Όταν, το 1951, υπογράφηκε η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, η Ευρώπη δεν επιζητούσε απλώς τη δημιουργία ακόμα ενός διεθνούς οργανισμού. Στην πραγματικότητα αναζητούσε έναν τρόπο να μετατρέψει τα αίτια του πολέμου σε εργαλεία ειρήνης. Επιθυμούσε να συνδέσει τόσο στενά τις οικονομίες και τις κοινωνίες μας, ώστε ένας νέος πόλεμος μεταξύ των χωρών μας να καταστεί εκ των πραγμάτων αδύνατος.

Η λογική ήταν απλή, αλλά επαναστατική για την εποχή. Αν ο άνθρακας και ο χάλυβας, τα βασικά υλικά της πολεμικής βιομηχανίας, τίθεντο υπό κοινό ευρωπαϊκό έλεγχο, τότε καμία χώρα δεν θα μπορούσε να προετοιμάσει μόνη της μια επίθεση εναντίον της άλλης. Η οικονομική αλληλεξάρτηση θα λειτουργούσε αποτρεπτικά, αλλά και ως μοχλός ανάπτυξης. Θα δημιουργούσε θέσεις εργασίας και θα προωθούσε την καινοτομία, δίνοντας κίνητρα για συνεργασία, αντί για αντιπαλότητα.

Από την ΕΚΑΧ φτάσαμε σταδιακά στην Ενιαία Αγορά, στο κοινό νόμισμα και στη δυνατότητα στους νέους να σπουδάζουν και στους πολίτες να ζουν και να εργάζονται ελεύθερα σε όλη την Ευρώπη. Η ιδέα παραμένει η ίδια. Μοιραζόμαστε κυριαρχία για να κερδίσουμε ασφάλεια και ευημερία.

Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι η Ε.Ε. δεν είναι ένα τελικό, ολοκληρωμένο έργο. Στην πραγματικότητα παραμένει ένα ζωντανό όραμα που εξελίσσεται και προσαρμόζεται στις προκλήσεις κάθε εποχής. Το πώς τελικά θα εξελιχθεί δεν είναι γραμμένο εκ των προτέρων. Εξαρτάται από τις επιλογές μας, πολιτικών και πολιτών.

Στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, αυτή η προσέγγιση μας οδηγεί στο επόμενο βήμα της στρατηγικής αυτονομίας και σε μια αληθινή Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση. Στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα θεωρούμε ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι σε θέση να προστατεύει η ίδια τους πολίτες και τα σύνορά της.

Οι 27 πρέπει να επενδύσουμε στις δικές μας αμυντικές βιομηχανίες και τεχνολογίες, πάντα σε στενή συνεργασία με το ΝΑΤΟ και τους συμμάχους μας. Την ίδια στιγμή, επιβάλλεται να έχουμε την ικανότητα να δράσουμε όταν οι άλλοι σύμμαχοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν. Αυτή είναι μια αναγκαιότητα σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον αστάθειας, με συνεχείς νέες απειλές να προκύπτουν ενώπιόν μας.

Από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία μέχρι τις υβριδικές επιθέσεις της Ρωσίας σε ευρωπαϊκά εδάφη, τις τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο, τη συνεχιζόμενη κατοχή του βόρειου τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας εδώ και 52 χρόνια και τη γενικότερη αποσταθεροποίηση ανά το παγκόσμιο.

Για εμάς στην Κύπρο ειδικά, η άμυνα δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση. Είναι καθημερινή ανησυχία που πηγάζει από τα βιώματά μας. Η παρουσία τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων στο έδαφος ενός κράτους-μέλους της Ε.Ε., αλλά και οι συνεχείς προκλήσεις σε βάρος της Ελλάδας, είναι μια διαρκής υπόμνηση ότι τα ευρωπαϊκά σύνορα δεν είναι μια αφηρημένη γραμμή στον χάρτη.

Είναι οι ακτές και ο εναέριος χώρος της Κύπρου και της Ελλάδας, της Πολωνίας και της Λιθουανίας. Πρόκειται για χωριά, πόλεις και ανθρώπους που ζουν με αβεβαιότητα.

Την περασμένη άνοιξη ζήσαμε ένα περιορισμένης έκτασης, αλλά χαρακτηριστικό επεισόδιο έντασης, με την πρόσκρουση ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους στις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο. Ήταν ένα μικρό και μεμονωμένο περιστατικό, που κακώς δραματοποιήθηκε, πλην όμως ήταν αρκετό για να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά μας.

Η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδειξε ότι η Κύπρος και η Ελλάδα δεν είναι μόνες τους. Με δηλώσεις, διπλωματικές παρεμβάσεις και παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή, η Ε.Ε. κατέστησε ξεκάθαρη την ετοιμότητά της να υπερασπιστεί το έδαφος και την κυριαρχία της, ανεξάρτητα από το μέγεθος της απειλής.

Αυτή η αποφασιστικότητα είναι ακριβώς η ουσία της ευρωπαϊκής άμυνας που θέλουμε.

Ως μια χώρα που παραμένει υπό κατοχή, οφείλουμε να είμαστε ξεκάθαροι σε ένα κρίσιμο θεσμικό ζήτημα: Οι αποφάσεις για την άμυνα και ασφάλεια πρέπει να παραμείνουν στο επίπεδο της ομοφωνίας.

Για την Κύπρο αλλά και για πολλά άλλα κράτη-μέλη, η εγγύηση ότι δεν θα υποχρεωθούν ποτέ να οδηγηθούν σε αποφάσεις που συγκρούονται με τα ζωτικά τους εθνικά συμφέροντα είναι θεμελιώδης. Η ομοφωνία δεν σημαίνει αδράνεια. Σημαίνει σεβασμός στις ευαισθησίες και τις πραγματικότητες κάθε χώρας. Ταυτόχρονα, επιβάλλει σοβαρότητα, διάλογο και υπευθυνότητα πριν από κάθε κρίσιμη απόφαση.

Η στρατηγική αυτονομία που χτίζουμε στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη έννοια. Για την Κύπρο και την Ελλάδα σημαίνει ότι περιμένουμε από τους εταίρους μας να είναι ξεκάθαροι απέναντι στην Τουρκία.

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός υποστηρίζει διαχρονικά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Κύπρου. Είναι πεποίθησή μας ότι η ευημερία και η ασφάλεια της χώρας μας περνούν μέσα από την ευρωπαϊκή και τη δυτική συμμαχία.

Δηλώνουμε, ταυτόχρονα, ξεκάθαρα ότι η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας και ασφάλειας δεν μπορεί να θεωρείται ολοκληρωμένη, ενόσω ένα κράτος-μέλος παραμένει υπό στρατιωτική κατοχή.

Στηρίζουμε μια Ευρώπη που να επενδύει στις αμυντικές της δυνατότητες και να αξιοποιεί τα εργαλεία της για κυρώσεις όταν και όπου χρειάζεται. Η Ευρώπη πρέπει να κάνει σαφές ότι ο σεβασμός της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας, η τήρηση του Διεθνούς Δικαίου και των αποφάσεων του ΟΗΕ, η ολοκληρωτική αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και ο τερματισμός των προκλήσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι υπό διαπραγμάτευση.

Ενόσω η Τουρκία συνεχίζει την κατοχή εδαφών της Κύπρου και παραβιάζει τον ναυτικό και εναέριο χώρο της Ελλάδας, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να τη συμπεριλαμβάνει σε κοινή ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια. Μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση δεν μπορεί να χτιστεί πάνω σε μισές δεσμεύσεις και μισές αλήθειες.

Από την ΕΚΑΧ μέχρι τη συζήτηση για μια πραγματική Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση, υπάρχει μια σταθερή πορεία. Η Ευρώπη επιλέγει να ενωθεί για να προστατεύσει τους πολίτες της, να διασφαλίσει την ειρήνη και να δημιουργήσει ευκαιρίες για ευημερία και ανάπτυξη.

Ως Κύπριος ευρωβουλευτής του ΕΛΚ και του ΔΗ.ΣΥ., πιστεύω ακράδαντα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ένα κλειστό κεφάλαιο της ιστορίας, αλλά μια ιστορία που συνεχίζει να γράφεται και απαιτεί διαρκή προσπάθεια από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, αλλά και προσήλωση σε θέματα αρχής.

Ευθύνη μας είναι να την κρατήσουμε σε ορθή πορεία, ώστε να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, να παραμείνει αντάξια στις απαιτήσεις των Ευρωπαίων πολιτών, να προστατεύει τα εξωτερικά σύνορά της και να υπερασπίζεται τις αξίες της, δικαιώνοντας όσους πίστεψαν σε αυτήν την Ένωση.