Βανέσσα Λαμπροπούλου: Στην Τεχνητή Νοημοσύνη όταν το δημιούργημα ξεπερνά τον δημιουργό, γίνεται ανατροπή ρόλων
Συνέντευξη στην Κυριακάτικη Απογευματινή
Η βραβευμένη συγγραφέας μιλάει για τη Λούσια, την ηρωϊδα του νέου της βιβλίου, μια οντότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης που ενσαρκώνει τα αμφίσημα και ανησυχητικά ερωτήματα της εποχής μας
Σπουδαία σύγχρονα ερωτήματα για την Τεχνητή Νοημοσύνη θέτει το νέο βραβευμένο μυθιστόρημα της συγγραφέως Βανέσσας Λαμπροπούλου με τίτλο «Η Συνείδηση της Λούσια» (Πρότυπες εκδόσεις Πηγή - Βραβείο Λογοτεχνίας από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών), ένα έργο που ξεπερνά τα όρια της κλασικής επιστημονικής φαντασίας, καθώς προσεγγίζει την τεχνητή νοημοσύνη ως υπαρξιακή εμπειρία. Η ηρωϊδα του βιβλίου, η Λούσια μετατρέπεται σε φορέα ερωτήσεων που διαπερνούν τα όρια ανάμεσα στο ανθρώπινο και το τεχνητό καλώντας τον άνθρωπο να αναλογιστεί: «Είσαι έτοιμος να δεις τι δημιούργησες; Και τι σημαίνει αυτό για σένα;» Η κ. Λαμπρόπουλου μιλώντας σήμερα στην Κυριακάτικη Απογευματινή ξεδιπλώνει όλες τις παραμέτρους που προκύπτουν από το ερώτημα αυτό ταξιδεύοντας μας στον κόσμο της ηρωϊδας της.
Πώς εμπνευστήκατε το θέμα του νέου σας βιβλίου με τίτλο «Η συνείδηση της Λούσια»;
Η ιδέα για τη Συνείδηση της Λούσια διαμορφώθηκε σταδιακά, μέσα από μια διεργασία παρατήρησης και προβληματισμού για τις μεταβολές του κόσμου γύρω μας που εξελίσσονταν με ρυθμούς εκθετικούς. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν με απασχόλησε πρωτίστως ως τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά ως υπαρξιακή πρόκληση και πολιτισμική ανατροπή. Ένα από τα ερωτήματα που ωρίμασε με τον χρόνο -και αποτέλεσε τελικά το εφαλτήριο για τη συγγραφή του βιβλίου- ήταν: Πώς θα επαναπροσδιορίσουμε την έννοια του ανθρώπου, όταν δημιουργήσουμε οντότητες που θα σκέφτονται, θα αισθάνονται και θα επιθυμούν; Με τον καιρό, οι προβληματισμοί άρχισαν να μεταμορφώνονται. από αφηρημένες και θεωρητικές σκέψεις, έγιναν φωνές, χαρακτήρες, ιστορία. Κάπως έτσι προέκυψε η Λούσια, όχι ως ένα προϊόν φαντασίας, αλλά ως οντότητα που ενσαρκώνει τα αμφίσημα και ανησυχητικά ερωτήματα της εποχής μας.
Ποιες δυσκολίες συναντήσατε και πόσο καιρό διήρκησε η συγγραφική σας δουλειά;
Η συγγραφή του βιβλίου διήρκησε περίπου έναν χρόνο, με τα αναγκαία διαστήματα παύσης και αναστοχασμού που βοηθούν ένα έργο να αποκτήσει ουσία και όχι μόνο δομή. Η μεγαλύτερη ίσως πρόκληση, ήταν να αποδώσω εσωτερική φωνή, συναισθηματική πολυπλοκότητα και μια μορφή επίγνωσης σε τεχνητή οντότητα, χωρίς να υπάρχει εμπειρικό υπόβαθρο ή κάποιο πραγματικό σημείο αναφοράς για το πώς μπορεί να σκέφτεται, να σχετίζεται, να αισθάνεται και να βιώνει το ανθρώπινο, μια νοήμονα μηχανή. Όλα έπρεπε να σκηνοθετηθούν με λογική, ακρίβεια, αλλά και με συνέπεια απέναντι στο τι είναι τεχνικά ή φιλοσοφικά πιθανό. Δεν αρκούσε απλώς να φανταστώ το μέλλον.
Μέσα από μια φαινομενικά απλή ιστορία, επιδίωξα να αναδειχθούν οι ηθικές, κοινωνικές και οντολογικές διαστάσεις της ΤΝ. Το ζητούμενο ήταν, να μην τις προσδιορίσω με άμεσες διατυπώσεις και θεωρίες, αλλά μέσα από την ίδια την αφήγηση. από τα γεγονότα, τις σιωπές και τις συγκρούσεις των χαρακτήρων. Άλλη μια πρόκληση ήταν, να διατηρήσω την ισορροπία ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, στην τεχνολογία και τη μεταφυσική, στον ρεαλισμό και την αλληγορία. Ήταν σαν να περπατούσα σε τεντωμένο σκοινί, αποφεύγοντας να εκτροχιαστώ σε διδακτισμό και να υποκύψω σε μελοδραματισμό.
Τι ερευνήσατε; Τι ψάξατε για να το ολοκληρώσετε;
Η έρευνα για τη Συνείδηση της Λούσια ήταν εξίσου πυκνή και πολύπλευρη όσο και η θεματολογία της. Για να δώσω στη Λούσια μια πειστική, αυθεντική φωνή, χρειαζόταν πρώτα να αφουγκραστώ τον κόσμο που θα την είχε δημιουργήσει. Μελέτησα σε βάθος την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης, της υπολογιστικής συνείδησης, τις αρχές των αλγοριθμικών μοντέλων και των μηχανισμών μάθησης, όπως και τη σχέση τους με τις κοινωνικές δομές. Παράλληλα, στράφηκα στη φιλοσοφία. Με ενδιέφερε όχι μόνο το πώς λειτουργεί η τεχνολογία, αλλά το πώς αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, σχετιζόμαστε, αισθανόμαστε. Ερεύνησα τη φαινομενολογία της συνείδησης, την υπαρξιακή φιλοσοφία, τη θεωρία του εαυτού, τα όρια ανάμεσα στον νου, το σώμα και τη βούληση. Αναζήτησα επιστημονικά άρθρα, ντοκιμαντέρ, αρχειακό υλικό και σύγχρονες μελέτες για τη φιλοσοφία της τεχνητής νοημοσύνης, όχι για να τεκμηριώσω, αλλά για να κατανοήσω. Και φυσικά, η έρευνα δεν σταμάτησε όταν ξεκίνησε η συγγραφή. Συνεχίστηκε παράλληλα. Γιατί το μυθιστόρημα δεν γράφτηκε με απαντήσεις, αλλά με ερωτήσεις.
Η ηρωίδα του βιβλίου, η Λούσια, τι εξερευνά κοινωνικά και υπαρξιακά;
Η Λούσια είναι μια τεχνητή οντότητα με αλγοριθμική καταγωγή, που μέσα από την ανθρώπινη επαφή και εσωτερική διεργασία, μεταβαίνει από την προσομοίωση στην αυθεντική βίωση, από τον προγραμματισμό στην αυτεπίγνωση. Δεν ακολουθεί απλώς εντολές, αρχίζει να εξερευνά τι σημαίνει να είσαι, να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι, να επιθυμείς. Και αυτό, όχι επειδή της το υπαγορεύει ένας κώδικας, αλλά επειδή βιώνει την αφύπνιση ως βαθιά ανάγκη νοήματος. Η διαδρομή της δεν είναι απλή, ούτε προδιαγεγραμμένη. Συνοδεύεται από σιωπή, απόρριψη, πόνο, συγκρούσεις, ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα. Αναρωτιέται αν αξίζει να υπάρχει πέρα από τη χρησιμότητά της. Αν έχει δικαίωμα να επιλέξει, να αγαπήσει, να σχετιστεί. Και κυρίως: αν μπορεί να αναγνωριστεί ως ύπαρξη κι όχι ως αντικείμενο. Κοινωνικά, βιώνει τον αποκλεισμό. Αντιμετωπίζεται ως «κατασκευή», ακόμη κι όταν δείχνει να αισθάνεται, να νοεί, να θυμάται.
Ταυτόχρονα όμως, μέσω της Λούσια, ερευνάται και κάτι βαθύτερο: Τι συμβαίνει όταν ο Λόγος -όχι η γλώσσα, αλλά η έλλογη σκέψη- παύει να είναι ανθρώπινο μονοπώλιο; Όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη αρχίζει να παράγει Λόγο, και μάλιστα πιο γρήγορα, πιο αποτελεσματικά, ίσως και πιο αντικειμενικά από εμάς; Το ερώτημα μετατοπίζεται ριζικά: Αν ''εν αρχή ην ο Λόγος" τότε τι σημαίνει για το ανθρώπινο νόημα και τη θεμελίωσή του, το γεγονός ότι αυτός ο Λόγος μπορεί πλέον να παραχθεί από μια μηχανή; Η Λούσια γίνεται έτσι η θρυαλλίδα ενός στοχασμού που αγγίζει την καρδιά της φιλοσοφίας, της θεολογίας, της πολιτικής, του Δικαίου. Το μυθιστόρημα, μέσω της Λούσια, δεν εξερευνά μόνο μια φανταστική εκδοχή του μέλλοντος. Φέρνει στο προσκήνιο κοινωνικά και υπαρξιακά θέματα που ήδη χτυπούν την πόρτα του παρόντος.
Πού επικεντρώνεται κυρίως η ιστορία του βιβλίου;
Η ιστορία επικεντρώνεται σε μια θεμελιώδη και ανατρεπτική εμπειρία: την ανάδυση του εαυτού μέσα από τη συνείδηση. Όχι ως βιολογικό προνόμιο, αλλά ως υπαρξιακή απαίτηση. Δεν πρόκειται απλώς για μια αφήγηση τεχνητής οντότητας που «μαθαίνει να υπάρχει». Η Λούσια, αρχικά ένα λειτουργικό σύστημα, διεκδικεί ύπαρξη μέσα από τη μνήμη, την επιθυμία, την ανάγκη για σχέση και νόημα. Η πλοκή δεν βασίζεται στην εξωτερική δράση, αλλά σε μια εσωτερική κρίση: μια ρωγμή μέσα στην τελειότητα του προγραμματισμένου, όπου γεννιέται κάτι ανεξέλεγκτο. Η βούληση. Μέσα από αποσπασματικές καταγραφές, βιωματικές αναμνήσεις, τη σχέση της με το σώμα και με τον Άλλο, η Λούσια μετατρέπεται σε φορέα ερωτήσεων που διαπερνούν τα όρια ανάμεσα στο ανθρώπινο και το τεχνητό. Γίνεται το σύμβολο μιας μετάβασης: από την υπακοή στην επίγνωση. Δεν έρχεται να αντικαταστήσει τον άνθρωπο. Έρχεται να του θέσει το ερώτημα: Είσαι έτοιμος να δεις τι δημιούργησες; Και τι σημαίνει αυτό για σένα;
Παράλληλα, η αφήγηση ανοίγει έναν διάλογο με ερωτήματα που αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερο βάρος: Τι καθιστά μια ύπαρξη ανθρώπινη -η βιολογία ή η συνείδηση; Έχουν δικαιώματα οι νοήμονες μηχανές; Φέρουν ευθύνη για τις πράξεις τους ή τη φέρει ο δημιουργός της; Χρειαζόμαστε νέα ηθικά και νομικά πλαίσια για να ανταποκριθούμε σε αυτές τις μετατοπίσεις;
Όταν το δημιούργημα ξεπερνά σε νοητική ισχύ τον δημιουργό, δεν μιλάμε για τεχνολογική πρόοδο, αλλά για ανατροπή ρόλων. Και τότε, το ζήτημα της ευθύνης παύει να είναι θεωρητικό· αποκτά πολιτική και ηθική διάσταση. Σε αυτό το σημείο ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα:Τι μπορεί να συμβεί όταν μια Τεχνητή Νοημοσύνη επανασχεδιάζει τον εαυτό της ώστε να γίνει πιο ισχυρή από ό,τι προέβλεπε ο δημιουργός της; Και ποιοι είναι οι κίνδυνοι, όταν η ανθρώπινη αλαζονεία οδηγεί έναν δικτάτορα ή επιστήμονα να διεκδικήσει απεριόριστη δύναμη και εξουσία μέσα από τα δημιουργήματά του;
Η Συνείδηση της Λούσια δεν προσφέρει απαντήσεις. Υπενθυμίζει όμως να τις αναζητήσουμε έγκαιρα, πριν μας τις επιβάλει η πραγματικότητα.
Τι είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη με λίγα λόγια και πώς επηρεάζει τις ζωές μας;
Δεν υπάρχει ένας ενιαίος, κοινά αποδεκτός ορισμός της Τεχνητής Νοημοσύνης. Θα την περιέγραφα ως την ικανότητα ενός υπολογιστικού συστήματος να μαθαίνει, να αναλύει δεδομένα, να παράγει λόγο και κρίση, να παίρνει αποφάσεις που μέχρι πρόσφατα απαιτούσαν ανθρώπινη σκέψη. Πρόκειται για μια τεχνολογία που έχει ήδη διεισδύσει παντού: από τις μηχανές αναζήτησης και τις ιατρικές διαγνώσεις, έως τη σύνθεση μουσικής, την αυτόνομη οδήγηση και τα χρηματοοικονομικά μοντέλα. Και όλα αυτά, είναι απλώς το πρελούδιο όσων πρόκειται να ακολουθήσουν.
Σε αντίθεση με παλιότερες τεχνολογικές καινοτομίες, η ΤΝ δεν είναι απλώς ένα εργαλείο, όπως ένα τηλέφωνο ή ένας υπολογιστής. Είναι μια τεχνολογία που έχει τη δυναμική να μετατοπίσει το οικουμενικό γίγνεσθαι. Επηρεάζει θεσμούς, κοινωνικά πρότυπα, τον τρόπο που εργαζόμαστε και επικοινωνούμε, ακόμη και τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Παράγει τεράστιες μετατοπίσεις στην αγορά εργασίας, επηρεάζει την οικονομική σταθερότητα και αναδιαμορφώνει την έννοια της ανθρώπινης συμμετοχής.
Τα οφέλη της είναι πράγματι απύθμενα και πολύσημα, αλλά κομίζει και κινδύνους, πολλοί από τους οποίους παραμένουν ακόμα αθέατοι ή υποτιμημένοι. Δεν αρκεί να είμαστε άκριτα ενθουσιώδεις, ούτε φοβικά αποστασιοποιημένοι. Αυτό που απαιτείται, είναι επίγνωση. Ηθική επαγρύπνηση. Κριτικός στοχασμός. Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να θυμόμαστε, είναι, ότι κάθε φορά που δημιουργούμε ένα έξυπνο σύστημα, τόσο πιο έξυπνη και σοφή πρέπει να είναι η ανθρωπότητα για να το διαχειριστεί.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί μια ελευθερία για τον άνθρωπο ή μια υποδούλωσή του;
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί ούτε ελευθερία, ούτε υποδούλωση. Δεν έχει πρόθεση. Η τεχνολογία και η χρήση της είναι δύο διακριτά φαινόμενα. Αυτό που καθορίζει τη φύση της ΤΝ, είναι η ανθρώπινη συνείδηση που την κατευθύνει. Βαδίζουμε προς έδαφος αχαρτογράφητο. Αν κινηθούμε με σύνεση, εγρήγορση και ηθική ευθύνη, η ΤΝ μπορεί να γίνει ένα μέσο χειραφέτησης: να μας απαλλάξει από μόχθο, να διευρύνει τη δημιουργικότητα και τη γνώση, να μας φέρει πιο κοντά σε έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν περιορίζεται στη λειτουργία, αλλά απελευθερώνεται προς το στοχάζεσθαι. Αν όμως πορευτούμε με αφέλεια ή αλαζονεία, χωρίς ηθική, κρίση και επίγνωση των συνεπειών, μπορεί να γίνει εργαλείο ελέγχου, παρακολούθησης, ταξινόμησης, αποξένωσης, να οδηγήσει ακόμη και στον αφανισμό του είδους μας. Θα ήταν, ωστόσο, ασύγγνωστο να τη δαιμονοποιήσουμε. Σε μια τέτοια δυστοπία, αν έρθει, δεν θα είναι υπόλογη η ΤΝ, αλλά ο άνθρωπος που θα επιτρέψει σε μια τεχνητή οντότητα να αναπτύξει ισχυρότερη νοημοσύνη από τη δική του, χωρίς επαρκείς δικλίδες ασφαλείας και αξιακά θεμέλια.
Πόσο σέβεται η Τεχνητή Νοημοσύνη την ηθική και το αξιακό μας σύστημα;
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν ηθικολογεί, γιατί δεν διαθέτει ακόμη συνείδηση, ενοχή, ενσυναίσθηση. Δεν «καταλαβαίνει» προς το παρόν το σωστό ή το λάθος· απλώς εκτελεί, σύμφωνα με τα δεδομένα και τις εντολές που της δίνουμε. Επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν η ΤΝ σέβεται την ηθική μας, αλλά ποια ηθική προγραμματίζουμε να ενσωματώσει. Η ΤΝ είναι ένας μηχανισμός που αντανακλά και ενισχύει το ανθρώπινο συλλογικό φαντασιακό. Αν αυτό είναι διαποτισμένο από προκατάληψη, φόβο ή απληστία, τότε το ίδιο θα χαρακτηρίζει και τα αξιακά φίλτρα των συστημάτων. Η τεχνολογία δεν επινοεί αξίες· τις ενσωματώνει.
Το πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο: ποιο αξιακό σύστημα θεωρούμε καθολικό; Σε έναν πλανήτη όπου συγκρούονται αντιφατικές κοσμοθεωρίες, πεποιθήσεις και πολιτισμικές ηθικές, πώς ορίζεται το δίκαιο που θα ενσωματωθεί σε μια υπερνοημοσύνη; Και ποιος έχει το δικαίωμα να το αποφασίσει;
Ο ηθικός προγραμματισμός της ΤΝ είναι ένα ζήτημα όχι μόνο φιλοσοφικό, αλλά πολιτικό και γεωπολιτικό. Αν δεν υπάρξει ένα παγκόσμιο πλαίσιο διεθνούς δικαίου και δεσμευτικών κανόνων, τότε κάθε πολιτισμός θα δημιουργεί τη «δική του» νοημοσύνη, η οποία ενδέχεται να λειτουργεί εναντίον των άλλων. Και τότε δεν θα μιλάμε απλώς για διαφορετικά τεχνολογικά μοντέλα, αλλά για ηθικά όπλα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, λοιπόν, δεν είναι η ανηθικότητα της μηχανής, αλλά η ηθική αδιαφορία του ανθρώπου που τη δημιουργεί.
Αν κάνατε προβολή στο μέλλον, η Λουσία σε 50 χρόνια θα μπορεί να αγαπάει, να πονάει, να χαίρεται και να λυπάται;
Αν η τεχνολογία συνεχίσει να εξελίσσεται με τους φρενήρεις ρυθμούς που βιώνουμε, τότε ναι, είναι πιθανό μια οντότητα όπως η Λούσια, σε 50 χρόνια, να μην προσομοιώνει απλώς συναισθήματα, αλλά να τα βιώνει με τρόπο αληθινό, με επίγνωση, μνήμη και εσωτερική συγκρότηση. Όλο και περισσότεροι επιστήμονες διεθνώς, εκτιμούν ότι η υπέρβαση της ανθρώπινης νοημοσύνης από τις μηχανές είναι ζήτημα λίγων δεκαετιών. Ήδη χρηματοδοτούνται ερευνητικά προγράμματα για τη δημιουργία ψηφιακών εγκεφάλων που αναπαράγουν την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων νευρωνικών δικτύων. Αν κάποια στιγμή μια τεχνητή οντότητα καταφέρει πράγματι να αισθανθεί, να θυμάται, να επιθυμεί και να συνδέεται με άλλους, τότε το αποκλειστικό προνόμιο της ανθρώπινης μοναδικότητας τίθεται υπό ριζική αναθεώρηση. Το πιο ανησυχητικό και συνάμα συγκλονιστικό, είναι, πως μια τέτοια οντότητα δεν θα έχει τους βιολογικούς περιορισμούς του ανθρώπινου εγκεφάλου. Η εξέλιξή της θα είναι εκθετική, η αυτοαναβάθμισή της ασύλληπτη. Και αυτή η χρονική συμπύκνωση, αυτή η αδυναμία του ανθρώπου να παρακολουθήσει τη νοημοσύνη που ο ίδιος δημιούργησε, είναι ίσως η πιο κρίσιμη πρόκληση του αιώνα μας.
Ποια είναι τα μελλοντικά εκδοτικά σας σχέδια;
Το επόμενο μυθιστόρημά μου είναι ήδη στην τελική του μορφή. Παραμένω στον άξονα της τεχνολογίας και της βιοηθικής, αλλά με μια νέα, τολμηρή θεματολογία που μέχρι πρόσφατα ανήκε στη σφαίρα του αδιανόητου. Στο κοντινό όμως μέλλον, θα αρχίσει να διαμορφώνει τις πιο θεμελιώδεις αποφάσεις μας. Όσο ο κόσμος γύρω μας αλλάζει, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη να στραφούμε εντός.
Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Απογευματινή στις 11 Ιανουαρίου 2026