Σοφία Κουνιά στα Παραπολιτικά: Έτσι έφτασε να πρωταγωνιστεί στις ταινίες του Οικονομίδη - "Είναι ο αδερφός που έχασα"
Συνέντευξη στο Secret
Από υπεύθυνη των υπολογιστών στα εργαστήρια του μαθηματικού τμήματος του πανεπιστημίου Αθηνών, η Σοφία Κουνιά πρωταγωνιστεί στις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη "Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς" και "Σπασμένη φλέβα"
Η Σοφία δεν ήταν ηθοποιός. Εγινε τυχαία, όταν το 2017, χρονιά που µόλις είχε χάσει τον αδερφό της, τον γνωστό αθλητή της εθνικής οµάδας µπάσκετ µε αµαξίδιο Γιώργο Κουνιά, γνώρισε σε σπίτι κοινών γνωστών τον σκηνοθέτη Γιάννη Οικονοµίδη. Εκείνος είδε σε αυτήν το ιδανικό πρόσωπο για την ταινία που ετοίµαζε, την «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» (2018), γιατί, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, έψαχνε ένα άτοµο µε «χαρακτηριστικό ύφος που να αποπνέει “αλητεία” και λαϊκότητα». Ωστόσο, σήµερα η Σοφία, που επί σειρά ετών εργάζεται ως υπεύθυνη των εργαστηρίων Η/Υ στο Μαθηµατικό Τµήµα του ΕΚΠΑ, πρωταγωνιστεί µε µεγάλη επιτυχία και σε δεύτερη ταινία του Οικονοµίδη, στη «Σπασµένη φλέβα», µια πολύ σκληρή, σύγχρονη ταινία, που τις τελευταίες εβδοµάδες έχει σπάσει τα ταµεία στις κινηµατογραφικές αίθουσες. Η Σοφία Κουνιά, µε την οποία µοιραζόµαστε το ίδιο επώνυµο, καθότι είµαστε δεύτερες ξαδέλφες, κατάγεται από το Λεωνίδιο Αρκαδίας, τον αγαπηµένο τόπο µας, και η συνέντευξη που ακολουθεί είναι για µένα ίσως η πιο συγκινητική από όσες έχω κάνει.
Σοφία, τι αρέσει τόσο πολύ στον κόσµο στη «Σπασµένη φλέβα»;
Η ταινία αυτή, πιστεύω, έπιασε τον παλµό του κόσµου και των νέων παιδιών (18-25 ετών), αλλά και, για έναν περίεργο λόγο, των ανθρώπων 78-88 ετών! ∆ηλαδή, πεθερές φιλενάδων µου, θεούσες και άλλες τέτοιες κατηγορίες κοινού βλέπουν την ταινία και τρελαίνονται. Είναι απίστευτο. Ολοι οι χαρακτήρες της ταινίας είναι κοµµάτια της σηµερινής ελληνικής κοινωνίας.
Ποια πραγµατικότητα καταγράφει;
Το µεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων την έχει ζήσει, απλώς όχι σε αυτόν τον βαθµό. ∆ηλαδή ζορίζεται στο σούπερ µάρκετ ή στο τέλος του µήνα και κόβει πράγµατα από την καθηµερινότητά του. ∆εν καταλήγουν βέβαια όλοι σε τοκογλύφο, αλλά χρωστάνε στην τράπεζα, που είναι ο επίσηµος τοκογλύφος τους, κατά την άποψη της ταινίας. Πολλοί θεατές θέλουν ο πρωταγωνιστής να σωθεί, παρότι είναι αντιήρωας και διαπράττει απίστευτη ύβρη.
Πρόκειται για έναν επιχειρηµατία που έµπλεξε µε τοκογλύφους;
Ναι, είναι ο µικροαστός του ’80 που το ’90 έγινε µεγαλοαστός, έζησε τα πολύ καλά χρόνια του µεγάλου, βαθύ, ορθόδοξου ΠΑΣΟΚ. ∆ηλαδή πήγαινε στα µπουζούκια, στο καζίνο, κάπνιζε πούρα και ο «µήνας είχε 9». Του είχε αφήσει ο πατέρας του µια πολύ καλή επιχείρηση, την οποία έριξε στα βράχια και στο τέλος τη χάνει επειδή την παίρνει η τράπεζα. Και τώρα, στην ταινία, ο βασικός του στόχος είναι να σώσει το σπίτι του από τους τοκογλύφους. Ενώ δείχνει να τα καταφέρνει, στο τελευταίο λεπτό κάνει το µοιραίο λάθος, που του καταστρέφει τη ζωή. Ο άνθρωπος, όταν φτάνει στα όριά του, δεν ξέρεις τι µπορεί να κάνει. Ο άλλος σκοτώνει άνθρωπο για µια θέση πάρκινγκ. ∆υστυχώς, οι άνθρωποι στη σηµερινή κοινωνία απασφαλίζουν κάπως. Κατά την άποψή µου, έχει διαρρηχθεί λίγο ο κοινωνικός ιστός µέσα από την οικονοµική κρίση, τον COVID, τη φτώχεια, οικονοµική ή πνευµατική. Ο κάθε κανονικός άνθρωπος µπορεί να περάσει την κόκκινη γραµµή του. Ολοι οι παραβατικοί που είναι στις φυλακές κανονικοί άνθρωποι ήταν κάποτε και κάποια στιγµή κάτι έγινε.
Η ταινία αναφέρεται σε έναν κόσµο που ζει στο ψέµα της καλής ζωής, ενώ στην πραγµατικότητα δεν έχει να βγάλει τον µήνα.
Ναι, είναι η λεγόµενη κοινωνική υποκρισία. Το βλέπουµε συχνά.
Ποια εσωτερική ανάγκη οδηγεί κάποιον να ζει έτσι;
Ο Βασίλης Μπισµπίκης, ο οποίος στην ταινία δίνει ρεσιτάλ υποκριτικής πάνω σε αυτό, έχει ως κάστρο του το σπίτι στη Βούλα. Αλλά αυτό δεν είναι µόνο ένα σπίτι. Συµβολίζει όλο το πρεστίζ του, δηλαδή το µπουζούκι, την εξουσία του και άλλα πολλά. ∆εν τον πολυενδιαφέρει αν χάσει απλώς το σπίτι, τον ενδιαφέρει ότι µαζί µε αυτό θα καταρρεύσει και όλη η εξουσία του.
Πολλές φορές ο θεατής κατανοεί τη συγγνώµη του πρωταγωνιστή.
Φαντάσου στη θέση του κεντρικού προσώπου της ταινίας να µην ήταν άνδρας, αλλά γυναίκα. Θα τη συγχωρούσαν τόσο εύκολα; ∆εν υπήρχε περίπτωση. Θα την είχαν
ξεσκίσει όλοι. Βέβαια, παρότι η ταινία για µένα είναι βαθιά φεµινιστική, γιατί όλοι οι γυναικείοι ρόλοι έχουν µεγάλη υπόσταση, ο πρωταγωνιστικός ρόλος θα ήταν αδύνατο να είναι γυναίκα, γιατί δεν θα τη συµπαθούσε κανείς. Ενώ για τον άνδρα λένε «δεν πειράζει που ξενοπήγε λίγο». Μα πειράζει! Είναι πατριαρχία.
Πώς βιώνεις τα τελευταία χρόνια την ενασχόλησή σου µε τον κινηµατογράφο;
∆εν έχω αλλάξει τίποτα, απλώς είµαι πιο χαρούµενη. Το ζω όσο περισσότερο µπορώ, γιατί το γουστάρω. Είναι και ένας τρόπος να ξεπερνάω και τη βαριεστηµάρα της δουλειάς µου. Γιατί όταν δουλεύεις µε υπολογιστές δεν έχεις κάποια προσωπική επαφή µε κάποιον. Ξαφνικά βρέθηκα µε αυτούς τους ανθρώπους στον χώρο τους, όπου λέγονται ιδέες, συζητιούνται µουσικές, βγαίνουν σενάρια, ανοίγει το µυαλό µου. Πίνουµε και το κρασάκι µας και, όσο πίνεις, τόσο πιο πολλά σενάρια βγαίνουν. Για µένα είναι µια τύχη της ζωής µου. Είναι σαν να είµαι µέσα σε ένα ζαχαροπλαστείο και κάθε µέρα να δοκιµάζω ένα καινούργιο γλυκό.
Ηταν όνειρό σου;
Ποτέ! ∆εν το είχα σκεφτεί. Βέβαια, όταν τελείωσα το Λύκειο, το 1985, δεν ήθελε κανείς να γίνει ηθοποιός, γιατί δεν ξέραµε πώς γίνεται. Σήµερα, αν µπεις σε µια τάξη, οι µισοί θέλουν να γίνουν ηθοποιοί. Αυτό για µένα είναι κάτι καινούργιο, µου αρέσει πολύ η συνεργασία µε τον Οικονοµίδη. Το κάνω για να περνάω καλά, όχι για άλλον λόγο.
Τι σε συγκλονίζει περισσότερο σε αυτήν την ταινία;
Με συγκλονίζει που δείχνει ότι ο άνθρωπος σήµερα είναι συνέχεια σε µια πίεση και ζει µε σπασµένα φρένα. Και κάποια στιγµή θα φτάσει στο σηµείο που θα σπάσει η φλέβα του. Στην ταινία, όλων η φλέβα σπάει στο τέλος. Είναι µια αρχαία τραγωδία. Το δείχνει και η αφίσα, όπου ο Βασίλης βγάζει τα µάτια του σαν τον Οιδίποδα.
Ποιος είναι ο ρόλος σου;
Υποδύοµαι τη θρυλική Καιτάρα! Μια γυναίκα µε όχι καλή φήµη, που έχει την καντίνα απέναντι ακριβώς από την επιχείρηση του πρωταγωνιστή και έχει κοµβικό ρόλο στο έργο, καθώς µέσω αυτής έρχεται στο τέλος η καταστροφή. Νοµίζει ότι όλοι τής χρωστούν και αυτή δεν φταίει πουθενά για τα προβλήµατά της. Η καντίνα φαντάζει µικρή απέναντι στο µεγάλο µαγαζί που βρίσκεται από την άλλη πλευρά του δρόµου. Και το πρόβληµά της είναι ταξικό. Θέλει να ανέβει επίπεδο, ο στόχος της είναι το χρήµα.
Πώς τον δούλεψες;
Τον διαβάσαµε, τον φοβήθηκα, αλλά καθίσαµε µε τον Γιάννη και το συζητήσαµε. Και µέσα από τις πρόβες βγάλαµε τον χαρακτήρα του.
Πώς ήταν οι πρόβες;
Το πιο µαγικό πράγµα σε όλη την ετοιµασία µιας ταινίας είναι οι πρόβες, γιατί εκεί δηµιουργούνται οι χαρακτήρες. ∆ιήρκεσαν περίπου πέντε-έξι µήνες. Το προβάδικο είναι σε ένα υπόγειο στα Εξάρχεια. Παλιότερα ερχόταν και η Αστυνοµία όταν κάναµε πρόβα, µε καταγγελίες από τους γείτονες για ενδοοικογενειακή βία. Γιατί νόµιζαν ότι σφαζόµασταν στην «Μπαλάντα». Στη «Σπασµένη φλέβα» σταµάτησαν να έρχονται, γιατί µας είχαν µάθει πια.
Ποια σκηνή σε δυσκόλεψε περισσότερο;
Ο µονόλογός µου στην καντίνα. Ηταν ∆ευτέρα του Πάσχα, µόλις είχα επιστρέψει από το χωριό µου, το Λεωνίδιο, που έχει αυτό το µαγικό Πάσχα µε τα αερόστατα. Ξεµέθυσα την Κυριακή, για να επιστρέψω τη ∆ευτέρα στην Αθήνα, και ήµουν εξαντληµένη. Πήγα και σε ένα µατς στο γήπεδο και την Τρίτη κάναµε το γύρισµα. Ηταν δύσκολο. Αλλά, µόλις είδα την καντίνα, είπα «η καντίνα µου». Επειτα από έξι µήνες πρόβα είχα µπει πολύ στον ρόλο.
Οι βρισιές σου στην ταινία ήταν αυτοσχέδιες;
Ναι, υπήρχε ο κεντρικός κορµός του σεναρίου που ακολουθούσα, αλλά όλα τα υπόλοιπα ήταν δικά µου. Το βρισίδι στον Παυλάρα και κάποια άλλα έβγαιναν αυθόρµητα
εκείνη τη στιγµή. Κάναµε 13 take που είχαν 13 διαφορετικές βερσιόν της σκηνής.
Τι είναι ο Οικονοµίδης για σένα;
Είναι για µένα ο αδερφός που έχασα. Είναι φίλος και αδερφός. Μου τον έστειλε ο αδερφός µου για να µε φυλάει από τα κακοσκάλια. Συνεργαζόµαστε υπέροχα. Είναι ευφυής και ευγενέστατος. ∆εν είναι αθυρόστοµος, παρότι στις ταινίες του προβάλλεται το αντίθετο. Αυτό το κάνει επειδή του αρέσει ο ρεαλισµός.
Δημοσιεύθηκε στο Secret των Παραπολιτικών
Σοφία, τι αρέσει τόσο πολύ στον κόσµο στη «Σπασµένη φλέβα»;
Η ταινία αυτή, πιστεύω, έπιασε τον παλµό του κόσµου και των νέων παιδιών (18-25 ετών), αλλά και, για έναν περίεργο λόγο, των ανθρώπων 78-88 ετών! ∆ηλαδή, πεθερές φιλενάδων µου, θεούσες και άλλες τέτοιες κατηγορίες κοινού βλέπουν την ταινία και τρελαίνονται. Είναι απίστευτο. Ολοι οι χαρακτήρες της ταινίας είναι κοµµάτια της σηµερινής ελληνικής κοινωνίας.
Ποια πραγµατικότητα καταγράφει;
Το µεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων την έχει ζήσει, απλώς όχι σε αυτόν τον βαθµό. ∆ηλαδή ζορίζεται στο σούπερ µάρκετ ή στο τέλος του µήνα και κόβει πράγµατα από την καθηµερινότητά του. ∆εν καταλήγουν βέβαια όλοι σε τοκογλύφο, αλλά χρωστάνε στην τράπεζα, που είναι ο επίσηµος τοκογλύφος τους, κατά την άποψη της ταινίας. Πολλοί θεατές θέλουν ο πρωταγωνιστής να σωθεί, παρότι είναι αντιήρωας και διαπράττει απίστευτη ύβρη.
Πρόκειται για έναν επιχειρηµατία που έµπλεξε µε τοκογλύφους;
Ναι, είναι ο µικροαστός του ’80 που το ’90 έγινε µεγαλοαστός, έζησε τα πολύ καλά χρόνια του µεγάλου, βαθύ, ορθόδοξου ΠΑΣΟΚ. ∆ηλαδή πήγαινε στα µπουζούκια, στο καζίνο, κάπνιζε πούρα και ο «µήνας είχε 9». Του είχε αφήσει ο πατέρας του µια πολύ καλή επιχείρηση, την οποία έριξε στα βράχια και στο τέλος τη χάνει επειδή την παίρνει η τράπεζα. Και τώρα, στην ταινία, ο βασικός του στόχος είναι να σώσει το σπίτι του από τους τοκογλύφους. Ενώ δείχνει να τα καταφέρνει, στο τελευταίο λεπτό κάνει το µοιραίο λάθος, που του καταστρέφει τη ζωή. Ο άνθρωπος, όταν φτάνει στα όριά του, δεν ξέρεις τι µπορεί να κάνει. Ο άλλος σκοτώνει άνθρωπο για µια θέση πάρκινγκ. ∆υστυχώς, οι άνθρωποι στη σηµερινή κοινωνία απασφαλίζουν κάπως. Κατά την άποψή µου, έχει διαρρηχθεί λίγο ο κοινωνικός ιστός µέσα από την οικονοµική κρίση, τον COVID, τη φτώχεια, οικονοµική ή πνευµατική. Ο κάθε κανονικός άνθρωπος µπορεί να περάσει την κόκκινη γραµµή του. Ολοι οι παραβατικοί που είναι στις φυλακές κανονικοί άνθρωποι ήταν κάποτε και κάποια στιγµή κάτι έγινε.
Η ταινία αναφέρεται σε έναν κόσµο που ζει στο ψέµα της καλής ζωής, ενώ στην πραγµατικότητα δεν έχει να βγάλει τον µήνα.
Ναι, είναι η λεγόµενη κοινωνική υποκρισία. Το βλέπουµε συχνά.
Ποια εσωτερική ανάγκη οδηγεί κάποιον να ζει έτσι;
Ο Βασίλης Μπισµπίκης, ο οποίος στην ταινία δίνει ρεσιτάλ υποκριτικής πάνω σε αυτό, έχει ως κάστρο του το σπίτι στη Βούλα. Αλλά αυτό δεν είναι µόνο ένα σπίτι. Συµβολίζει όλο το πρεστίζ του, δηλαδή το µπουζούκι, την εξουσία του και άλλα πολλά. ∆εν τον πολυενδιαφέρει αν χάσει απλώς το σπίτι, τον ενδιαφέρει ότι µαζί µε αυτό θα καταρρεύσει και όλη η εξουσία του.
Πολλές φορές ο θεατής κατανοεί τη συγγνώµη του πρωταγωνιστή.
Φαντάσου στη θέση του κεντρικού προσώπου της ταινίας να µην ήταν άνδρας, αλλά γυναίκα. Θα τη συγχωρούσαν τόσο εύκολα; ∆εν υπήρχε περίπτωση. Θα την είχαν
ξεσκίσει όλοι. Βέβαια, παρότι η ταινία για µένα είναι βαθιά φεµινιστική, γιατί όλοι οι γυναικείοι ρόλοι έχουν µεγάλη υπόσταση, ο πρωταγωνιστικός ρόλος θα ήταν αδύνατο να είναι γυναίκα, γιατί δεν θα τη συµπαθούσε κανείς. Ενώ για τον άνδρα λένε «δεν πειράζει που ξενοπήγε λίγο». Μα πειράζει! Είναι πατριαρχία.
Πώς βιώνεις τα τελευταία χρόνια την ενασχόλησή σου µε τον κινηµατογράφο;
∆εν έχω αλλάξει τίποτα, απλώς είµαι πιο χαρούµενη. Το ζω όσο περισσότερο µπορώ, γιατί το γουστάρω. Είναι και ένας τρόπος να ξεπερνάω και τη βαριεστηµάρα της δουλειάς µου. Γιατί όταν δουλεύεις µε υπολογιστές δεν έχεις κάποια προσωπική επαφή µε κάποιον. Ξαφνικά βρέθηκα µε αυτούς τους ανθρώπους στον χώρο τους, όπου λέγονται ιδέες, συζητιούνται µουσικές, βγαίνουν σενάρια, ανοίγει το µυαλό µου. Πίνουµε και το κρασάκι µας και, όσο πίνεις, τόσο πιο πολλά σενάρια βγαίνουν. Για µένα είναι µια τύχη της ζωής µου. Είναι σαν να είµαι µέσα σε ένα ζαχαροπλαστείο και κάθε µέρα να δοκιµάζω ένα καινούργιο γλυκό.
Ηταν όνειρό σου;
Ποτέ! ∆εν το είχα σκεφτεί. Βέβαια, όταν τελείωσα το Λύκειο, το 1985, δεν ήθελε κανείς να γίνει ηθοποιός, γιατί δεν ξέραµε πώς γίνεται. Σήµερα, αν µπεις σε µια τάξη, οι µισοί θέλουν να γίνουν ηθοποιοί. Αυτό για µένα είναι κάτι καινούργιο, µου αρέσει πολύ η συνεργασία µε τον Οικονοµίδη. Το κάνω για να περνάω καλά, όχι για άλλον λόγο.
Τι σε συγκλονίζει περισσότερο σε αυτήν την ταινία;
Με συγκλονίζει που δείχνει ότι ο άνθρωπος σήµερα είναι συνέχεια σε µια πίεση και ζει µε σπασµένα φρένα. Και κάποια στιγµή θα φτάσει στο σηµείο που θα σπάσει η φλέβα του. Στην ταινία, όλων η φλέβα σπάει στο τέλος. Είναι µια αρχαία τραγωδία. Το δείχνει και η αφίσα, όπου ο Βασίλης βγάζει τα µάτια του σαν τον Οιδίποδα.
Ποιος είναι ο ρόλος σου;
Υποδύοµαι τη θρυλική Καιτάρα! Μια γυναίκα µε όχι καλή φήµη, που έχει την καντίνα απέναντι ακριβώς από την επιχείρηση του πρωταγωνιστή και έχει κοµβικό ρόλο στο έργο, καθώς µέσω αυτής έρχεται στο τέλος η καταστροφή. Νοµίζει ότι όλοι τής χρωστούν και αυτή δεν φταίει πουθενά για τα προβλήµατά της. Η καντίνα φαντάζει µικρή απέναντι στο µεγάλο µαγαζί που βρίσκεται από την άλλη πλευρά του δρόµου. Και το πρόβληµά της είναι ταξικό. Θέλει να ανέβει επίπεδο, ο στόχος της είναι το χρήµα.
Πώς τον δούλεψες;
Τον διαβάσαµε, τον φοβήθηκα, αλλά καθίσαµε µε τον Γιάννη και το συζητήσαµε. Και µέσα από τις πρόβες βγάλαµε τον χαρακτήρα του.
Πώς ήταν οι πρόβες;
Το πιο µαγικό πράγµα σε όλη την ετοιµασία µιας ταινίας είναι οι πρόβες, γιατί εκεί δηµιουργούνται οι χαρακτήρες. ∆ιήρκεσαν περίπου πέντε-έξι µήνες. Το προβάδικο είναι σε ένα υπόγειο στα Εξάρχεια. Παλιότερα ερχόταν και η Αστυνοµία όταν κάναµε πρόβα, µε καταγγελίες από τους γείτονες για ενδοοικογενειακή βία. Γιατί νόµιζαν ότι σφαζόµασταν στην «Μπαλάντα». Στη «Σπασµένη φλέβα» σταµάτησαν να έρχονται, γιατί µας είχαν µάθει πια.
Ποια σκηνή σε δυσκόλεψε περισσότερο;
Ο µονόλογός µου στην καντίνα. Ηταν ∆ευτέρα του Πάσχα, µόλις είχα επιστρέψει από το χωριό µου, το Λεωνίδιο, που έχει αυτό το µαγικό Πάσχα µε τα αερόστατα. Ξεµέθυσα την Κυριακή, για να επιστρέψω τη ∆ευτέρα στην Αθήνα, και ήµουν εξαντληµένη. Πήγα και σε ένα µατς στο γήπεδο και την Τρίτη κάναµε το γύρισµα. Ηταν δύσκολο. Αλλά, µόλις είδα την καντίνα, είπα «η καντίνα µου». Επειτα από έξι µήνες πρόβα είχα µπει πολύ στον ρόλο.
Οι βρισιές σου στην ταινία ήταν αυτοσχέδιες;
Ναι, υπήρχε ο κεντρικός κορµός του σεναρίου που ακολουθούσα, αλλά όλα τα υπόλοιπα ήταν δικά µου. Το βρισίδι στον Παυλάρα και κάποια άλλα έβγαιναν αυθόρµητα
εκείνη τη στιγµή. Κάναµε 13 take που είχαν 13 διαφορετικές βερσιόν της σκηνής.
Τι είναι ο Οικονοµίδης για σένα;
Είναι για µένα ο αδερφός που έχασα. Είναι φίλος και αδερφός. Μου τον έστειλε ο αδερφός µου για να µε φυλάει από τα κακοσκάλια. Συνεργαζόµαστε υπέροχα. Είναι ευφυής και ευγενέστατος. ∆εν είναι αθυρόστοµος, παρότι στις ταινίες του προβάλλεται το αντίθετο. Αυτό το κάνει επειδή του αρέσει ο ρεαλισµός.
Δημοσιεύθηκε στο Secret των Παραπολιτικών
En