"Ποιος σας είπε ότι αυτό το άρθρο το έγραψε άνθρωπος;", άρθρο του Βασίλη Τσιατσιάμη
Opinions
Αν η εκτόπιση της εργασίας είναι το οικονομικό διακύβευμα της τεχνητής νοημοσύνης, η εκτόπιση της αυθεντικής δημόσιας φωνής είναι το δημοκρατικό της διακύβευμα. Και σε αυτό το δεύτερο μέτωπο, η Ελλάδα δεν έχει καν αρχίσει τη συζήτηση.
Στο βιβλίο του «Τεχνητή Νοημοσύνη – Η Εκτόπιση της Εργασίας» (εκδόσεις Καστανιώτη), ο Θεόδωρος Σκυλακάκης θέτει ένα ερώτημα που το ελληνικό πολιτικό σύστημα προτιμά να αναβάλλει. Τι συμβαίνει όταν η τεχνολογία δεν συμπληρώνει την ανθρώπινη εργασία, αλλά την υποκαθιστά; Η απάντησή του είναι νηφάλια και γι’ αυτό ενοχλητική. Η εκτόπιση δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας, είναι διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει και απαιτεί θεσμική προετοιμασία, όχι ευχολόγια.
Θα ήθελα όμως να προχωρήσω τη σκέψη του ένα βήμα παραπέρα, σε ένα πεδίο που γνωρίζω από μέσα, την επικοινωνία δηλαδή και τη δημόσια σφαίρα. Γιατί αν η εκτόπιση της εργασίας είναι το οικονομικό διακύβευμα της τεχνητής νοημοσύνης, η εκτόπιση της αυθεντικής δημόσιας φωνής είναι το δημοκρατικό της διακύβευμα. Και σε αυτό το δεύτερο μέτωπο, η Ελλάδα δεν έχει καν αρχίσει τη συζήτηση.
Σκεφτείτε ένα δελτίο τύπου, μια πολιτική ανάρτηση, ένα άρθρο γνώμης σαν αυτό εδώ. Μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι το έγραψε άνθρωπος; Η ειλικρινής απάντηση είναι όχι. Η τεχνητή νοημοσύνη παράγει ήδη πολιτικό λόγο που είναι γραμματικά άψογος, ρητορικά πειστικός, και αυτό είναι το κρίσιμο, αδιάκριτος από τον ανθρώπινο. Στα επικοινωνιακά επιτελεία, στα γραφεία Τύπου, στις αίθουσες σύνταξης, η μετάβαση συντελείται αθόρυβα.
Δεν το γράφω αυτό ως τεχνοφοβικός. Το αντίθετο μάλιστα. Όσοι εργαζόμαστε στην επικοινωνία οφείλουμε να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία αυτά, όπως κάθε επάγγελμα αξιοποίησε κάθε τεχνολογική τομή. Το πρόβλημα δεν είναι η χρήση. Το πρόβλημα είναι η αδιαφάνεια της χρήσης σε ένα πεδίο την πολιτική, όπου η εμπιστοσύνη είναι το μοναδικό πραγματικό νόμισμα.
Ο Σκυλακάκης έχει δίκιο όταν επιμένει ότι η απάντηση στην εκτόπιση δεν είναι η άρνηση αλλά η προσαρμογή. Εκπαίδευση, δίχτυ ασφαλείας, αναδιανομή των ωφελειών της παραγωγικότητας. Η ίδια λογική ισχύει και στη δημόσια σφαίρα, όπου εντοπίζω τρία κενά.
Πρώτον, κενό διαφάνειας. Κανένας κανόνας δεν υποχρεώνει κόμμα, υποψήφιο ή θεσμό να γνωστοποιεί πότε το περιεχόμενο που δημοσιεύει έχει παραχθεί ή διαμορφωθεί ουσιωδώς από τεχνητή νοημοσύνη. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την ΤΝ κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση για τα deepfakes και το συνθετικό περιεχόμενο, αλλά η καθημερινή, «αθώα» χρήση στην πολιτική επικοινωνία μένει σε γκρίζα ζώνη.
Δεύτερον, κενό δημοσιογραφικής ανθεκτικότητας. Τα ελληνικά ΜΜΕ, πιεσμένα οικονομικά, έχουν κάθε κίνητρο να αντικαταστήσουν ανθρώπινη εργασία με αυτοματοποιημένη παραγωγή περιεχομένου. Χωρίς επένδυση στη διασταύρωση και στο ρεπορτάζ πεδίου, δηλαδή σε ό,τι η μηχανή δεν μπορεί να κάνει, ο δημόσιος διάλογος θα γεμίσει από κείμενα που κανείς δεν έλεγξε και κανείς δεν υπογράφει πραγματικά.
Τρίτον, κενό θεσμικής παιδείας. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συζητά την ΤΝ ως μελλοντολογία. Το βιβλίο του Σκυλακάκη είναι μία από αυτές τις εξαιρέσεις ακριβώς επειδή αντιμετωπίζει το ζήτημα ως παρόν πολιτικό πρόβλημα με αριθμούς, διλήμματα και κόστη, όχι ως αφορμή για γενικόλογη ρητορική περί «προκλήσεων και ευκαιριών».
Επειδή τα άρθρα παρέμβασης οφείλουν να καταλήγουν κάπου, καταθέτω μια πρόταση. Πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές, τα κόμματα να συνυπογράψουν έναν εθελοντικό Κώδικα Διαφάνειας για τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στην πολιτική επικοινωνία. Τρεις απλές δεσμεύσεις: α) σήμανση του συνθετικού οπτικοακουστικού υλικού, β)απαγόρευση της πλαστοπροσωπίας πραγματικών προσώπων, και γ) δήλωση πολιτικής για τη χρήση εργαλείων ΤΝ στην προεκλογική εκστρατεία.
Δεν χρειάζεται νόμος για να ξεκινήσει, χρειάζεται πολιτική βούληση και ένα κόμμα που θα κάνει την αρχή. Όποιος το τολμήσει πρώτος, θα κερδίσει κάτι που κανένας αλγόριθμος δεν παράγει. Αξιοπιστία.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα εκτοπίσει την εργασία. Αυτό το γνωρίζουμε πλέον και οφείλουμε στον Σκυλακάκη ότι το έθεσε στο ελληνικό δημόσιο τραπέζι με όρους σοβαρότητας. Το αν θα εκτοπίσει και την εμπιστοσύνη από τη δημόσια σφαίρα, όμως, δεν είναι τεχνολογικό ζήτημα. Είναι πολιτική επιλογή. Και οι πολιτικές επιλογές, ευτυχώς, εξακολουθούν να γίνονται από ανθρώπους.
* Ο Βασίλης Τσιατσιάμης Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας & Public Affairs
Θα ήθελα όμως να προχωρήσω τη σκέψη του ένα βήμα παραπέρα, σε ένα πεδίο που γνωρίζω από μέσα, την επικοινωνία δηλαδή και τη δημόσια σφαίρα. Γιατί αν η εκτόπιση της εργασίας είναι το οικονομικό διακύβευμα της τεχνητής νοημοσύνης, η εκτόπιση της αυθεντικής δημόσιας φωνής είναι το δημοκρατικό της διακύβευμα. Και σε αυτό το δεύτερο μέτωπο, η Ελλάδα δεν έχει καν αρχίσει τη συζήτηση.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι το επόμενο θέμα της ατζέντας, είναι το μέσο με το οποίο θα γράφεται η ατζέντα
Σκεφτείτε ένα δελτίο τύπου, μια πολιτική ανάρτηση, ένα άρθρο γνώμης σαν αυτό εδώ. Μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι το έγραψε άνθρωπος; Η ειλικρινής απάντηση είναι όχι. Η τεχνητή νοημοσύνη παράγει ήδη πολιτικό λόγο που είναι γραμματικά άψογος, ρητορικά πειστικός, και αυτό είναι το κρίσιμο, αδιάκριτος από τον ανθρώπινο. Στα επικοινωνιακά επιτελεία, στα γραφεία Τύπου, στις αίθουσες σύνταξης, η μετάβαση συντελείται αθόρυβα.Δεν το γράφω αυτό ως τεχνοφοβικός. Το αντίθετο μάλιστα. Όσοι εργαζόμαστε στην επικοινωνία οφείλουμε να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία αυτά, όπως κάθε επάγγελμα αξιοποίησε κάθε τεχνολογική τομή. Το πρόβλημα δεν είναι η χρήση. Το πρόβλημα είναι η αδιαφάνεια της χρήσης σε ένα πεδίο την πολιτική, όπου η εμπιστοσύνη είναι το μοναδικό πραγματικό νόμισμα.
Το τριπλό κενό
Ο Σκυλακάκης έχει δίκιο όταν επιμένει ότι η απάντηση στην εκτόπιση δεν είναι η άρνηση αλλά η προσαρμογή. Εκπαίδευση, δίχτυ ασφαλείας, αναδιανομή των ωφελειών της παραγωγικότητας. Η ίδια λογική ισχύει και στη δημόσια σφαίρα, όπου εντοπίζω τρία κενά.Πρώτον, κενό διαφάνειας. Κανένας κανόνας δεν υποχρεώνει κόμμα, υποψήφιο ή θεσμό να γνωστοποιεί πότε το περιεχόμενο που δημοσιεύει έχει παραχθεί ή διαμορφωθεί ουσιωδώς από τεχνητή νοημοσύνη. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την ΤΝ κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση για τα deepfakes και το συνθετικό περιεχόμενο, αλλά η καθημερινή, «αθώα» χρήση στην πολιτική επικοινωνία μένει σε γκρίζα ζώνη.
Δεύτερον, κενό δημοσιογραφικής ανθεκτικότητας. Τα ελληνικά ΜΜΕ, πιεσμένα οικονομικά, έχουν κάθε κίνητρο να αντικαταστήσουν ανθρώπινη εργασία με αυτοματοποιημένη παραγωγή περιεχομένου. Χωρίς επένδυση στη διασταύρωση και στο ρεπορτάζ πεδίου, δηλαδή σε ό,τι η μηχανή δεν μπορεί να κάνει, ο δημόσιος διάλογος θα γεμίσει από κείμενα που κανείς δεν έλεγξε και κανείς δεν υπογράφει πραγματικά.
Τρίτον, κενό θεσμικής παιδείας. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συζητά την ΤΝ ως μελλοντολογία. Το βιβλίο του Σκυλακάκη είναι μία από αυτές τις εξαιρέσεις ακριβώς επειδή αντιμετωπίζει το ζήτημα ως παρόν πολιτικό πρόβλημα με αριθμούς, διλήμματα και κόστη, όχι ως αφορμή για γενικόλογη ρητορική περί «προκλήσεων και ευκαιριών».
Μια συγκεκριμένη πρόταση
Επειδή τα άρθρα παρέμβασης οφείλουν να καταλήγουν κάπου, καταθέτω μια πρόταση. Πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές, τα κόμματα να συνυπογράψουν έναν εθελοντικό Κώδικα Διαφάνειας για τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στην πολιτική επικοινωνία. Τρεις απλές δεσμεύσεις: α) σήμανση του συνθετικού οπτικοακουστικού υλικού, β)απαγόρευση της πλαστοπροσωπίας πραγματικών προσώπων, και γ) δήλωση πολιτικής για τη χρήση εργαλείων ΤΝ στην προεκλογική εκστρατεία.Δεν χρειάζεται νόμος για να ξεκινήσει, χρειάζεται πολιτική βούληση και ένα κόμμα που θα κάνει την αρχή. Όποιος το τολμήσει πρώτος, θα κερδίσει κάτι που κανένας αλγόριθμος δεν παράγει. Αξιοπιστία.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα εκτοπίσει την εργασία. Αυτό το γνωρίζουμε πλέον και οφείλουμε στον Σκυλακάκη ότι το έθεσε στο ελληνικό δημόσιο τραπέζι με όρους σοβαρότητας. Το αν θα εκτοπίσει και την εμπιστοσύνη από τη δημόσια σφαίρα, όμως, δεν είναι τεχνολογικό ζήτημα. Είναι πολιτική επιλογή. Και οι πολιτικές επιλογές, ευτυχώς, εξακολουθούν να γίνονται από ανθρώπους.
* Ο Βασίλης Τσιατσιάμης Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας & Public Affairs
En