διαγωνιστικά προγράμματα και εκπομπές γενικής ψυχαγωγίας είναι σαφώς προβληματική. Παραμένει δε, εντελώς ασαφές, πόσο θα κοστίσουν οι νέοι φορείς που συστήνει το νομοσχέδιο, καθώς η έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δεν μας διαφωτίζει, ούτε για το ποσό το οποίο θα είναι διαχειριστική αμοιβή, ούτε για τα λειτουργικά έξοδα, ούτε πόση θα είναι η τακτική και έκτακτη επιχορήγηση από τον κρατικό Προϋπολογισμό για την Α.Ε. ή του φορέα για τα ενάλια μνημεία», ανέφερε η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ και συμπλήρωσε: «Για τον ΕΚΟΜΕΔ, σε αυτό το νέο πλαίσιο λειτουργίας του απαιτούνται σαφείς εγγυήσεις, ώστε σε αυτό το μητρώο εμπειρογνωμόνων για τον οπτικοακουστικό δημιουργικό τομέα, να καθοριστούν τα προσόντα τους, οι διαδικασίες επιλογής και ανάθεσης, οι κανόνες δεοντολογίας και τα ασυμβίβαστα τους».
Ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, Ιωάννης Δελής, τάχθηκε κατά του νομοσχεδίου, τονίζοντας ότι «συνεχίζεται το ξεπούλημα τις πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας με την παραχώρησή της προς εκμετάλλευση σε ιδιωτικές εμπορικές επιχειρήσεις». «Μας λέτε χωρίς καθόλου αναστολές, ότι όλα υποτάσσονται στο κέρδος και μάλιστα δεν έχετε κανένα πρόβλημα να ξεπεράσετε ακόμα και τους συνταγματικούς περιορισμούς. Μιλάμε δηλαδή, χωρίς υπερβολή, για την απογείωση της αγοραίας αντίληψης στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αν μάλιστα κάποιος αφαιρούσε από τον τίτλο του νομοσχεδίου τη λέξη «πολιτισμός», θα πίστευε ότι πρόκειται για τον ιδρυτικό νόμο κάποιας μεγάλης καπιταλιστικής εμπορικής ή τουριστικής επιχείρησης», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Δελής και κατέληξε: «Είναι ένα νομοσχέδιο του οποίου ο βασικός και σταθερός του άξονας, είναι η εμπορική αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς στην υπηρεσία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των επιχειρηματικών κερδών».
Ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, υποστήριξε ότι «είναι ένα σχέδιο νόμου, συνέχεια όλων όσων έχουμε δει στο υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο υπηρετεί με συνέπεια η υπουργός, η οποία ουσιαστικά έχει πετύχει την άλωση του αξιακού κεφαλαίου του πολιτισμού από τις πάσης φύσεως επενδυτικές δραστηριότητες». «Ο πολιτισμός είναι ταυτότητα, είναι κοινωνικός πλούτος και αίσθηση του ανθρώπου ότι μετέχει σε ένα ευρύτερο περιβάλλον. Δεν νοείται πολιτισμός αποκομμένος από τις κοινωνικές συνθήκες που τον δημιούργησαν, και με την έννοια αυτή, ο πολιτισμός μπορεί να ανατροφοδοτήσει και τις κοινωνικές συνθήκες. Αυτά όλα, από την πολιτική σας, επί τόσα χρόνια και από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, τίθενται εκ ποδών, γιατί έχετε μια αντίληψη κόστους-οφέλους», ανέφερε. Ακόμα, έκανε λόγο για «fast track διαδικασία για ένα τόσο σοβαρό νομοσχέδιο που αλλάζει τον τρόπο αξιολόγησης των έργων, τη λειτουργία των χρηματοδοτικών προγραμμάτων και τη διαχείριση σημαντικών δημόσιων πόρων» προσθέτοντας ότι «ο ΕΚΟΜΕΔ θα διαχειρίζεται το επόμενο διάστημα 750 εκ. ευρώ δημοσίου χρήματος, τα οποία δεν έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό ή σε κάποιο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων».
Η ειδική αγορήτρια της Ελληνικής Λύσης, Σοφία Χάϊδω Ασημακοπούλου, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «επιλέγει να δημιουργήσει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τον Οργανισμό Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Κληρονομιάς υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, με διοικητική, οικονομική και επιχειρησιακή αυτοτέλεια, αντί να ενισχύσει τον δημόσιο ΟΔΑΠ και την Αρχαιολογική Υπηρεσία». Όπως είπε, «μεταφέρεται ο επιχειρησιακός πυρήνας των αρμοδιοτήτων τους σε μια εταιρική δομή, η οποία θα διαχειρίζεται κρίσιμες λειτουργίες που συνδέονται με τα μνημεία, τα μουσεία και τα έσοδα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς για μισό αιώνα». «Τα μνημεία αυτά δεν κατασκευάστηκαν από την Α.Ε που ιδρύετε, διασώθηκαν με τους φόρους τις θυσίες και τη φροντίδα των γενεών Ελλήνων. Η εταιρεία ενεργεί κάθε νομική και υλική πράξη διοίκησης διαχείρισης και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του ΟΔΑΠ και του ίδιου του υπουργείο Πολιτισμού, συντάσσει πρόγραμμα αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας, αξιοποίησης αρχαιολογικών χώρων και μνημείων. Της δίνετε δηλαδή, μια λευκή επιταγή χωρίς κανέναν περιορισμό. Το παρόν νομοσχέδιο είναι ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας επιλογών, που βήμα-βήμα απομακρύνουν τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς από το στενό δημόσιο έλεγχο», υποστήριξε η κ. Ασημακοπούλου.
Ο ειδικός αγορητής της «Νίκης», Σπυρίδων Τσιρώνης, ανέφερε ότι «το νομοσχέδιο της κυβέρνησης της ΝΔ, δεν αποτελεί μια απλή διοικητική μεταρρύθμιση, ούτε εκσυγχρονισμό, αλλά αντίθετα αποτελεί μια θεμελιώδη, ιστορική επικίνδυνη ιδεολογική τομή για μια θεσμική μετατόπιση, που επιχειρεί να ανατρέψει το συνταγματικό αλλά και ιδεολογικό κεκτημένο δεκαετιών γύρω από τη διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς». «Είναι ένα κείμενο που αποτελεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία παράγραφό του μια επικίνδυνη φιλοσοφία. Την αντικατάσταση της δημόσιας προστασίας από την επιχειρηματική λογική, την υποκατάσταση του επιστημονικού σκοπού από το κέρδος και τη μετατροπή των ιστορικών μνημείων μας από δημόσια αγαθά σε εμπορεύσιμους οικονομικούς πόρους», υποστήριξε.
Η ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας, Έλλη Ρούσσου, χαρακτήρισε αρχικά «πάρα πολύ σημαντικό το άρθρο 115», σημειώνοντας ότι ήταν «πάγιο αίτημα των Οργανισμών Συλλογικής Διαχείρισης των Καλλιτεχνών, καθώς ενισχύει το βιοπορισμό χιλιάδων καλλιτεχνών». Ωστόσο, εξέφρασε «έντονο προβληματισμό στο θέμα των ανώνυμων εταιρειών για την προώθηση του πολιτισμού», σημειώνοντας ότι «έχουμε κακή ιστορική εμπειρία από τον ΟΠΕΠ και πιστεύουμε ότι η πολιτιστική μας κληρονομιά πρέπει να μείνει στον δημόσιο φορέα». «Η προστασία των μνημείων, των μουσείων και των αρχαιολογικών μας χώρων αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του κράτους και δεν μπορούμε να εξαρτόμαστε από την οικονομική τους απόδοση. Πρέπει, στη διαχείριση τους να υπάρχει διαφάνεια, επιστημονική τεκμηρίωση, κοινωνική λογοδοσία και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, τα οποία δεν τα έχουμε την ανώνυμη εταιρεία», είπε η κ. Ρούσσου.
Κατά του νομοσχεδίου τάχθηκε η ανεξάρτητη βουλευτής, Μερόπη Τζούφη, υπογραμμίζοντας ότι «το πρόβλημά του δεν είναι η προσπάθεια να αυξηθούν τα έσοδα του πολιτισμού, να αναβαθμιστούν τα πωλητήρια ή να αξιοποιηθούν οι νέες τεχνολογίες, αλλά ότι η κυβέρνηση μετατρέπει την αδυναμία και την υποστελέχωση των δημοσίων υπηρεσιών σε επιχείρημα για τη δημιουργία εταιρικών και παράλληλων μηχανισμών». «Αντί να ενισχύσετε, αποδυναμώνετε τον ΟΔΑΠ, αντί να στελεχώσετε τις αρχαιολογικές υπηρεσίες, μεταφέρετε λειτουργίες σε μία ανώνυμη εταιρία», ανέφερε η κ. Τζούφη.
Αντίθετη με το νομοσχέδιο δήλωσε και η ανεξάρτητη βουλευτής, Σία Αναγνωστοπούλου, κάνοντας λόγο «για ένα προδιαγεγραμμένο έγκλημα που ξεκίνησε εδώ και επτά χρόνια». Όπως είπε, «το κράτος βάζει πλάτη για να διεισδύσουν ιδιώτες στον πολιτιστικό πλούτο της χώρας».
Από την πλευρά του, ο εισηγητής της ΝΔ, Γιώργος Αμυράς, υπεραμύνθηκε των νέων ρυθμίσεων, επισημαίνοντας ότι «με το παρόν νομοσχέδιο εκσυγχρονίζουμε την επιχειρησιακή και εμπορική λειτουργία του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων». «Υιοθετούμε μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την προστασία, την προβολή και την ανάδειξη της ενάλιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Θεσπίζουμε σταθερό και συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο για την υλοποίηση του εθνικού σχεδίου δράσης για τον οπτικοακουστικό δημιουργικό τομέα και αντιμετωπίζουμε τα υπόλοιπα επιμέρους θέματα του υπουργείου Παιδείας και του υπουργείου Αθλητισμού», υπογράμμισε ο κ. Αμυράς. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Αμυράς και «στην ρύθμιση για την παραχώρηση για 49 χρόνια στην ΚΑΕ ΑΕΚ, της διαχείρισης και εκμετάλλευσης του Ολυμπιακού Κέντρου 'Ανω Λιοσίων». Όπως είπε, «οι όροι είναι αντίστοιχοι με αυτούς που έχουν εφαρμοστεί στις περιπτώσεις του ΟΑΚΑ για τον Παναθηναϊκό και του ΣΕΦ για τον Ολυμπιακό, και η ΚΑΕ ΑΕΚ οφείλει να πραγματοποιήσει επενδύσεις τουλάχιστον τεσσάρων εκατομμυρίων ευρώ μέσα στα πρώτα 12 χρόνια, και κάθε χρόνο θα αποδίδει ετησίως στο ΣΕΦ, το οποίο είναι ο ιδιοκτήτης του Ολυμπιακού Κέντρου 'Ανω Λιοσίων, το 30% επί των καθαρών εσόδων που προκύπτουν από την εμπορική εκμετάλλευση των εγκαταστάσεών του».
En