Αλέξης Καρακώστας στα Παραπολιτικά: "Η μητέρα μου Ζωρζ Σαρή ζούσε σε ένα παιχνίδι αλήθειας και ρόλου - Έψαχνε μια αλήθεια που δεν ήξερε ποια ήταν" (Εικόνες)
"Μπορούσε να μετακινήσει βουνά με τη δύναμή της"
Ο Αλέξης Καρακώστας μιλά για τη Ζωρζ Σαρή, την εξορία, τη συγγραφή, το μυστικό και τα δύσκολα τελευταία χρόνια της ζωής της - «Πολλές φορές δεν ήξερα πού είναι η μάνα»
Η συνέντευξη του Αλέξη Καρακώστα, γιου της συγγραφέως Ζωρζ Σαρή, στο parapolitika.gr και τον Γιάννη Ξυνόπουλο δεν ξεκινά από μια επέτειο ούτε από ένα τυπικό αφιέρωμα. Ξεκινά από μια θεατρική παράσταση βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο της μητέρας του. Τα «Στενά Παπούτσια», που παρουσιάζεται με μεγάλη επιτυχία στο Θέατρο Νέος Ακάδημος, Ιπποκράτους 17 και Ακαδημίας, σε θεατρική διασκευή του Γιάννη Παναγόπουλου και σκηνοθεσία της Αθανασίας Καλογιάννη, έγιναν η αφορμή για να ανοίξει μια βαθιά, προσωπική αφήγηση για την άγνωστη ζωή της Ζωρζ Σαρή, όπου η ζωή και το έργο δεν χωρίζονται εύκολα.
Ποιος είναι ο Αλέξης Καρακώστας, γιος της Ζώρζ Σαρή
Ο Αλέξης Καρακώστας είναι ψυχίατρος με πολυετή παρουσία στη Γαλλία και ιδιαίτερα στο Παρίσι, όπου έχει αναπτύξει σημαντική επιστημονική και κοινωνική δράση στον τομέα της ψυχικής υγείας. Είναι γιος της σπουδαίας συγγραφέως και ηθοποιού Ζώρζ Σαρή, με την οποία είχε μια βαθιά και ουσιαστική σχέση, όπως έχει αναφέρει και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του. Ο Αλέξης Καρακώστας έχει ασχοληθεί εκτενώς με την ψυχική υγεία κωφών και βαρήκοων ατόμων, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη εξειδικευμένων δομών υποστήριξης και περίθαλψης στο πλαίσιο του γαλλικού δημόσιου συστήματος υγείας. Έχει δραστηριοποιηθεί σε επιστημονικούς και ευρωπαϊκούς φορείς που σχετίζονται με την ψυχική υγεία και την κώφωση, δίνοντας έμφαση στην ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού.
Ποια ήταν η Ζώρζ Σαρή, η συγγραφέας που άλλαξε το παιδικό βιβλίο στην Ελλάδα
Η Ζώρζ Σαρή, λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Γεωργίας Σαριβάξεβη, γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα από Μικρασιάτη πατέρα και Γαλλίδα μητέρα και υπήρξε από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και εργάστηκε ως ηθοποιός, ενώ κατά την περίοδο της Κατοχής συμμετείχε στην Αντίσταση. Μετά τον Εμφύλιο έζησε στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με πνευματικά και καλλιτεχνικά ρεύματα που επηρέασαν βαθιά τη σκέψη και τη γραφή της. Από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα, με έργα που εισήγαγαν τον ρεαλισμό, την αυτοβιογραφική ματιά και τη σύνδεση της Ιστορίας με την παιδική εμπειρία, άλλαξε ουσιαστικά την πορεία του παιδικού βιβλίου στην Ελλάδα, απομακρύνοντάς το από τον διδακτισμό. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα της συγκαταλέγονται «Ο Θησαυρός της Βαγίας», «Τα γενέθλια», «Όταν ο ήλιος», «Το ψέμα», «Νινέτ», «Η κυρία Κλοκλό», «Ε.Π.», «Τα Χέγια», καθώς και «Τα στενά παπούτσια», που αποτελεί δικό της έργο και εντάσσεται στο πλούσιο συγγραφικό της σύμπαν. Μέσα από τα βιβλία της ανέδειξε ζητήματα ταυτότητας, φιλίας, απώλειας, ενηλικίωσης και ιστορικής μνήμης, αντιμετωπίζοντας τους νέους αναγνώστες ως ώριμους συνομιλητές και διαμορφώνοντας μια νέα εποχή για τη νεανική λογοτεχνία στην Ελλάδα.
Αλέξης Καρακώστας για την παράσταση «Τα Στενά Παπούτσια»
Με αφετηρία τη θεατρική εμπειρία που αποτέλεσε την αφορμή για τη συνέντευξη, ο Αλέξης Καρακώστας περιγράφει τι ένιωσε βλέποντας το έργο της μητέρας του να ζωντανεύει επί σκηνής. «Μου έκανε πολλή εντύπωση. Γιατί πραγματικά δεν ήταν απλώς μια θεατρική διασκευή του έργου. Ένιωσα ότι υπήρχε γνώση πολύ πιο πέρα από το βιβλίο. Μια γνώση που άγγιζε το πώς λειτουργούσε η οικογένεια, το πώς ήταν η μητέρα μου, κάποια πράγματα που δεν είναι προφανή σε έναν αναγνώστη».
Η στιγμή που τον γύρισε πίσω στα παιδικά του χρόνια
Όταν η συζήτηση στρέφεται στη σκηνή που τον συγκίνησε περισσότερο, θυμάται μια φράση που λειτούργησε σαν προσωπική αναβίωση μιας παιδικής ανάμνησης. «Η στιγμή με τη φράση «η κόρη μου… η κόρη μου…!». Αυτό το έχω ζήσει. Ήμουν πιτσιρίκι, στο θέατρο, και έβλεπα τη μητέρα μου να παίζει επί σκηνής. Και μιλούσα δυνατά στους διπλανούς μου: «Ξέρετε, αυτή είναι η μητέρα μου!». Ήμουν στην πρώτη σειρά. Με άκουγε. Εκείνη την ώρα που έπαιζε, έγινε μπαρούτι. Στο διάλειμμα με πήρε στα παρασκήνια και με μάλωσε. Μου είπε ότι δεν επιτρεπόταν αυτού του είδους οι «παρεμβάσεις» κατά τη διάρκεια μιας παράστασης».
Ο «πυρήνας» που άγγιξε η παράσταση
Σχολιάζοντας το πόσο αληθινή του φάνηκε η θεατρική απόδοση, εξηγεί γιατί ένιωσε ότι η παράσταση έφτασε σε βαθύτερα στρώματα της προσωπικότητας της μητέρας του. «Κι όμως, κανένας δεν το ήξερε. Υπάρχουν πράγματα που, παρότι άγνωστα, είναι αληθινά και έχουν συμβεί. Και εκεί κατάλαβα ότι δεν είχα δει απλώς μια καλή παράσταση - είχα δει κάτι που άγγιζε τον πυρήνα». Διευκρινίζοντας τι εννοεί με τον όρο «πυρήνας», προσθέτει: «Φαινόταν πως υπήρχε κατανόηση του πώς λειτουργούσε η μητέρα μου, αλλά και κάτι ακόμη πιο βαθύ: ότι εκείνη θα ήθελε πάρα πολύ η δική της μητέρα να τη χειροκροτήσει, να τη θαυμάσει όταν έπαιζε. Κάτι που δεν το γνώρισε ποτέ. Γιατί η μητέρα της μπήκε πολύ νωρίς στην άνοια». Όταν η κουβέντα αγγίζει το αν η γιαγιά του πρόλαβε να δει τη Ζωρζ Σαρή στο θέατρο ή να διαβάσει τα βιβλία της, απαντά: «Όχι, η μητέρα μου ήταν φοιτήτρια στη Νομική και μετά πήγε στη Δραματική, επί Κατοχής. Αλλά η μάνα της ήδη τότε άρχισε να χάνει τις νοητικές της ικανότητες. Νοσηλεύτηκε δύο φορές στο Δαφνί. Έπειτα έφυγε στη Σενεγάλη, στην οικογένειά της, όπου και πέθανε. Δεν είδε ποτέ έργο, ούτε γνώρισε ποτέ εκείνη την πτυχή της κόρης της».
Αλέξης Καρακώστας: «Οι πρώτες μου εικόνες είναι οι μάχες της»
Γυρίζοντας πίσω στις πρώτες του αναμνήσεις, περιγράφει τι έχει χαραχτεί πιο έντονα από τα παιδικά του χρόνια δίπλα της. «Οι πρώτες μου εικόνες είναι οι μάχες της. Οι αγώνες που έδωσε για να πετύχει αυτό που ήθελε. Πρώτα απ’ όλα, να αναγνωριστεί. Και από την οικογένεια του πατέρα μου. Υπήρχε το βάρος των πολιτικών της πεποιθήσεων, αλλά και το γεγονός ότι ήταν θεατρίνα, κάτι που δεν θεωρούνταν αποδεκτό». Όταν η συζήτηση εστιάζει στο οικογενειακό περιβάλλον του πατέρα του και στις κοινωνικές αντιστάσεις που υπήρξαν, διευκρινίζει: «Ναι, ο πατέρας μου μεγάλωσε με έναν μεγάλο αδερφό που είχε καταφέρει να κερδίσει καλά τη ζωή του και πλήρωνε τις σπουδές όλων των αδελφών. Όταν ανακοίνωσε ότι σκόπευε να παντρευτεί τη μητέρα μου, υπήρξε ένταση. Έπρεπε να συζητηθεί “διπλωματικά” μέχρι να γίνει η αποδοχή».
Παρίσι: εξορία, φτώχεια και θέατρο
Αναφερόμενος στα χρόνια της εξορίας και στη ζωή στο Παρίσι, περιγράφει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η οικογένεια. «Σπούδαζε ακόμη. Ήταν ντροπαλός, και αυτό τον δυσκόλεψε να γίνει νοσοκομειακός γιατρός. Όταν όμως τελικά τα κατάφερε, άρχισε μια μεγάλη σταδιοδρομία. Η μητέρα μου, από την άλλη, έφυγε από την Ελλάδα κυνηγημένη. Είχε φάκελο. Την κάλεσαν στην αστυνομία. Κατάλαβε ότι είχε γλιτώσει την τελευταία στιγμή και αποφάσισε να φύγει. Έφτασε στο Παρίσι μέσω Μασσαλίας. Βρήκε στέγη στην Πανεπιστημιούπολη. Εκεί γνώρισε τον πατέρα μου. Ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, κι εγώ γεννήθηκα εκεί. Αλλά η ζωή ήταν δύσκολη. Ο πατέρας μου είχε ίσα-ίσα να ζήσει ως φοιτητής. Η μητέρα μου δούλεψε όπου μπορούσε, ακόμη και σε επιχείρηση υποδημάτων. Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, ξαναβρήκε το θέατρο. Μαθήματα στη δραματική σχολή, παραστάσεις, μέχρι και Μπρεχτ στο Παρίσι. Και ταυτόχρονα υπήρχε πάντα η πολιτική σκιά: η εξορία δεν ήταν μόνο γεωγραφία».
Θεατρίνα στη σκηνή αλλά και στην καθημερινότητα
Περιγράφοντας τι είδους μητέρα υπήρξε η Ζωρζ Σαρή, αν ήταν παρεμβατική ή αν άφηνε χώρο, ο Αλέξης Καρακώστας επιχειρεί να σκιαγραφήσει την προσωπικότητά της χωρίς ωραιοποίηση αλλά και χωρίς κατηγορία. «Ήταν… πώς να το πω… ένας άνθρωπος εξωστρεφής, δυναμικός και μαχητικός. Έκανε συνέχεια αστεία, είχε χιούμορ. Και δεν ήταν θεατρίνα μόνο στο σανίδι. Ήταν και στην καθημερινότητα. Υπήρχε όμως και κάτι πολύ ιδιαίτερο: ένα παράξενο παιχνίδι με την αλήθεια». Όταν του ζητείται να εξηγήσει τι εννοεί με αυτό το «παιχνίδι», φέρνει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από τα παιδικά του χρόνια: «Θυμάμαι ως παιδί που διάβαζα με έναν φίλο μου στο σπίτι και εμφανιζόταν κάποια στιγμή ως “γλυκιά”: “Μπράβο παιδιά, τι ωραία που μελετάτε!” Έφευγε. Μετά εμφανιζόταν ξανά ως “κακιά”, αυστηρή, έκανε πως μας μάλωνε. Την τρίτη φορά ο φίλος μου έβαλε σχεδόν τα κλάματα: “Σε παρακαλώ, Ζωρζ, φώναξε την καλή!”». Διερευνώντας αν επρόκειτο για εναλλαγές ρόλων, σαν να υποδυόταν διαφορετικές εκδοχές του εαυτού της, απαντά: «Ναι, υπήρχε ένα συνεχές παιχνίδι με την αλήθεια. Κι εγώ αργότερα ανακάλυψα ένα τετράδιο της, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Εκεί έλεγε δύο πράγματα: πρώτο, ότι “ψάχνει την αλήθεια” αλλά δεν ξέρει ποια είναι. Και δεύτερο, αναγνώριζε ότι συνεχώς προσποιείται και λέει ψέματα. Μια ζωή σαν ρόλος. Αυτό για μένα ήταν το πιο προβληματικό: πολλές φορές δεν ήξερα “πού είναι η μάνα”. Είναι εδώ; Είναι επί σκηνής; Είναι σε κάτι άλλο ή κάπου αλλού;».
Από το σπίτι στη γραφή: το «ναι και όχι» ως εργαλείο αναζήτησης
Όταν η συζήτηση μεταφέρεται στον τρόπο με τον οποίο αυτά τα χαρακτηριστικά πέρασαν στη συγγραφική της ταυτότητα, εξηγεί πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος τη σχέση προσωπικότητας και έργου. «Εγώ πιστεύω πως στη γραφή υπάρχει μια αναζήτηση: ψάχνει μια αλήθεια που δεν ήξερε ποια ήταν. Η πρόκληση σύγχυσης και η αμφισβήτηση δεδομένων ήταν ένα εργαλείο για να βρει την αλήθεια. Παραδείγματος χάρη, μάς έβαζε να παίζαμε συχνά το παιχνίδι “ναι και όχι” (δεν έπρεπε να απαντάμε «ναι» ή «όχι» σε οποιαδήποτε ερώτηση μας έκανε). Κατάφερνε πάντα να χάνουμε. Ο τρόπος των ερωτήσεών της δημιουργούσε σύγχυση, ώστε να χάνουμε τον έλεγχο και να πούμε τα απαγορευμένα “ναι” ή “όχι”. Κι αυτό το μοτίβο, το αληθινό και το επινοημένο, το παιχνίδι και η συνέπεια, το κουβαλούσε σε πολλά επίπεδα της καθημερινότητας. Ήταν αντιφατική, αλλά μπορούσε να μετακινήσει βουνά με χιούμορ, ειρωνεία και δύναμη. Ταυτόχρονα, μέσα της υπήρχε μια δυσκολία να σταθεί στα “αληθινά” αίτια, που προκαλούν άγχος. Συχνά τα σκέπαζε με αστεία».
Η επιστροφή στην Ελλάδα και το 1967 ως τομή
Αναφερόμενος στο πότε και πώς επέστρεψαν στην Ελλάδα, περιγράφει τη σταδιακή επανεγκατάσταση της οικογένειας. «Σιγά - σιγά. Νομίζω γύρω στο ’56-’58 άρχισαν να ερχόμαστε καλοκαίρια για διακοπές. Η αδελφή μου γεννήθηκε το 1959, επτά χρόνια μετά από μένα. Και το 1961 αποφάσισαν οι γονείς μου να εγκατασταθούν στην Αθήνα, σε μια περίοδο που υπήρχε ένα “δημοκρατικό άνοιγμα”». Όταν η κουβέντα στρέφεται στις επαγγελματικές της δυνατότητες ως ηθοποιού στην Ελλάδα, εξηγεί: «Όχι όπως θα ήθελε. Περισσότερο μπόρεσε να κάνει δουλειά στον κινηματογράφο. Θυμάμαι πολύ καθαρά ότι ήμουν μαζί της σε γυρίσματα. Για παράδειγμα, στον “Άνθρωπο του Τρένου” το 1958, όταν ήμουν σε ηλικία έξι χρονών. Δυο χρόνια μετά την ακολουθούσα στα γυρίσματα της ταινίας "Έγκλημα στα Παρασκήνια". Και μετά, το πραξικόπημα του ’67 ήταν τομή. Εκείνη, με πολλούς διανοούμενους και καλλιτέχνες, αποφάσισε να μην έχει δημόσια παρουσία, να μη δίνει “στήριξη” στο καθεστώς. Και τότε άρχισε να γράφει. Στην αρχή, χωρίς πολλές φιλοδοξίες. Ένα τραπέζι, ένα καλοκαίρι… και μετά έγινε σοβαρό».
Ο πατέρας της και η ρίζα της ανάγκης για αλήθεια
Απαντώντας στο ερώτημα από πού μπορεί να πήγαζε αυτή η επίμονη ανάγκη αναζήτησης της αλήθειας, στρέφεται στη σχέση της με τους δικούς της γονείς. «Νομίζω έχει να κάνει και με τους γονείς της. Υπάρχει μια ιστορία που δεν είναι τελείως ξεκάθαρη. Η μητέρα μου είχε θυμώσει πολύ με τον πατέρα της, τον Σωκράτη Σαρηβαξεβάνη. Πρώτον, γιατί την κατέκρινε που παράτησε τις σπουδές της και ήθελε να γίνει θεατρίνα. Δεύτερον, γιατί ο Σωκράτης δεν ήταν καθόλου αριστερός, ενώ εκείνη ήταν στην Αντίσταση. Και υπάρχει και το θέμα της γιαγιάς μου, όταν άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα “τρέλας”, όπως λέγονταν τότε, υπήρξαν σκληρές συζητήσεις. Η μητέρα μου κατέκρινε πολύ τον πατέρα της για το πώς στάθηκε. Από την άλλη, ο παππούς έκανε “τα πάντα” για να επιβιώσει η οικογένεια στην Κατοχή, με πείνα, μαύρη αγορά, πληθωρισμό. Αλλά υπήρχαν και πράγματα που εκείνη δεν του συγχωρούσε: ενώ πουλούσε τα κοσμήματα της γυναίκας του, ο ίδιος κράτησε τη συλλογή γραμματοσήμων του ανέπαφη. Αφιέρωνε τον περισσότερο χρόνο στην γραφή, χιλιάδες σελίδες, πολλές στα γαλλικά. Η μητέρα μου τον έβλεπε σαν κάποιον που έβαζε πρώτα τη γραφή πάνω από την οικογένεια».
«Το μυστικό δεν είναι μόνο να κρύβεις κάτι. Είναι να κρύβεις ότι υπάρχει μυστικό»
Όταν η συζήτηση περνά στα πρώτα της βιβλία και στην αρχική επιτυχία, θυμάται πώς ξεκίνησε η συγγραφική της πορεία. «Έβγαλε το πρώτο βιβλίο με δικά της έξοδα. Δεν είχε εκδότη. Και είχε επιτυχία. Δεν είχε τελειώσει η πώληση της πρώτης έκδοσης και άρχισε να γράφει το δεύτερο. Και μετά βρήκε εκδοτικό οίκο. Αλλά θέλω να πω κάτι για το δεύτερο βιβλίο, το “Ψέμα”. Για μένα είναι κεντρικό. Γιατί εκεί υπάρχει κάτι καθοριστικό: το μυστικό. Το μυστικό δεν είναι μόνο να κρύβεις το περιεχόμενο. Είναι να κρύβεις και το γεγονός ότι υπάρχει μυστικό. Αυτό νομίζω ότι ήταν μεγάλο θέμα στη ζωή της αλλά και τη δική μου. Ένιωθα ότι υπάρχει ένα κενό, αλλά το καταλάβαινα μόνο από τον περίγυρο του κενού. Εγώ ήθελα τα πράγματα όπως τα ζούσα με τον πατέρα μου: άσπρο–μαύρο. Όταν μου λες άσπρο, να είναι άσπρο. Δεν μπορούσα να ζήσω με το “ίσως” και τη σύγχυση που έμπαινε από το παιχνίδι της μητέρας μου».
Η αλήθεια ως κόκκινο νήμα
Συγκρίνοντας το μοτίβο του «μυστικού» με το πνεύμα των «Στενών Παπουτσιών», εξηγεί πώς βλέπει την έννοια της αλήθειας στο σύνολο του έργου της. «Ναι, αλλά η αλήθεια είναι κόκκινο νήμα σε όλα. Ακόμη και όταν γράφει πράγματα που δεν έζησε, τα «μεταβολίζει». Παίρνει ακούσματα, τα κάνει δικό της κόσμο. Μπερδεύει την αλήθεια με τη φαντασία, και το κάνει με τρόπο που, θα έλεγα, κυνηγά την αλήθεια μέσω της μυθοπλασίας. Δεν είναι “αστυνομική έρευνα”. Είναι ένα κυνήγι: να φτιάξει έναν κόσμο όπως τον έψαχνε, και όπως θα ήθελε να είναι».
Η αναγνώριση και η ανασφάλεια
Μιλώντας για το πώς βίωνε τη δημοφιλία και την επιτυχία, περιγράφει μια διπλή πραγματικότητα: χαρά αλλά και αυξανόμενη ανάγκη επιβεβαίωσης. «Αυτό που τη γέμιζε χαρά ήταν ο αγώνας της για την ανάγνωση στα παιδιά. Ταξίδευε, μόνη ή με την αδελφική φίλη της Άλκη Ζέη, παντού: Κύπρο, Καβάλα, Αλεξανδρούπολη, Πελοπόννησο… καλεσμένη από σχολεία, έκανε ομιλίες και συναντήσεις με παιδιά. Ήθελε τα παιδιά να διαβάζουν ιστορίες, λογοτεχνία, να γνωρίσουν την ιστορία “όπως εκείνη την έβλεπε”, όχι όπως θα ήθελε ένα καθεστώς. Αλλά όσο μεγάλωνε η δημοφιλία, τόσο μεγάλωνε και η ανάγκη της για επιβεβαίωση. Ακόμη κι από μένα. Μου έλεγε: “Δεν διαβάζεις ποτέ τα βιβλία μου”. Τα διάβαζα όλα. Αλλά όταν πήγαινα να πω κάτι, να ανοίξω μια συζήτηση, δεν μπορούσε να το αντέξει. Ήταν αδύνατο. Κι εγώ κάποια στιγμή αποφάσισα να διαβάζω και να μη μιλάω. Υπήρχε κι άλλο στοιχείο: η αδελφή μου άρχισε να γράφει. Έγραψαν μαζί ένα βιβλίο. Και εκεί, ένιωθα ότι μέσα της υπήρχε πάλι εκείνο το “εγώ κι εγώ”, μια ανάγκη να επιβεβαιώνει ότι “είμαι εγώ”. Παρότι, στην πραγματικότητα, δεν έμεινε ποτέ πίσω. Η ανασφάλεια ήταν μόνιμος σύντροφος».
Ο Αλέξης Καρακώστας θυμάται τις τελευταίες σελίδες της ζωής της Ζωρζ Σαρή
Όταν η κουβέντα αγγίζει τα τελευταία χρόνια της ζωής της, ο τόνος χαμηλώνει. «Ναι, η μητέρα μου έχασε βαθμιαία τις νοητικές της ικανότητες. Ίσως να το ένιωθε και γι αυτό ερευνούσε και ήθελε να καταγράψει τα πάντα για τη μητέρα της στο βιβλίο «Το προτελευταίο σκαλοπάτι». Έψαχνε απαντήσεις και προσπαθούσε να ησυχάσει τον φόβο της ότι θα έχει την ίδια πορεία. Ενώ παρέμενε ακέραιη η δική της μνήμη, έχασε σταδιακά την ικανότητα να διαβάζει, να γράφει και να μιλάει. Στη συνέχεια, ο θάνατος της αδελφής μου ήταν ένα σπρώξιμο παραπάνω προς το χάος».
Αναφερόμενος στην παρακαταθήκη της σήμερα, λέει: «Για μένα ήταν πολύ δύσκολο να διαβάζω τα βιβλία της “καθαρά”, σαν κάτι ξεχωριστό. Όταν διάβαζα, ήταν παρούσα η ζωή μας, ήμουν κοντά της, όλα μπλέκονταν. Μετά τον θάνατό της και με συζητήσεις φιλολόγων, άκουσα ανθρώπους να μιλάνε για το έργο της και ανακάλυψα πράγματα που δεν έβλεπα. Αυτό μου δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται πραγματικά για έργο: ότι ο κόσμος βρίσκει μέσα του συνεχώς όψεις και νοήματα. Κι εγώ, από την άλλη, πάντα αναμετριόμουν με τη σχέση πραγματικότητας και μυθιστορήματος. Γιατί τα πρόσωπα, έπαιρνε χαρακτηριστικά από πολλούς, τα έμπλεκε και έφτιαχνε έναν χαρακτήρα. Όλα είναι αληθινά και όλα ανάποδα».
Όταν η συζήτηση κλείνει με το αν σκέφτεται να γράψει για τη σχέση τους, απαντά: «Ο γραπτός λόγος αποτελούσε πάντα σημαντικό στοιχείο στη ζωή μου σε σχέση με τις επαγγελματικές μου ασχολίες. Εδώ και κάποια χρόνια “χαϊδεύω” την ιδέα και για κάτι άλλο, πιο προσωπικό. Στη Ελλάδα κρατάω μια βιβλιοθήκη γεμάτη με τα αρχεία του παππού μου. Την ερεύνησα και την ταξινόμησα, συγκέντρωσα έτσι πολλά στοιχεία για τη διαδρομή της οικογένειάς μου, αλλά ακόμα βρίσκομαι σε αμφιθυμία για συγγραφή… Θα δούμε».
Και κλείνοντας με το ερώτημα που τον απασχολεί περισσότερο: «Για μένα το μεγάλο ερώτημα είναι: γιατί τόσες ανασφάλειες, τόσα άγχη, τόση ανάγκη να κρύβεται, να πηγαίνει από δύσκολους δρόμους… Ναι, ψυχαναλυτικά, σίγουρα έχει σχέση με τη μη αναγνώριση από τον πατέρα της και με οικογενειακά μυστικά…».