Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα σηματοδοτούσε μια νέα εποχή για τη «γηραιά ήπειρο», δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την ουσιαστική σίγαση των όπλων, για να κάνει αδιανόητο τον πόλεμο, μέσα από την ευημερία για όλους τους συμμετέχοντες, τη συνεργασία και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Θεμέλιο αποτελούσε το ελεύθερο εμπόριο των πόρων, που συνιστούν βάση για τη βιομηχανική παραγωγή. Η Συνθήκη υπεγράφη στο Παρίσι, στις 18 Απριλίου 1951, με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 23η Ιουλίου 1952 και διάρκεια ισχύος τα 50 έτη.

Συμβαλλόμενα μέρη ήταν 6 κράτη: Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο. Ο ρόλος της Γαλλίας κρίνεται ουσιώδης, καθώς οι προσωπικότητες του Ρομπέρ Σουμάν και του Ζαν Μονέ υπήρξαν καταλυτικές, σχηματοποιώντας τη βάση επί της οποίας διαμορφώθηκε η συνεργασία ανάμεσα στα μετέχοντα έθνη. Τη Συνθήκη υπέγραψαν οι:

  • Ρομπέρ Σουμάν (ΥΠ.ΕΞ. Γαλλίας, λαμβάνει το προσωνύμιο «Ο πατέρας της Ευρώπης)
  • Κόνραντ Αντενάουερ (Γερμανός καγκελάριος και ΥΠ.ΕΞ.)
  • Πολ βαν Ζέελαντ (ΥΠ.ΕΞ.) και Ζοζέφ Μερίς (υπουργός Διεθνούς Εμπορίου) για το Βέλγιο
  • Κόμης Κάρλο Σφόρτσα (ΥΠ.ΕΞ. Ιταλίας)
  • Ζόζεφ Μπεχ (ΥΠ.ΕΞ. Λουξεμβούργου)
  • Ντιρκ Στίκερ (ΥΠ.ΕΞ.) και Γιαν βαν ντεν Μπρινκ (υπουργός Οικονομικών Υποθέσεων) για την Ολλανδία.

Στόχος της Συνθήκης ήταν να συμβάλει, χάρη στη δημιουργία κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα, στην οικονομική ανάπτυξη, στην αύξηση της απασχόλησης και στην ανύψωση του βιοτικού επιπέδου, όπως ορίζεται στο Αρθρο 2 της Συνθήκης. Ως εκ τούτου, τα θεσμικά όργανα όφειλαν να μεριμνούν για τον τακτικό εφοδιασμό της κοινής αγοράς με άνθρακα και χάλυβα, διασφαλίζοντας ίση πρόσβαση στις πηγές παραγωγής, τη θέσπιση των χαμηλότερων δυνατών τιμών και τη βελτίωση των όρων διαβίωσης και εργασίας του εργατικού δυναμικού. Συγχρόνως, τα θεσμικά όργανα όφειλαν να προάγουν την ανάπτυξη διεθνών συναλλαγών και τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής.

treaty-of-paris

Υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, 18 Απριλίου 1951: Από αριστερά στα δεξιά: Γιαν Βαν ντεν Μπρινκ, Ντιρκ Στίκερ, Κόνραντ Αντενάουερ, Ρομπέρ Σουμάν, Κάρλο Σφόρτσα, Ζοζέφ Μερίς, Ζόζεφ Μπεχ, Πολ Βαν Ζέελαντ

1950-schuman-declaration-venue

Ο Ρομπέρ Σουμάν, την 9η Μαΐου 1950, στο Quai d' Orsay, όπου πρότεινε μέσω της Διακήρυξής του την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα

Νομική προσωπικότητα

Ex officio, μέσω της δημιουργίας των οργάνων, δημιουργείται ένας υπερεθνικός οργανισμός, όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν και στον Χάρτη της Κοινότητας, μια διακήρυξη που υπεγράφη την ίδια ημέρα με τη Συνθήκη για την ΕΚΑΧ. Φιλοδοξία ασφαλώς ήταν να διευρυνθεί πέραν των στενών ορίων διαχείρισης των κομβικών για τη βιομηχανία και την ισχύ πόρων και να είναι ικανός να ασκεί αρμοδιότητες που μέχρι τότε ήταν αποκλειστικό προνόμιο των κρατών (τα οποία εντάσσονται στη λογική ενός «διαμοιρασμού» κυριαρχίας σε συγκεκριμένους τομείς). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως η ΕΚΑΧ είχε δική της νομική προσωπικότητα, διακριτή από τα συμβαλλόμενα μέρη, ούτε επίσης πως είχε θεσμική οργάνωση, με στόχευση για μια βούληση πέραν του «συνόλου των βουλήσεων» των μερών. Τέτοια ήταν η λογική της Ανώτατης Αρχής (High Authority), ενός καθαρά υπερεθνικού οργάνου, που θα ασκούσε την «εκτελεστική εξουσία», λειτουργώντας ως προπομπός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν). Είχε αποστολή να μεριμνά για την υλοποίηση των στόχων που καθορίζονταν στη Συνθήκη και να ενεργεί προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας. Αποτελείτο από εννέα μέλη (εκ των οποίων έως δύο μπορούσαν να έχουν την ίδια εθνικότητα), τα οποία διορίζονταν για έξι έτη. Επρόκειτο για πραγματικά υπερεθνική Αρχή, η οποία διέθετε εξουσία λήψης αποφάσεων.

Μεριμνούσε για:

  • τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και τη βελτίωση της ποιότητάς της
  • τη διάθεση των προϊόντων υπό τις ίδιες συνθήκες
  • την προώθηση των κοινών εξαγωγών, και
  • τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στις βιομηχανίες άνθρακα και χάλυβα.

Η Ανώτατη Αρχή λάμβανε αποφάσεις και διατύπωνε συστάσεις και γνώμες. Είχε, δε, τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων σε επιχειρήσεις που δεν συμμορφώνονταν με τις υποχρεώσεις τους (όπως πρόστιμα, το ανώτατο ποσό των οποίων ήταν 1% του ετήσιου κύκλου εργασιών, αλλά και χρηματικές ποινές έως και 5 % του μέσου ημερησίου κύκλου εργασιών για κάθε ημέρα καθυστέρησης). Στο έργο της στηριζόταν από μια Συμβουλευτική Επιτροπή (πρόδρομος της σημερινής Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής), που απαρτιζόταν από εκπροσώπους των παραγωγών, των εργαζομένων, των καταναλωτών και των εμπόρων. Πρώτος πρόεδρος της Ανώτατης Αρχής ήταν ο Ζαν Μονέ.

ΕΚΑΧ: Πρόδρομος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η Συνέλευση

Σειρά είχε η Συνέλευση (Assembly), πρόδρομος του σημερινού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αποτελείτο από 78 βουλευτές, αντιπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων. Υπήρχαν 18 από τη Γερμανία, 18 από τη Γαλλία, 18 από την Ιταλία, 10 από το Βέλγιο, 10 από την Ολλανδία και 4 από το Λουξεμβούργο. Είχε εξαρχής εποπτικό ρόλο και μάλιστα, με βάση το Αρθρο 24 της Συνθήκης για την ΕΚΑΧ, μπορούσε να υποβάλει πρόταση μομφής στην Ανώτατη Αρχή έπειτα από ανοιχτή συνεδρίαση, με θέμα την ετήσια έκθεση που όφειλε να υποβάλλει η Ανώτατη Αρχή στο όργανο.

Η «φωνή των κρατών» ήταν το Συμβούλιο. Το Συμβούλιο, πρόδρομος του σημερινού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, απαρτιζόταν από έξι αντιπροσώπους των εθνικών κυβερνήσεων. Η προεδρία ασκείτο εκ περιτροπής από κάθε κράτος-μέλος του Συμβουλίου για περίοδο τριών μηνών. Ρόλος του ήταν να εναρμονίζει τη δράση της Ανώτατης Αρχής και τη γενικότερη οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων. Η σύμφωνη γνώμη του ήταν αναγκαία για τις σημαντικές αποφάσεις που λάμβανε η Ανώτατη Αρχή. Το Δικαστήριο, πρόδρομος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αποτελούνταν από επτά δικαστές, οι οποίοι διορίζονταν κατόπιν κοινής συμφωνίας των κυβερνήσεων των κρατών-μελών για περίοδο έξι ετών. Αρμοδιότητά του ήταν η εξασφάλιση της τήρησης του Δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης.

Γαλλο-γερμανική συμφιλίωση

Οπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, οραματιστής για την ΕΚΑΧ ήταν ο Ρομπέρ Σουμάν, που προέβαλε ένα διαφορετικό, φεντεραλιστικό modus operandi για την Ευρώπη, απέναντι στην ισχυρή προσωπικότητα του Σαρλ ντε Γκωλ και του δικού του οράματος περί μιας «διακυβερνητικής» Ευρώπης. Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν θα είχε υλοποιηθεί χωρίς τη γαλλογερμανική συμφιλίωση. Οπως το έθεσε ο ίδιος ο Σουμάν, πριν από τη Διακήρυξη της 9ης Μαΐου 1950 (με την εν λόγω ημερομηνία να ορίζεται πλέον ως Ημέρα της Ευρώπης), που οδήγησε στη Συνθήκη για την ΕΚΑΧ, είχε λάβει τη συγκατάθεση του Αντενάουερ: «Οταν, τον Μάιο του 1950, η γαλλική κυβέρνηση πρότεινε στα ευρωπαϊκά έθνη να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς διακρίσεις μεταξύ νικηφόρων και ηττημένων χωρών, με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, για ένα έργο κοινής συνεργασίας, που θα διασφαλιζόταν μέσω αμοιβαίου ελέγχου, αυτή η πραγματικά πολιτική επανάσταση απαιτούσε τη γαλλογερμανική συμφιλίωση. Ακόμη και πριν συμβουλευτούμε τους φίλους και τους συμμάχους μας, ρωτήσαμε τον καγκελάριο Αντενάουερ. Αν είχε πει "όχι", η Ευρώπη και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν. Οι προσδοκίες μας δεν απογοητεύτηκαν».

Αφού, λοιπόν, η γερμανική καγκελαρία συγκατένευσε, σε μια λογική υπέρβασης των διλημμάτων ασφαλείας, που είχαν καταστήσει τη «γηραιά ήπειρο» «σκοτεινή ήπειρο», ο Σουμάν δήλωσε: «Επειδή δεν επιτεύχθηκε η Ευρώπη, είχαμε πόλεμο. Η Ευρώπη δεν θα δημιουργηθεί διαμιάς, ούτε σε ένα συνολικό σχέδιο. Θα οικοδομηθεί μέσα από συγκεκριμένα επιτεύγματα, που κατ’ αρχάς θα δημιουργήσουν μια πραγματική αλληλεγγύη».

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο "Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα" με την εφημερίδα Παραπολιτικά, στις 18 Ιουλίου