Άγγελος ή Διάβολος ο "Καποδίστριας"; - Τι απαντούν τέσσερις κριτικοί και ένας ιστορικός κινηματογράφου
Δείτε αναλυτικά
Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή συνεχίζεται τα απανωτά sold out, εξελίσσεται σε φαινόμενο και η «Κυριακάτικη Απογευματινή» ζήτησε από τον σκηνοθέτη, τέσσερις κριτικούς και έναν ιστορικό κινηματογράφου την άποψή τους
Ολα αυτά προδιαγράφουν τη µεγάλη επιτυχία του «Καποδίστρια». Αλλά και καθιστούν -ήδη- τη συγκεκριµένη ταινία ένα φαινόµενο προς διερεύνηση. Γι’ αυτό απευθυνθήκαµε στον ίδιο τον σκηνοθέτη της, καθώς και σε τέσσερις γνωστούς και έµπειρους κριτικούς και σε έναν ιστορικό του κινηµατογράφου, να καταθέσουν τη δική τους ερµηνεία γι’ αυτήν την αθρόα προσέλευση των θεατών στις κινηµατογραφικές αίθουσες, χάριν της ταινίας.
Γιάννης Σμαραγδής: «Αντιπροσωπεύει όλες τις ελληνικές αξίες»
Πρώτ’ απ’ όλα, πιστεύω ότι είµαστε ένας ευαίσθητος λαός µε υψηλό ψυχικό πολιτισµό. Με την αθρόα συµµετοχή στην ταινία απέδωσαν στον Καποδίστρια το δάφνινο στεφάνι που δεν του το απέδωσε η εποχή του. Το δεύτερο είναι ότι ο Καποδίστριας αντιπροσωπεύει όλες τις ελληνικές αξίες, αλλά χωρίς τα ελαττώµατά µας. Και οι Ελληνες βλέπουν ότι αυτή η ταινία αναδεικνύει ακριβώς τις αρετές του και τη βαθιά του πίστη στον αγώνα για την πατρίδα και για την Ορθοδοξία µας, µια βαθιά πίστη στον Θεό - αξίες που υπογείως διαπερνούν όλη την ελληνική κοινωνία, εκτός από µια ιδιόµορφη Αριστερά που έχει βασιλέψει και ο καιρός την πέταξε έξω από την ιστορία.
Η ταινία αντιµετώπισε µεγάλες δυσκολίες και επιθέσεις για να µη γίνει, από σκοτεινά κέντρα που υπάρχουν στην Ελλάδα. ∆υστυχώς και το Ελληνικό Κέντρο Κινηµατογράφου ήταν µια κακή σφηκοφωλιά κατευθυνόµενη από τη woke ατζέντα, αλλά αυτό διορθώθηκε από την υπουργό Πολιτισµού, Λίνα Μενδώνη, η οποία το ενέταξε στο ΕΚΚΟΜΕ∆ ακριβώς για να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εθνικής πολιτικής. Αυτή τη στιγµή οργανώνεται για να προχωρήσει µε µια στρατηγική υπέρ των ταινιών του ελληνικού αισθήµατος, όπως είναι ο «Καποδίστριας». Πρέπει οι ταινίες που θα γίνονται -από εδώ και µετά- να βοηθάνε τις ελληνικές ψυχές να αισθάνονται καλύτερα και όχι να χρηµατοδοτούνται ταινίες µε σκοτεινό περιεχόµενο, ακολουθώντας τις ξένες µόδες που δεν έχουν καµία σχέση µε την Ελλάδα. Αυτό είναι πολύ σοβαρό που σας λέω. Ταινίες όπως αυτές που έκανε ο Σακελλάριος και οι µεγάλες κωµωδίες που έγιναν κατά τη µεταπολεµική περίοδο είναι αθάνατες γιατί αγαπούσανε τον Ελληνα και τον καταγράφανε µε τις αρετές του και τις ποιότητές του. ∆εν είµαστε ένας λαός που χρειάζεται πρότυπα έξω από εδώ.
Γιάννης Ζουμπουλάκης - Κριτικός κινηματογράφου «Το Βήμα»
Εχω καταλάβει τόσα χρόνια ότι ο Γιάννης Σµαραγδής αφουγκράζεται πάρα πολύ σωστά την εποχή και τα πρόσωπα τα οποία θέλει να διαχειριστεί, και µε τον
«Ελ Γκρέκο» και µε τον «Καζαντζάκη» και πιο παλιά τον «Καβάφη» - όλες είναι ταινίες που πέσανε µέσα στην κατάλληλη στιγµή, µε αποτέλεσµα ανεξαρτήτως κριτικής (και έχω υπάρξει και εγώ αρνητικός απέναντι στον Γιάννη Σµαραγδή σε κάποιες ταινίες του) να είναι ταινίες που πρέπει να δει ο κόσµος. ∆ηλαδή, νοµίζω ότι οι ταινίες του Σµαραγδή µέχρι τώρα είναι µε έναν τρόπο υπεράνω κριτικής. Αυτό είναι λίγο παράξενο όπως το λέω, αλλά το πιστεύω. Είναι ένας δηµιουργός
ο οποίος καταφέρνει να διαπραγµατευθεί θέµατα που φαίνεται ότι έχουν ανάγκη οι Ελληνες να δουν.
Και αυτό, από µόνο του, είναι ένα τεράστιο βήµα για την επιτυχία των ταινιών του. ∆ηλαδή, καταφέρνει να γίνει το ίδιο το θέµα της ταινίας κάτι σαν ασπίδα υπεράσπισης του Γιάννη Σµαραγδή, µε αποτέλεσµα ακόµα και τις κακόβουλες κριτικές να τις ξεπερνά. Για µένα, η ταινία έχει αδυναµίες, αλλά δεν µπορώ λόγω κάποιων αδυναµιών της να την απορρίψω - απεναντίας. Καταλαβαίνω ότι αυτές οι τελικά ασήµαντες αδυναµίες βοηθάνε µε έναν τρόπο να τη δεις µε ακόµα καλύτερο µάτι και να βρεις τις αρετές της και έχει αρετές. Κατ’ αρχάς, είναι πάρα πολύ σηµαντικό το γεγονός ότι υπάρχει Ελληνας σκηνοθέτης που σήµερα ασχολείται µε τον Ιωάννη Καποδίστρια. ∆είχνει ότι είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ενδιαφέρεται για την ιστορία αυτού του τόπου. Ενδιαφέρεται επί της ουσίας για τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Οπως ενδιαφερόταν επί της ουσίας για τον Νίκο Καζαντζάκη. Οπως ενδιαφερόταν επί της ουσίας για τον Αλέξανδρο Παπαδιαµάντη σε µια πιο παλιά του ταινία, το «Καλή σου νύχτα κύριε Αλέξανδρε». ∆ηλαδή, είναι ένας σκηνοθέτης ο οποίος ενδιαφέρεται για τον ελληνικό πολιτισµό. ∆εν µπορώ να µην το σεβαστώ. Είναι µια καλή ταινία. Εχει την υπέροχη φωτογραφία του Αρη Σταύρου. Εχει έναν ιδανικό πρωταγωνιστή, τον Αντώνη Μυριαγκό, που πέραν της οµοιότητάς του βρίσκω ότι γενικότερα διαθέτει ένα χάρισµα έτσι όπως έχει συλλάβει τον Καποδίστρια: παίζει πολύ µε τη µατιά του και ίσως λιγότερο µε τα λόγια του. Και, βέβαια, είναι το ίδιο το εµβληµατικό πρόσωπο, το οποίο φαίνεται ότι ο κόσµος θέλει να το δει. Θέλει να δει τον Καποδίστρια, θέλει να τον µάθει.
Χρήστος Μήτσης - Κριτικός κινηματογράφου (Αθηνόραμα)
Ηταν αναµενόµενη µία εµπορική επιτυχία από αυτή την ταινία, για πολλούς λόγους. Είχε πολλά προσόντα υπέρ της. Πρώτ’ απ’ όλα, το όνοµα του σκηνοθέτη, που έχει κάνει µια σειρά βιογραφιών, οι οποίες έχουν όλες πάει καλά εµπορικά, ακόµα και οι χαµηλότερες ταινίες του έχουν κάνει 250.000 εισιτήρια, δηλαδή πολύ καλά. Εδώ φαίνεται ότι θα πάει πολύ παραπάνω, γιατί η ταινία αναδείχθηκε σε εθνικό φαινόµενο, κατά κάποιον τρόπο. Επίσης, έχει ένα κοινό που τον ακολουθεί πιστά. Και έχει τα εχέγγυα µιας ευπρόσωπης παραγωγής, η οποία τουλάχιστον για ένα κοινό που πηγαίνει σπάνια σινεµά και ζητά ταινίες εύκολης κατανάλωσης, αλλά που ενδιαφέρεται για το θέµα, νοµίζω πως ο Σµαραγδής είναι εγγύηση. Από τις αντιδράσεις των θεατών, στα social media και παντού,
φαίνεται ότι νιώθουν µια υποχρέωση, ένα εθνικό χρέος να πάνε να δούνε αυτήν την ταινία.
Σε αυτό βοηθάει και η προσωπικότητα που αναδείχθηκε. ∆ηλαδή ότι είναι ένας Ελληνας πολιτικός που τα έβαλε µε ένα κατεστηµένο -κάτι που «µιλάει» στη σηµερινή εποχή που αναζητείται µια τέτοια προσωπικότητα. Επίσης, ο Καποδίστριας έχει το πλεονέκτηµα ως προσωπικότητα: είναι κάτι ελληνικό, το εθνικό, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει ένα πιο τεχνοκρατικό, πιο ευρωπαϊκό, πιο µοντέρνο ύφος σε σχέση µε τους φουστανελοφόρους που έχουµε µάθει ότι ήταν οι ήρωες του ’21 που απελευθέρωσαν την Ελλάδα.
Αρα µπορεί να µιλήσει σε πιο διαφορετικές γενιές. Νοµίζω ότι ήρθε την κατάλληλη εποχή αυτή η ταινία και συνοδεύθηκε και µε ένα εθνικό-πατριωτικό χρέος, ότι πρέπει να πάµε να τη δούµε. Η ταινία µιλάει για τους κακούς τους ξένους, που πάντα επιβουλεύονται την Ελλάδα. Υπάρχει µια έµµεση, αλλά σαφής αναφορά στον Σόιµπλε, µε τον Μέτερνιχ που ήθελε να καταστρέψει τους Ελληνες. Οπότε θεωρώ ότι ο συνδυασµός όλων αυτών των συγκυριών την έκανε ταινία-φαινόµενο και νοµίζω ότι θα πάει πολύ πολύ ψηλά. Μπορεί να φτάσει και τα 750.000 εισιτήρια.
Κωνσταντίνος Καϊμάκης - Κριτικός κινηματογράφου (Athens Voice, Monopoli.gr)
Ο Σµαραγδής είναι ένας πανέξυπνος δηµιουργός, που ξέρει να κάνει σινεµά το οποίο απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Εχει επωµιστεί τον ρόλο του εθνικού βιογράφου για τη χώρα µας. Προβαίνει σε φιλµ που έχουν τη µορφή των κλασικών εικονογραφηµένων µε µια διαπίστωση: ενώ πιο παλιά στον «Ελ Γκρέκο», ας πούµε, ήταν πιο συµµαζεµένες οι βιογραφίες του, τα τελευταία δύο, και ο «Καζαντζάκης» και, τώρα, ο «Καποδίστριας», έχουν χτυπητές αφηγηµατικές και τεχνικές αδυναµίες. Αυτό εξηγείται, µάλλον, ως εξής: ότι δεν καίγεται και τόσο πολύ ο Σµαραγδής κάνοντας κάποια λάθη καραµπινάτα στις ταινίες του, όπως συµβαίνει σε αυτήν την ταινία, που παριστάνονται κάποιοι χαρακτήρες-καρικατούρες, όπως ο Κολοκοτρώνης. Και αυτό, γιατί γνωρίζει εξαρχής ότι οι ταινίες του θα έχουν εµπορική επιτυχία. Η επιτυχία αυτή εξηγείται πολύ εύκολα, επειδή ο Σµαραγδής απευθύνεται σε ένα κοινό που επιδεικνύει ισχυρές συντηρητικές τάσεις και πιστεύει σε έναν λαό ξεχωριστό, επιούσιο και ευλογηµένο από τον Θεό. Οι βιογραφίες του Σµαραγδή έχουν αυτό το νόηµα: παρουσιάζει έναν Καποδίστρια όπου είναι ένας άλλος Ιησούς, ευλογηµένος, που θυσιάζεται για τις αµαρτίες της νεότευκτης πατρίδας µας. Ξέρει πώς να πουλήσει στο κοινό αυτό που θέλει και πώς να του, αλλά αυτό δεν σηµαίνει ότι οι εθνικές βιογραφίες του δεν είναι λαϊκίστικες.
Λουκάς Κάτσικας - Διευθυντής φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας», κριτικός κινηματογράφου
Οταν το ποσοστό προσέλευσης κοινού στις αίθουσες είναι µεγάλο, εµένα πάντοτε µε χαροποιεί - είτε πρόκειται για τον «Καποδίστρια» είτε για οτιδήποτε. Γιατί οι αίθουσες, αυτή τη στιγµή, έχουν πολύ µεγάλη ανάγκη το κοινό. Από εκεί και πέρα, ο µόνος τρόπος µε τον οποίο θα µπορούσα να δικαιολογήσω αυτού του είδους την απήχηση της ταινίας σίγουρα έχει να κάνει µε το γεγονός ότι ο Γιάννης Σµαραγδής έχει χτίσει ένα όνοµα ως εθνικός βιογράφος, µε τις προηγούµενες ταινίες του -ασχέτως από την ποιότητά τους ή την ιστορική τους ακρίβεια. Οµως, θεωρώ ότι αν επιχειρήσουµε να προσεγγίσουµε τον «Καποδίστρια» σε επίπεδο καλλιτεχνικού αποτελέσµατος θα ωχριούσε, δεν θα µπορούσε να σταθεί ούτε σε συζήτηση ούτε σε σχολιασµό. Ούτως ή άλλως, οι περισσότερες τοποθετήσεις των εγχώριων κριτικών απ’ ό,τι έχω παρατηρήσει είναι αρνητικές. Και νοµίζω ότι οι περισσότερες είναι και ευγενείς, απέναντι σε αυτό που είδαµε.
Κατά τα άλλα, πιστεύω ότι το κοινό του «Καποδίστρια», και δη στην επαρχία, είναι ένα κοινό που ενδεχοµένως σε παλαιότερες δεκαετίες θα είχε σπεύσει να παρακολουθήσει µε κατάνυξη τον «Παπαφλέσσα», την «Υπολοχαγό Νατάσσα» ή ταινίες του Τζέιµς Πάρις. Γιατί σε αυτή την κατηγορία συντηρητικού θεάµατος και πατριωτικών ιδεωδών ανήκει ο «Καποδίστριας» του Σµαραγδή. Αλλά το ελληνικό σινεµά -όπως έχει αποδείξει τον τελευταίο καιρό- είναι το σινεµά που συγκεντρώνει την πλειοψηφία του εγχώριου κοινού στις αίθουσες, αρκεί να αναφέρουµε πιο πρόσφατα τον Γιάννη Οικονοµίδη, τον Γιώργο Λάνθιµο, τα «Κάλαντα των Χριστουγέννων», που είναι µια ταινία που από το πουθενά έχει εξελιχθεί σε εισπρακτικό φαινόµενο τον τελευταίο καιρό.
Νοµίζω ότι µέσα σε αυτή την ορµή πολύ σωστά και ο «Καποδίστριας» πήρε µια θέση και επωφελήθηκε νοµίζω και από αυτή την τάση. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν κρύβω κάποια επιφύλαξη ως προς το κοινό της ταινίας, που κατά τη γνώµη µου ακούει τις Σειρήνες ενός καλλιτεχνικού αποτελέσµατος παρόµοιου µε αυτό που συναντά στις σειρές της τηλεόρασης. Ελπίζω ο «Καποδίστριας» να µη γίνει η αφορµή για να πολλαπλασιαστούν ταινίες οι οποίες σε επίπεδο εθνικού φρονήµατος αυτή τη στιγµή µπορεί να είναι κραταιές, σε επίπεδο όµως καλλιτεχνικού εκτοπίσµατος για µένα είναι εντελώς συζητήσιµες.
Γιάννης Σολδάτος - Ιστορικός κινηματογράφου
Είναι πάρα πολλά όσα συνετέλεσαν ώστε να πάµε σε πολύ µεγάλο νούµερο εισιτηρίων. Και αυτό είναι που αφορά, αυτή τη στιγµή, τον ελληνικό κινηµατογράφο: το να πάει η ταινία πολύ καλά. Ο Ελληνας βγαίνει µία φορά τον χρόνο να πάει να δει µία ταινία και αυτό είναι φαινόµενο των τελευταίων 20-30 χρόνων και φέτος φαινόταν ότι αυτή η ταινία θα είναι του Γιάννη Σµαραγδή. Είναι ένα ιστορικό αφήγηµα το οποίο το χειρίστηκε µε έναν τρόπο καθαρά λαϊκό. Πρόκειται για µία ταινία καθαρά λαϊκή. ∆εν λέω λαϊκίστικη, αλλά καθαρά λαϊκή, πέρα για πέρα. Είναι λογικό να τραβούσε αυτόν τον κόσµο. Επίσης είναι πολύ καθαρή η αφήγησή του: οι καλοί είναι καλοί, οι κακοί είναι κακοί.
Αυτό αγαπούσε πάντα ο πολύς ο κόσµος στα λαϊκά αφηγήµατα. Είναι φοβερή η φωτογραφία του Αρη Σταύρου και έχουµε µια µεγάλη παραγωγή που κινείται σε όλα τα σαλόνια και τα παλάτια της Ευρώπης, απ’ τη Ρωσία µέχρι τη Γερµανία, την Αυστρία, την Ελβετία - και πού δεν πήγε. Η ιστορική προσωπικότητα έπαιξε και αυτή τον ρόλο της. Από εκεί και πέρα θα υπάρχουν αντιδράσεις σαφέστατα από κριτικούς. Αλλά αυτοί θα µετρήσουν σε βάθος χρόνου: για το αν η ταινία θα αποτιµηθεί έτσι ή αλλιώς και ποια θα είναι η θέση της µέσα στην ιστορία του κινηµατογράφου.
* Δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Απογευματινή
En