Είναι γνωστό ότι η κρίση που έπληξε τη χώρα μας από το 2009 και μετά οδήγησε σταδιακά στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα και σε μεγάλες ανακατατάξεις στους κομματικούς συσχετισμούς. Οι σημαντικότερες από αυτές ήταν η σταδιακή ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα εξουσίας και η συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ, που κάποια στιγμή έφτασε στα όρια της κοινοβουλευτικής επιβίωσης. Οι αλλαγές αυτές δεν ήταν ένα απλό αποτέλεσμα αλλαγής των συσχετισμών.

Hταν στην ουσία τους μια νέα θεώρηση για τη χώρα και τις αιτίες της κρίσης, μια νέα θεώρηση για τα πολιτικά επίδικα εκείνης της εποχής, που άλλαξε μεταξύ άλλων και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι το πολιτικό σύστημα και τα κόμματα, τα οποία είναι οι βασικοί φορείς παραγωγής πολιτικής.

Eτσι, σε σχετική ερώτηση για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι πολίτες τις διαφορές των κομμάτων, τον Ιούνιο του 2012, λίγο πριν από τις δεύτερες εκλογές, ένας στους δύο (50%) δήλωνε σε έρευνα της Metron Analysis ότι η βασική αντίθεση βάσει της οποίας αντιλαμβανόταν τις διαφορές των κομμάτων είναι η «μνημονιακά/αντιμνημονιακά κόμματα».

Στο έδαφος αυτής της νέας αντίληψης συμπτύχθηκε μια νέα πολιτική πλειοψηφία, η οποία ξεπέρασε τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές της Αριστεράς – Δεξιάς, που σε έναν προηγούμενο ιστορικό κύκλο θα καθιστούσαν αδιανόητες κυβερνητικές συνεργασίες όπως αυτή των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ.  

Διαχωρισμός κομμάτων (Ιούνιος 2012)

Σήμερα, πέντε χρόνια μετά από εκείνη την εποχή, η αντίθεση «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» έχει πάψει να είναι η βασική ερμηνευτική των διαχωριστικών γραμμών του κομματικού συστήματος. Από το 50% του 2012, μόλις το 15% την αναφέρει ως κυρίαρχη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των κομμάτων. Ωστόσο, το υπόλοιπο 35% που έχει εγκαταλείψει αυτή την άποψη δεν τροφοδοτεί τον παραδοσιακό τρόπο διαχωρισμού των κομμάτων ανάμεσα σε αριστερά δεξιά ή προοδευτικά συντηρητικά. Ενα σημαντικό τμήμα του κατευθύνεται κυρίως σε ένα σχήμα πιο «ταξικό» (ή λαϊκίστικο, για κάποιους άλλους), που είναι το σχήμα «κόμματα του λαού/ κόμματα των μεγάλων συμφερόντων». Σχηματίζονται έτσι δύο όμοροι, ισοδύναμοι πόλοι, οι οποίοι κινούνται περίπου στο 40% του εκλογικού σώματος ο καθένας. Σχηματικά, θα τους περιγράφαμε ως τον «συστημικό» και τον «αντισυστημικό» πόλο.    

Ποιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν;

1. Ο χώρος που αντιλαμβάνεται το κομματικό σύστημα με τους παραδοσιακούς όρους Αριστεράς Δεξιάς ή προόδου συντήρησης, από το 32% του 2012 κινείται σήμερα στο 40%.

2. Μεγάλο μέρος των αντιμνημονιακών δυνάμεων έχει πλέον μια πιο «ταξική» θεώρηση για το κομματικό σύστημα, που αποτελεί εν πολλοίς και τη βάση ανάλυσης των αντισυστημικών κομμάτων, αλλά και αντιλήψεων και στάσεων κριτικής ή και απόρριψης του κοινοβουλευτισμού (όπως η αποχή από την εκλογική διαδικασία κ.τ.λ.). Στο σχήμα της ανάλυσης αντιστοιχιών φαίνεται ότι η «ταξική» αντίληψη για το κομματικό σύστημα σχετίζεται έντονα και με τη χαμηλή εμπιστοσύνη προς την πολιτική και γι’ αυτό μπορεί εύκολα να συμπορευτεί με τις διάφορες «εξωσυστημικές» απόψεις.

3. Πάλι από την ανάλυση αντιστοιχιών προκύπτει ότι ο παραδοσιακός τρόπος αντίληψης του κομματικού συστήματος βρίσκεται πιο κοντά στον κοινοβουλευτισμό και την υψηλή ή τη μέτρια πολιτική εμπιστοσύνη. Να υπενθυμίσουμε στο σημείο αυτό ότι η πολιτική εμπιστοσύνη μετράται εδώ με την εμπιστοσύνη προς το Κοινοβούλιο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η υποχώρηση της αντιμνημονιακής ρητορικής και αντίληψης ως κυρίαρχης πολιτικής αντίθεσης δεν έχει γίνει προς όφελος μιας επιστροφής στις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη λειτουργία και τις σχέσεις εκπροσώπησης των κομμάτων, αλλά, αντίθετα, προς την κατεύθυνση πιο δομικά αντίθετων απόψεων και κριτικών για την παραδοσιακή λειτουργία του κομματικού συστήματος από ό,τι η κριτική στις πολιτικές των Μνημονίων. Μόνο ένα μικρό τμήμα του εκλογικού σώματος έχει προστεθεί στον παραδοσιακό τρόπο ανάλυσης (από το 32% του 2012 στο 40% σήμερα).

Τα ερωτήματα που τίθενται είναι πολλά και σύνθετα και σχετίζονται με την επόμενη ημέρα της πολιτικής ζωής στη χώρα, αλλά και τους συσχετισμούς που θα διαμορφωθούν.

Ας παραθέσουμε ορισμένα από αυτά.

1. Υπάρχουν ή θα δημιουργηθούν κομματικές οντότητες που θα εκπροσωπήσουν εκλογικά τις «εξωσυστημικές» απόψεις ή θα μείνει ο κύριος όγκος τους έξω από την κοινοβουλευτική λογική και τη συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες, όπως έκαναν σε μεγάλο βαθμό και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015;

2. Μπορεί το κομματικό σύστημα να υπερβεί την κρίση εμπιστοσύνης και να ανανεωθεί, ώστε να περιορίσει τα φαινόμενα απόρριψής του και της εκτεταμένης αποστασιοποίησης, όπως αυτά προκύπτουν από τους χαμηλούς δείκτες πολιτικής εμπιστοσύνης;

3. Πώς θα διαμορφωθούν τα κυρίαρχα αφηγήματα και η προεκλογική αντιπαράθεση όσο θα βαδίζουμε προς τις κάλπες; Θα επιδιώξει ο ΣΥΡΙΖΑ να εκπροσωπήσει τις δυνάμεις που θα επιθυμούσαν ένα «κόμμα του λαού» ενάντια στα «κόμματα των μεγάλων συμφερόντων» ή, αντίθετα, θα προσπαθήσει να εκφράσει τον αριστερό/προοδευτικό πόλο απέναντι στον δεξιό/συντηρητικό, που θα εκπροσωπεί η Νέα Δημοκρατία; Οψόμεθα.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ, Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017