Ένα από τα τελευταία και πιο ώριμα έργα του Άρθουρ Μίλερ, ο «Τελευταίος Γιάνκης» (1993), ανεβαίνει στη σκηνή με αφορμή τις διαχρονικές θεματικές του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα: την κοινωνική απομόνωση, την ηθική παρακμή, και τη σύγκρουση του ατόμου με ένα σύστημα που δεν επιτρέπει σε κανέναν να υπάρξει ελεύθερα.
Μέσα από τις παράλληλες ιστορίες δύο ζευγαριών, ο Μίλερ ξετυλίγει την αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου —και μαζί του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής— σε ένα μεσοαστικό περιβάλλον, όπου η επιτυχία μετριέται με χρήμα, και κάθε ηθική ή πνευματική αξία υποτιμάται δραματικά.
Ο τελευταίος Γιάνκης: Η υπόθεση του έργου
Ο Λιρόι, ο «τελευταίος Γιάνκης», απόγονος του ιστορικού Χάμιλτον, εργάζεται ως ξυλουργός. Αρνείται να προδώσει τις ηθικές του αξίες και εκπροσωπεί με τη σιωπηλή του αξιοπρέπεια μια εποχή που χάνεται. Η σύζυγός του, Πατρίσια, βυθίζεται στην κατάθλιψη, όχι μόνο λόγω της οικονομικής δυσχέρειας, αλλά επειδή βλέπει τα όνειρά της να καταρρέουν. Νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική, όπου γνωρίζει την Κάρεν —μια γυναίκα σαφώς πλουσιότερη, που παρ’ όλα αυτά νοσεί εξίσου βαθιά, βυθισμένη στα χάπια και την απόγνωση ενός κόσμου που ορίζει τα πάντα με γνώμονα το χρήμα.
Ο σύζυγος της Κάρεν, ο κύριος Φρικ, επιτυχημένος και ευκατάστατος, αδυνατεί να κατανοήσει τη συναισθηματική κατάρρευση της γυναίκας του. Μέσα από τις συναντήσεις των δύο ζευγαριών, ο Μίλερ υφαίνει ένα πολυεπίπεδο σχόλιο πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη, τη μοναξιά και την ψευδαίσθηση της επιτυχίας. Με καυστικό, σχεδόν μαύρο χιούμορ —όχι τόσο συνηθισμένο στη δραματουργία του— και μια αφοπλιστική λιτότητα, καρπός της μακράς εμπειρίας του στη ζωή και στο θέατρο, ο Άρθουρ Μίλερ καταθέτει ένα έργο που μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ.
Ο «Τελευταίος Γιάνκης» είναι ταυτόχρονα πολιτικός και προσωπικός. Αναδεικνύει την ασφυκτική περιχαράκωση του ατόμου στον πυρήνα της «ιεράς» οικογένειας, τη συλλογική απάθεια και την υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής από ένα αδηφάγο σύστημα. Με πρωταγωνιστές ζωντανούς, αληθινούς χαρακτήρες, το έργο υπενθυμίζει ότι το ατομικό και το συλλογικό δεν μπορούν ποτέ να διαχωριστούν.
Η πολύ ταλαντούχα ηθοποιός Μένη Κωνσταντινίδου μιλώντας σήμερα στο parapolitika.gr αναλύει τον ρόλο της που έχει να κάνει με μια γυναίκα, την Κάρεν, που αντιμετωπίζει συναισθηματικά και ψυχολογικά προβλήματα και αναζητά να βρει την ισορροπία της.
Μένη Κωνσταντινίδου: Στο έργο η έννοια της εγκατάλειψης επανέρχεται συχνά και ίσως αποτελεί και μια προσωπική μου φοβία
Ο χαρακτήρας σας κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους: την ασφάλεια του πλούτου και την εσωτερική δυστυχία. Πώς δουλέψατε αυτή τη διπλή εικόνα;
Αισθάνομαι πως ο Μίλερ δεν χρησιμοποιεί τυχαία αυτή τη διπλή εικόνα. Μέσα από την αντίθεση της οικονομικής ασφάλειας φωτίζεται ακόμη πιο έντονα η ψυχική ανασφάλεια της Κάρεν. Γενικότερα, μέσα στο έργο υπάρχει έντονα το μοτίβο των αντιθέσεων. Για παράδειγμα, τα δύο ζευγάρια που μας παρουσιάζει ο Μίλερ είναι εκ διαμέτρου αντίθετα σε πολλά επίπεδα: πλούσιοι – φτωχοί, άτεκνοι – πολύτεκνοι, η Πατρίσια που μπαινοβγαίνει χρόνια στο ίδρυμα – η Κάρεν που βρίσκεται εκεί για πρώτη φορά. Όλοι όμως, παρά τις διαφορές τους, μοιράζονται κάτι κοινό: «κανείς δεν είναι καλά».
Πόσο σας βοήθησε η σκηνοθεσία της Αγγελικής Καρυστινού στο να βρείτε τις λεπτομέρειες του χαρακτήρα;
Ήταν σημαντικό να κατανοήσω και να σεβαστώ το σύμπαν και την ατμόσφαιρα που ήθελε να δημιουργήσει η σκηνοθέτης, έτσι ώστε να μπορέσω κι εγώ να συνεισφέρω με την δουλειά μου και να ενισχύσω το όραμα της Αγγελικής. Πιστεύω στον διάλογο μεταξύ σκηνοθέτη-ηθοποιού και μου αρέσει να διαθέτω τον εαυτό μου στην πρόβα με δημιουργική διάθεση και όχι με αυτή του απλού εκτελεστή. Οι λεπτομέρειες ήρθαν σιγά σιγά και ακόμα ανακαλύπτω πράγματα ακόμη και στις παραστάσεις. Η Αγγελική μέσα από τη σκηνοθεσία της φώτισε την Κάρεν, και τους υπόλοιπους χαρακτήρες του έργου τον Ληρόι (Πέρη Μιχαηλίδη ) την Πατρίτσια (Ναταλία Στυλιανού) και τον κύριο Φρικ (Βαγγέλη Ψωμα).
Υπάρχει κάτι στον χαρακτήρα που σας ενθουσίασε ή σας εξέπληξε όταν τον ανακαλύπτατε;
Ναι. Με ενθουσίασε η αγάπη της για το old Hollywood, για τον Fred Astaire και την Ginger Rogers, αλλά και η επιμονή της στην εξάσκηση κλακέτας. Μοιραζόμαστε με την Κάρεν την αγάπη για το παλιό Hollywood. Η αθωότητα της, η ευαλωτότητά της καθώς και ο πόνος που βιώνει με ενθουσίασαν και σαν ηθοποιό. Ενθουσιάστηκα τόσο πολύ με τις κλακέτες, που παρακολούθησα κάποια μαθήματα, προκειμένου να την καταλάβω λίγο καλύτερα και να πλησιάσω τον εσωτερικό της κόσμο.
Ποιες πτυχές του έργου σας αγγίζουν προσωπικά, ως γυναίκα και ως ηθοποιό;
Στο έργο, η έννοια της εγκατάλειψης επανέρχεται συχνά και, ίσως, αποτελεί και μια προσωπική μου φοβία. Η Κάρεν βιώνει πολλαπλές μορφές εγκατάλειψης: ο σύζυγός της την εγκαταλείπει σε ένα αφιλόξενο ψυχιατρείο, το μυαλό της εγκαταλείπει την πραγματικότητα, η Πατρίσια εγκαταλείπει τις προσδοκίες της για μια «τέλεια» ζωή και συμβιβάζεται με τη μετριότητα, ακόμη και ο Ληρόι εγκαταλείπει το πατρωνυμικό του, γεγονός που λειτουργεί επίσης ως μια πράξη αποκοπής και απώλειας ταυτότητας. Όλες αυτές οι μορφές εγκατάλειψης με αγγίζουν βαθιά, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και ως ηθοποιό.
Υπάρχουν στιγμές της παράστασης που σας συγκινούν ιδιαίτερα κάθε φορά που τις παίζετε;
Συμβαίνει κάτι πάρα πολύ ιδιαίτερο με αυτόν τον ρόλο. Σκέφτομαι την Κάρεν σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας και ανυπομονώ κάθε Τετάρτη και Πέμπτη να τη συναντήσω, να της δώσω φωνή και σώμα. Νιώθω ότι έχουμε ραντεβού και ότι με περιμένει. Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει γιατί η πυρηνική πεποίθηση του χαρακτήρα ακουμπάει κάτι πολύ δικό μου. Η σκληρότητα με την οποία με εγκαταλείπει ο σύζυγος στο ψυχιατρείο είναι κάτι που με ανατρίχιαζε από τις αναγνώσεις ακόμη.
Τι θα θέλατε να θυμούνται οι θεατές όταν φεύγουν από την παράσταση σχετικά με τον ρόλο σας;
Θα ήθελα να φύγουν με την αίσθηση ότι το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία χρειάζεται να απενοχοποιηθεί. Ότι η ψυχική ασθένεια δεν είναι ντροπή ούτε αδυναμία, ούτε κάτι που πρέπει να κρύβεται. Και ότι το να ζητά κανείς βοήθεια για τον εαυτό του ή για έναν άνθρωπο που αγαπά είναι πράξη θάρρους και ευθύνης.
Η παράσταση πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.
Χορηγός Επικοινωνίας: Alpha
Πληροφορίες:
Μικρό Γκλόρια, Ιπποκράτους 7, 10679 Αθήνα.
Παραστάσεις: Τετάρτη και Πέμπτη
Ώρα έναρξης: 21:00
Διάρκεια: 70’
Τιμές εισιτηρίων: 18€ γενική είσοδος | 15€ μειωμένο | ισχύουν ειδικές τιμές για ομαδικές κρατήσεις Προπώληση εισιτηρίων: more.com και στο ταμείο του θεάτρου καθημερινά 11:00 – 17:00 (για τις ομαδικές κρατήσεις τηλ επικοινωνίας 2103642334 και ώρες 11.30-16.30)
Ευχαριστούμε θερμά την Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης (Ε.Φ.Ο.Επ.Α.), τον Πρόεδρο κ. Παναγιώτη Τζόβολο, καθώς και τους Προπονητές της εθνικής ομάδας κ. Κωνσταντίνο Βατσακλή και κ. Χρήστο Λάμη, για την πολύτιμη συμβολή τους