Με φόντο τη σφοδρή αντιπαράθεση που έχει προκαλέσει στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η επιλογή της κυβέρνησης του Πέδρο Σάντσεθ να προχωρήσει σε διαδικασία µαζικής νοµιµοποίησης εκατοντάδων χιλιάδων µεταναστών, η Αθήνα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάµεσα στη δυσαρέσκειά της απέναντι στη Μαδρίτη και στην ανάγκη να µη διαρραγεί το µέτωπο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης απέναντι στις υβριδικές µεταναστευτικές κρίσεις.

Διαβάστε: Μεταναστευτικό: Με σκληρή γραμμή η Ελλάδα στις Βρυξέλλες - Τι θα ζητήσει η χώρα μας από το έκτακτο συμβούλιο της ΕΕ λόγω Θέουτα

Παρά την έντονη δυσφορία που, σύµφωνα µε πληροφορίες, επικρατεί στην Αθήνα για τη µεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Σάντσεθ, η ελληνική κυβέρνηση δεν επιθυµεί να αφήσει την Ισπανία αποµονωµένη απέναντι στις αυξηµένες µεταναστευτικές πιέσεις που δέχεται. Η εκτίµηση που κυριαρχεί είναι ότι η Ελλάδα έχει βιώσει στο παρελθόν αντίστοιχες καταστάσεις, µε χαρακτηριστικότερο παράδειγµα την απόπειρα εργαλειοποίησης µεταναστών στον Έβρο το 2020, ενώ πρόσφατα βρέθηκε αντιµέτωπη και µε αυξηµένες µεταναστευτικές ροές από τη Λιβύη. Στην Αθήνα θεωρούν ότι µια χώρα πρώτης γραµµής δεν µπορεί να αντιµετωπίσει µόνη της µια οργανωµένη µεταναστευτική κρίση. Κυβερνητικά στελέχη σηµειώνουν ότι, ακόµη κι αν υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες µε επιλογές της ισπανικής κυβέρνησης, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να διαθέτει κοινά εργαλεία αντίδρασης, καθώς κανείς δεν µπορεί να αποκλείσει το ενδεχόµενο η Ελλάδα να βρεθεί ξανά στο µέλλον αντιµέτωπη µε µία κατευθυνόµενη µαζική µετακίνηση πληθυσµών από τρίτες χώρες και να χρειαστεί εκ νέου την έµπρακτη στήριξη των εταίρων της.

Τη λογική αυτή ανέπτυξε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, µε άρθρο του στο «Politico», στο οποίο υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται έναν ευρωπαϊκό µηχανισµό αντιµετώπισης ακραίων περιπτώσεων εργαλειοποίησης της µετανάστευσης από τρίτες χώρες. Επικαλέστηκε ως χαρακτηριστικά παραδείγµατα την κρίση στον Έβρο το 2020, αλλά και τη σηµερινή πίεση που δέχεται η Ισπανία στη Θέουτα, επισηµαίνοντας ότι καµία χώρα πρώτης γραµµής δεν πρέπει να µένει µόνη απέναντι σε τέτοιου είδους υβριδικές επιθέσεις και ότι η Ευρώπη οφείλει να αποκτήσει κοινά εργαλεία άµεσης αντίδρασης. «Εκτός από τις ταχύρρυθµες διαδικασίες ασύλου που πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν µέρος της εργαλειοθήκης, ιδίως για άτοµα που προέρχονται από χώρες µε χαµηλά ποσοστά αναγνώρισης διεθνούς προστασίας», θα πρέπει «τα κράτη-µέλη να έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο ενός ειδικού ευρωπαϊκού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, να αναστέλλουν προσωρινά την υποβολή από νεοαφιχθέντες, προχωρώντας παράλληλα στην ταχεία επιστροφή όσων δεν δικαιούνται να παραµείνουν, σε πλήρη συµµόρφωση µε τις νοµικές υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ξεκαθάρισε ο κ. Μητσοτάκης.

Την ίδια στρατηγική εξειδίκευσε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, κατά τη συµµετοχή του στις ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις. Σύµφωνα µε πληροφορίες, κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης των υπουργών Εσωτερικών και Μετανάστευσης, ο Έλληνας υπουργός παρουσίασε την ελληνική πρόταση για τη δηµιουργία ενός ευρωπαϊκού µηχανισµού αντιµετώπισης έκτακτων µεταναστευτικών κρίσεων, ο οποίος θα ενεργοποιείται όταν ένα κράτος-µέλος δέχεται αιφνίδια και οργανωµένη πίεση στα εξωτερικά του σύνορα. Η ελληνική πρόταση προβλέπει, µεταξύ άλλων, τη δυνατότητα προσωρινής αναστολής της διαδικασίας ασύλου, την αποτελεσµατική προστασία των εξωτερικών χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων, την ενίσχυση της Frontex και την επιτάχυνση των επιστροφών όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία. Κατά τον υπουργό, ένας τέτοιος µηχανισµός θα πρέπει να µπορεί να ενεργοποιείται σε περιπτώσεις όπως η εργαλειοποίηση των µεταναστευτικών ροών στον Έβρο το 2020, οι αυξηµένες αφίξεις από τη Λιβύη, αλλά και η κρίση που εκδηλώθηκε στη Θέουτα, όταν χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν µαζικά από το Μαρόκο προς την ισπανική πόλη.

Σύµφωνα µε πληροφορίες, πίσω από τις δηµόσιες διατυπώσεις αλληλεγγύης προς τη Μαδρίτη καταγράφηκε έντονη δυσφορία αρκετών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για την πολιτική νοµιµοποιήσεων της κυβέρνησης Σάντσεθ. Στις Βρυξέλλες εκφράζονται φόβοι ότι η διαδικασία, η οποία εκτιµάται ότι µπορεί να αφορά περισσότερους από 500.000 µετανάστες που βρίσκονται ήδη στην Ισπανία, ενδέχεται να λειτουργήσει ως παράγοντας έλξης νέων µεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, αυξάνοντας την πίεση και στα υπόλοιπα κράτη-µέλη. Παρά το κλίµα αυτό, η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να διαχωρίσει τη διαφωνία της µε τις επιλογές της ισπανικής κυβέρνησης από την ανάγκη διατήρησης της ευρωπαϊκής συνοχής. Η Αθήνα εκτιµά ότι το διακύβευµα υπερβαίνει τη σηµερινή κρίση στην Ισπανία και αφορά τη θωράκιση ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι σε µελλοντικές απόπειρες εργαλειοποίησης της µετανάστευσης, οι οποίες θα µπορούσαν αύριο να εκδηλωθούν εκ νέου στα ελληνικά σύνορα.