Ο εικαστικός καλλιτέχνης και συγγραφέας Χρίστος Χαλικιάς επιστρέφει με «Το Τελευταίο Φως της Πατησίων», ένα σύγχρονο αστικό noir αστυνομικό μυθιστόρημα που κινείται μέσα στις σκιές της Αθήνας, εκεί όπου η μοναξιά, η μνήμη και η σιωπηλή φθορά γίνονται μέρος της ίδιας της πόλης. Με κινηματογραφική γραφή, υπόγεια ένταση και μια Αθήνα που λειτουργεί όχι ως φόντο αλλά ως ζωντανός οργανισμός, δημιουργεί ένα σκοτεινό λογοτεχνικό σύμπαν όπου το φως δεν λυτρώνει πάντα, πολλές φορές αποκαλύπτει. Ο Χρίστος Χαλικιάς μιλά στο parapolitika.gr και τον Γιάννη Ξυνόπουλο για την οδό Πατησίων ως ψυχική κατάσταση, για τη νύχτα της Αθήνας, για τη σχέση του με το noir, αλλά και για τους ανθρώπους που χάνονται αθόρυβα μέσα στις σύγχρονες πόλεις πριν ακόμη καταλάβουν ότι έχουν χαθεί.

Διαβάστε: Χρίστος Χαλικιάς στα Παραπολιτικά: H πόλη, η μνήμη και τα ευρήματα που έγιναν τέχνη - "Ό,τι πετάει η πόλη, δεν εξαφανίζεται, επιμένει" (Εικόνες)


Ο Χρίστος Χαλικιάς για τη γέννηση του βιβλίου και την Πατησίων

Ο Χρίστος Χαλικιάς εξηγεί πώς γεννήθηκε η ιδέα για «Το Τελευταίο Φως της Πατησίων» και γιατί επέλεξε την Πατησίων ως κεντρικό «πρόσωπο» του βιβλίου. «Η ιδέα γεννήθηκε περισσότερο από μια αίσθηση παρά από μια πλοκή. Περπατούσα χρόνια στην Πατησίων και είχα πάντα την αίσθηση ότι πρόκειται για έναν δρόμο που θυμάται. Έναν δρόμο που έχει δει εποχές ακμής, εγκατάλειψης, βίας, έρωτα, μοναξιάς — και συνεχίζει να στέκεται εκεί σαν μάρτυρας όλων. Δεν ήθελα να γράψω απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ήθελα να γράψω για μια Αθήνα που αλλάζει πρόσωπα αλλά δεν χάνει ποτέ τις σκιές της. Η Πατησίων έγινε κεντρικό «πρόσωπο» γιατί μέσα της συνυπάρχουν όλα: το φως και η παρακμή, η ομορφιά και η φθορά, η μνήμη και η λήθη. Για μένα, η Πατησίων δεν είναι δρόμος. Είναι ψυχολογία. Είναι μια υπόγεια αφήγηση της ίδιας της Αθήνας. Με ενδιέφερε πολύ αυτή η ιδέα: ότι οι πόλεις απορροφούν όσα συμβαίνουν μέσα τους. Κρατούν φωνές, βήματα, τραύματα, σιωπές. Και κάποια στιγμή, όλα αυτά επιστρέφουν. Η Πατησίων κουβαλά μια παράξενη αντίφαση. Την ημέρα μοιάζει σχεδόν συνηθισμένη. Το βράδυ όμως μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Σαν να ανοίγει μια δεύτερη ζωή κάτω από την επιφάνειά της. Το "Τελευταίο Φως της Πατησίων" γεννήθηκε ακριβώς από αυτή την αίσθηση. Από την ανάγκη να γράψω όχι μόνο ένα noir μυθιστόρημα, αλλά μια υπόγεια ελεγεία για την Αθήνα. Με συγκινούσε πάντα η ιδέα ότι οι δρόμοι κουβαλούν μνήμη. Ότι κάτω από την καθημερινότητα υπάρχει ένα αόρατο στρώμα ιστοριών που δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά. Η Πατησίων έχει κάτι βαθιά κινηματογραφικό. Κάτι σχεδόν υπνωτικό τη νύχτα. Τα φώτα, οι σκιές, οι πολυκατοικίες, οι άνθρωποι που διασταυρώνονται για λίγα δευτερόλεπτα και χάνονται ξανά. Ήθελα να γράψω μια Αθήνα που δεν λειτουργεί μόνο ως χώρος. Αλλά ως ψυχική κατάσταση. Και κάπως έτσι γεννήθηκε το βιβλίο: σαν μια σκοτεινή περιπλάνηση μέσα στη μνήμη, τη μοναξιά και τη σιωπηλή φθορά της πόλης».

Ο εικαστικός καλλιτέχνης και συγγραφέας Χρίστος Χαλικιάς μιλά στο parapolitika.gr και τον Γιάννη Ξυνόπουλο για «Το Τελευταίο Φως της Πατησίων», τη σκοτεινή Αθήνα, τη μοναξιά και το ελληνικό noir.

Η Αθήνα ως ζωντανή και απειλητική παρουσία

Ο συγγραφέας μιλά για την Αθήνα του μυθιστορήματος και για το πώς η ίδια η πόλη επηρεάζει τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις των ηρώων του. «Καθοριστικά. Στο βιβλίο, η πόλη δεν λειτουργεί ως φόντο. Λειτουργεί σαν οργανισμός που αναπνέει πάνω στους ανθρώπους. Η Αθήνα πιέζει. Κουράζει. Απομονώνει. Κάποιες φορές σε κάνει να αισθανθείς αόρατος ακόμη κι όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους. Οι ήρωες του βιβλίου παίρνουν αποφάσεις επηρεασμένοι από αυτή τη διαρκή ασφυξία. Η μοναξιά της πόλης γίνεται σχεδόν υπόγειος χαρακτήρας της ιστορίας. Με ενδιέφερε πολύ η ιδέα ότι μια πόλη μπορεί να διαμορφώσει ηθικά έναν άνθρωπο. Να τον σκληρύνει. Να τον κάνει να σωπάσει. Ή να τον οδηγήσει σε μια εσωτερική έκρηξη. Γιατί τελικά οι πόλεις δεν χτίζουν μόνο δρόμους. Χτίζουν και ψυχισμούς. Η Αθήνα, ειδικά τα τελευταία χρόνια, κουβαλά μια πολύ ιδιαίτερη ένταση. Μια αίσθηση παρατεταμένης κόπωσης. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να κινούνται, να εργάζονται, να μιλούν, να γελούν, αλλά πολλές φορές μοιάζουν ψυχικά εξαντλημένοι. Αυτό με ενδιέφερε πολύ να αποτυπώσω. Όχι την "τουριστική" Αθήνα. Αλλά την εσωτερική Αθήνα. Την πόλη που βιώνει ο άνθρωπος όταν επιστρέφει μόνος σπίτι τη νύχτα. Την πόλη των άδειων διαμερισμάτων, των φωτισμένων μπαλκονιών, των ανθρώπων που συνυπάρχουν χωρίς πραγματικά να επικοινωνούν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι χαρακτήρες αρχίζουν σιγά - σιγά να φθείρονται. Και πολλές φορές το έγκλημα μοιάζει σχεδόν σαν φυσική συνέχεια μιας εσωτερικής διάλυσης που είχε ξεκινήσει πολύ πριν. Νομίζω ότι οι μεγάλες πόλεις δημιουργούν συχνά μια παράξενη μορφή μοναξιάς. Μια μοναξιά μέσα στο πλήθος. Αυτό υπάρχει πολύ έντονα στο βιβλίο. Οι άνθρωποι περπατούν δίπλα δίπλα, αλλά δεν συναντιούνται πραγματικά. Και κάπου εκεί γεννιούνται οι σκιές της ιστορίας. Μέσα στην αποξένωση, στην ψυχική εξάντληση, στη σιωπηλή ανάγκη των ανθρώπων να αισθανθούν ξανά κάτι αληθινό».

Η ζωγραφική, το θέατρο και ο κινηματογράφος μέσα στο noir σύμπαν

Ο Χρίστος Χαλικιάς αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι άλλες τέχνες συνομιλούν με τη γραφή του και επηρεάζουν το noir σύμπαν του βιβλίου. «Πολύ έντονα. Δεν γράφω μόνο με λέξεις, γράφω με εικόνες, σκιές, ήχους και ρυθμό. Η ζωγραφική με έχει μάθει να βλέπω το φως. Όχι μόνο πού πέφτει, αλλά και τι αποκαλύπτει όταν πέσει. Το θέατρο μού έδωσε τη σιωπή. Την ένταση ανάμεσα στις φράσεις. Την αίσθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να πει περισσότερα όταν δεν μιλά. Και ο κινηματογράφος, ειδικά το noir και δημιουργοί όπως ο Roy Andersson, με επηρέασαν βαθιά στον τρόπο που χτίζω την ατμόσφαιρα: ακίνητες εικόνες, υπόγεια αγωνία, πρόσωπα που μοιάζουν χαμένα μέσα στον ίδιο τους τον χρόνο. Το "Τελευταίο Φως της Πατησίων" το φαντάστηκα εξαρχής σαν μια νυχτερινή εικαστική διαδρομή μέσα στην Αθήνα. Σαν μια πόλη που φωτίζεται μόνο όσο χρειάζεται για να αποκαλύψει το τραύμα της. Νομίζω ότι όλες οι τέχνες συνομιλούν μεταξύ τους όταν προσπαθείς πραγματικά να μιλήσεις για τον άνθρωπο. Η ζωγραφική μού έδωσε τη σύνθεση. Το πώς «στήνεται» μια σκηνή μέσα στο βλέμμα. Το θέατρο μού έμαθε την αναμονή. Τη δύναμη που μπορεί να έχει μια παύση. Και ο κινηματογράφος μού έδωσε τον ρυθμό της σιωπηλής αγωνίας. Την αίσθηση ότι κάτι επικίνδυνο μπορεί να κρύβεται ακόμη και μέσα στην ακινησία. Γι’ αυτό και πολλές σκηνές του βιβλίου λειτουργούν σχεδόν κινηματογραφικά. Δεν βασίζονται μόνο στη δράση. Βασίζονται στην ατμόσφαιρα. Στην αίσθηση ότι κάτι αόρατο υπάρχει μέσα στον χώρο. Ήθελα ο αναγνώστης να μην "διαβάζει" απλώς την Αθήνα. Ήθελα να τη βλέπει. Να τη νιώθει. Να ακούει σχεδόν την ανάσα της μέσα στις σελίδες. Με ενδιαφέρει πολύ η τέχνη που δημιουργεί αίσθηση παρουσίας. Που δεν αφηγείται μόνο, αλλά βυθίζει τον θεατή ή τον αναγνώστη μέσα σε έναν κόσμο. Αυτό προσπάθησα να κάνω και εδώ. Να δημιουργήσω μια Αθήνα σχεδόν απτική. Μια πόλη που μυρίζει νύχτα, υγρασία, φως νέον, κλειστά διαμερίσματα και ανθρώπινη σιωπή. Γιατί για μένα το noir δεν είναι μόνο είδος. Είναι ατμόσφαιρα. Είναι τρόπος να κοιτάς τον άνθρωπο μέσα στο σκοτάδι του».

Ο αστυνόμος Καρράς και το κοινωνικό πορτρέτο της πόλης

Ο συγγραφέας εξηγεί αν τον ενδιέφερε περισσότερο το αστυνομικό μυστήριο ή το κοινωνικό πορτρέτο της Αθήνας. «Το κοινωνικό πορτρέτο ήταν πάντα ο πυρήνας. Το έγκλημα είναι η αφορμή. Η πόλη είναι το πραγματικό θέμα. Με ενδιέφερε να δω τι συμβαίνει σε ανθρώπους που ζουν για χρόνια μέσα σε συναισθηματική κόπωση, οικονομική πίεση, φόβο και σιωπή. Ο αστυνόμος Καρράς δεν ερευνά μόνο έναν θάνατο. Ερευνά ρωγμές. Ρωγμές σε οικογένειες, σε σχέσεις, σε ανθρώπους που κάποια στιγμή έσπασαν εσωτερικά. Το noir, για μένα, είναι πολύ περισσότερο υπαρξιακό παρά αστυνομικό είδος. Γιατί πολλές φορές το πιο τρομακτικό δεν είναι το έγκλημα. Είναι όσα προηγήθηκαν μέχρι να συμβεί. Με ενδιέφερε πολύ αυτή η υπόγεια κοινωνική φθορά που συσσωρεύεται σιωπηλά. Άνθρωποι που ζουν δίπλα δίπλα αλλά δεν γνωρίζονται πραγματικά. Σχέσεις που έχουν αδειάσει αλλά συνεχίζουν μηχανικά. Οικογένειες που μοιάζουν φυσιολογικές εξωτερικά ενώ εσωτερικά έχουν ήδη διαλυθεί. Ο Καρράς κινείται μέσα σε αυτή την Αθήνα σαν κάποιος που προσπαθεί να διαβάσει τα σημάδια μιας πόλης που κουβαλά κρυμμένο πόνο. Και ίσως αυτό είναι που με συγκινεί περισσότερο στο noir: ότι πίσω από το μυστήριο υπάρχει πάντα μια ανθρώπινη πληγή. Το έγκλημα είναι μόνο η κορυφή. Η πραγματική ιστορία βρίσκεται βαθύτερα. Εκεί όπου οι άνθρωποι σπάνε αθόρυβα χωρίς κανείς να το βλέπει. Ο Καρράς δεν είναι ένας κλασικός "ήρωας". Δεν κινείται μέσα στην πόλη με βεβαιότητα. Κινείται σαν άνθρωπος που κουβαλά κι ο ίδιος φθορά. Και αυτό με ενδιέφερε πολύ: ένας χαρακτήρας που προσπαθεί να καταλάβει όχι μόνο τι συνέβη, αλλά γιατί οι άνθρωποι φτάνουν κάποια στιγμή στο σκοτάδι. Στο βιβλίο, η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Γεννιέται αργά. Μέσα από τη μοναξιά, την πίεση, τη σιωπή, την ψυχική εξάντληση. Γι’ αυτό και το κοινωνικό στοιχείο ήταν για μένα απολύτως κεντρικό. Ήθελα η Αθήνα να λειτουργεί σαν καθρέφτης μιας εποχής που κουράστηκε εσωτερικά. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο noir στοιχείο της ιστορίας: ότι κανείς δεν καταστρέφεται απότομα. Οι άνθρωποι συνήθως διαλύονται λίγο λίγο, μέχρι να μη μείνει σχεδόν τίποτα από μέσα τους».

Ο εικαστικός καλλιτέχνης και συγγραφέας Χρίστος Χαλικιάς επιστρέφει με «Το Τελευταίο Φως της Πατησίων», ένα σύγχρονο αστικό noir αστυνομικό μυθιστόρημα που κινείται μέσα στις σκιές της Αθήνας, εκεί όπου η μοναξιά, η μνήμη και η σιωπηλή φθορά γίνονται μέρος της ίδιας της πόλης.

Η Αθήνα ως ελληνική noir πόλη

Ο Χρίστος Χαλικιάς μιλά για τη νέα άνθηση του noir στην Ελλάδα και εξηγεί τι προσφέρει η αθηναϊκή πραγματικότητα σε αυτό το είδος λογοτεχνίας. «Η Αθήνα είναι από μόνη της noir πόλη. Δεν χρειάζεται να την επινοήσεις. Έχει αντιθέσεις σχεδόν κινηματογραφικές: φως και σκοτάδι στο ίδιο τετράγωνο, μοναξιά δίπλα στον θόρυβο, άνθρωποι που χάνονται χωρίς ποτέ να εξαφανίζονται πραγματικά. Τα τελευταία χρόνια, η πόλη κουβαλά και μια βαθύτερη συλλογική κόπωση. Μια αίσθηση εσωτερικής εξάντλησης. Αυτό δημιουργεί ένα υπόγειο ψυχικό τοπίο που ταιριάζει απόλυτα στο noir. Νομίζω ότι το ελληνικό noir αρχίζει πλέον να αποκτά δική του ταυτότητα, γιατί δεν προσπαθεί να μιμηθεί ξένες πόλεις ή ξένες συνθήκες. Ακούει την Αθήνα. Και η Αθήνα έχει πολλά να πει. Αρκεί να αντέξεις να την ακούσεις τη νύχτα. Η αθηναϊκή πραγματικότητα προσφέρει κάτι πολύ σημαντικό: αλήθεια. Δεν έχει τη μυθολογία άλλων μεγαλουπόλεων. Έχει όμως μια πολύ ανθρώπινη σκοτεινιά. Η Αθήνα είναι γεμάτη αντιφάσεις. Μπορεί μέσα σε λίγα μέτρα να συναντήσεις εγκατάλειψη, ομορφιά, βία, τρυφερότητα, παρακμή και επιβίωση. Αυτό είναι βαθιά noir. Και νομίζω ότι το σύγχρονο ελληνικό noir αρχίζει να ωριμάζει ακριβώς επειδή σταματά να κοιτά προς τα έξω και αρχίζει να κοιτά μέσα στην ίδια την ελληνική κοινωνία. Στις πληγές της. Στις σιωπές της. Στη μοναξιά της. Γιατί το πραγματικό noir δεν γεννιέται μόνο στο έγκλημα. Γεννιέται εκεί όπου μια κοινωνία κουράζεται να αισθάνεται. Η Αθήνα έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο, ένα φως σχεδόν βίαιο την ημέρα και μια βαθιά υπόγεια μελαγχολία τη νύχτα. Αυτή η αντίθεση δημιουργεί ένα εξαιρετικά δυνατό αφηγηματικό περιβάλλον. Και νομίζω ότι οι Έλληνες δημιουργοί αρχίζουν πλέον να εμπιστεύονται περισσότερο τη δική τους πραγματικότητα. Δεν προσπαθούν να αντιγράψουν το αμερικανικό ή το σκανδιναβικό noir. Ανακαλύπτουν το ελληνικό τραύμα, την ελληνική μοναξιά, την ελληνική αστική σιωπή. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Γιατί κάθε μεγάλη noir λογοτεχνία γεννήθηκε όταν μια πόλη άρχισε να κοιτά ειλικρινά τις ρωγμές της. Και η Αθήνα είναι γεμάτη ρωγμές. Απλώς για χρόνια μάθαμε να περνάμε δίπλα τους χωρίς να τις κοιτάμε πραγματικά».

Οι ήρωες και το βαθύτερο τραύμα πίσω από το έγκλημα

Ο συγγραφέας εξηγεί τι είναι αυτό με το οποίο παλεύουν οι ήρωες στο «Τελευταίο Φως της Πατησίων», πέρα από το ίδιο το έγκλημα. «Πολλές φορές το πραγματικό τραύμα δεν είναι το έγκλημα, αλλά όσα είχαν ήδη πεθάνει μέσα στους ανθρώπους πριν συμβεί. Οι ήρωες του βιβλίου παλεύουν με ενοχές, απώλειες, ματαιώσεις, με την αίσθηση ότι απομακρύνθηκαν από τον εαυτό τους χωρίς να το καταλάβουν. Με ενδιέφερε αυτή η σιωπηλή φθορά. Η στιγμή που ένας άνθρωπος συνεχίζει να ζει εξωτερικά φυσιολογικά, αλλά εσωτερικά έχει ήδη χαθεί. Το noir, όταν λειτουργεί βαθιά, δεν μιλά μόνο για τον φόνο. Μιλά για το κενό. Για τη σιωπή που συσσωρεύεται μέσα στους ανθρώπους μέχρι να γίνει επικίνδυνη. Κάποιες φορές, το σκοτάδι δεν έρχεται ξαφνικά. Απλώς βρίσκει χώρο μέσα μας και μένει. Στο "Τελευταίο Φως της Πατησίων" με ενδιέφερε πολύ η ιδέα της εσωτερικής αποσύνθεσης. Άνθρωποι που συνεχίζουν να υπάρχουν κοινωνικά, να εργάζονται, να μιλούν, να κυκλοφορούν στην πόλη, αλλά μέσα τους έχουν αρχίσει να καταρρέουν αθόρυβα. Ο καθένας κουβαλά κάτι ανείπωτο. Μια ενοχή. Μια αποτυχία. Έναν φόβο. Μια χαμένη εκδοχή του εαυτού του. Και πολλές φορές το έγκλημα λειτουργεί σαν στιγμή αποκάλυψης. Σαν να σπάει ξαφνικά η επιφάνεια και να βγαίνουν όλα προς τα έξω. Γι’ αυτό και το βιβλίο δεν με ενδιέφερε να λειτουργήσει μόνο ως αστυνομικό αίνιγμα. Με ενδιέφερε να λειτουργήσει σαν ψυχογραφία ανθρώπων που ζουν μέσα στη φθορά μιας εποχής. Γιατί τελικά οι πιο επικίνδυνες σιωπές είναι εκείνες που κρατούνται για χρόνια μέσα μας. Και ίσως εκεί να βρίσκεται και ο βαθύτερος πυρήνας του noir: όχι στο ποιος σκότωσε ποιον, αλλά στο τι είχε ήδη χαθεί μέσα στους ανθρώπους πριν φτάσουν στο σημείο της καταστροφής. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η λεπτή στιγμή όπου ένας άνθρωπος περνά σχεδόν αόρατα από τη θλίψη στη διάβρωση. Από την απογοήτευση στην παραίτηση. Από τη μοναξιά στην εσωτερική εξαφάνιση. Και νομίζω ότι η σύγχρονη πόλη γεννά συχνά τέτοιους ανθρώπους. Ανθρώπους που δεν καταρρέουν θεαματικά. Καταρρέουν σιωπηλά. Αυτό ήθελα να φωτίσω μέσα στο βιβλίο. Ήθελα ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι το πραγματικό σκοτάδι της ιστορίας δεν βρίσκεται μόνο στην πράξη του εγκλήματος, βρίσκεται στην αργή ανθρώπινη φθορά που προηγήθηκε. Στην εξάντληση. Στην αποξένωση. Στην αίσθηση ότι κάποια στιγμή οι άνθρωποι σταματούν να αναγνωρίζουν ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό. Και τότε αρχίζουν να χάνονται, πολύ πριν χαθούν πραγματικά».

Η Αθήνα, το φως και η απώλεια της μνήμης

Ο Χρίστος Χαλικιάς απαντά στο τι χάνει σήμερα περισσότερο η Αθήνα: το φως της ή τους ανθρώπους της. «Νομίζω πως κινδυνεύει να χάσει τη μνήμη της. Και όταν μια πόλη χάνει τη μνήμη της, αρχίζει σιγά σιγά να χάνει και τους ανθρώπους της, ακόμη κι αν αυτοί συνεχίζουν να περπατούν μέσα της. Το φως της Αθήνας υπάρχει ακόμη. Αλλά πολλές φορές πέφτει πάνω σε ανθρώπους εξαντλημένους, απομονωμένους, κουρασμένους να αισθανθούν. Ίσως αυτό να είναι το πιο σκοτεινό σημείο της εποχής μας: όχι ότι σκοτεινιάζει η πόλη, αλλά ότι συνηθίζουμε το σκοτάδι της. Και όταν μια κοινωνία συνηθίζει το σκοτάδι, παύει σιγά σιγά να αναζητά το φως. Η Αθήνα αλλάζει συνεχώς πρόσωπα. Κτίρια χάνονται. Γειτονιές μεταμορφώνονται. Άνθρωποι φεύγουν, επιστρέφουν, χάνονται μέσα στον ίδιο τον ρυθμό της πόλης. Αυτό που φοβάμαι περισσότερο όμως είναι η απώλεια της εσωτερικής μνήμης. Η στιγμή που μια πόλη παύει να θυμάται ποια ήταν. Γιατί τότε αρχίζει να γίνεται απρόσωπη. Και οι άνθρωποι μέσα της αρχίζουν επίσης να αισθάνονται απρόσωποι. Στο βιβλίο, η Αθήνα μοιάζει πολλές φορές σαν ένας άνθρωπος κουρασμένος που προσπαθεί ακόμη να κρατηθεί όρθιος. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το "τελευταίο φως", η τελευταία ανθρώπινη σπίθα πριν τη συνήθεια, την αδιαφορία και τη σιωπηλή παραίτηση. Νομίζω ότι η Αθήνα δεν χάνει μόνο τα κτίριά της ή τις παλιές γειτονιές της. Χάνει κάτι βαθύτερο: την ικανότητα των ανθρώπων να αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου. Και αυτό δημιουργεί μια τεράστια υπαρξιακή μοναξιά. Πολλοί άνθρωποι ζουν σήμερα μέσα στην πόλη σαν περαστικοί ακόμη και στην ίδια τους τη ζωή. Κι αυτή η αίσθηση με συγκλόνιζε όσο έγραφα το βιβλίο. Γιατί τελικά μια πόλη δεν πεθαίνει όταν σβήνουν τα φώτα της. Πεθαίνει όταν οι άνθρωποί της σταματούν να αισθάνονται ο ένας τον άλλον. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας: όχι η οικονομική ή η αστική φθορά, αλλά η συναισθηματική κόπωση. Η στιγμή όπου οι άνθρωποι αρχίζουν να θεωρούν φυσιολογική τη μοναξιά, τη σιωπή, την αποξένωση. Και τότε το σκοτάδι παύει να τρομάζει. Γίνεται καθημερινότητα».

Ο Χρίστος Χαλικιάς μιλά στο parapolitika.gr και τον Γιάννη Ξυνόπουλο για την Πατησίων ως ψυχική κατάσταση, για τη νύχτα της Αθήνας, για τη σχέση του με το noir, αλλά και για τους ανθρώπους που χάνονται αθόρυβα μέσα στις σύγχρονες πόλεις πριν ακόμη καταλάβουν ότι έχουν χαθεί.


Το «τελευταίο φως» ως στιγμή αποκάλυψης

Ο συγγραφέας εξηγεί τι συμβολίζει για εκείνον το «τελευταίο φως» και γιατί στο βιβλίο δεν λειτουργεί λυτρωτικά, αλλά αποκαλυπτικά. «Το τελευταίο φως, για μένα, δεν είναι ελπίδα με τη συμβατική έννοια. Είναι η στιγμή που τίποτα δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί. Με ενδιέφερε η ιδέα ότι το φως δεν σώζει πάντα. Κάποιες φορές αποκαλύπτει αυτό που οι άνθρωποι προσπαθούσαν για χρόνια να θάψουν μέσα τους. Στο βιβλίο, το φως λειτουργεί σχεδόν σαν ανάκριση. Πέφτει πάνω σε πρόσωπα, σπίτια, μυστικά, σχέσεις, και τα αναγκάζει να δείξουν τη φθορά τους. Το "Τελευταίο Φως της Πατησίων" είναι ουσιαστικά η τελευταία στιγμή πριν τη βύθιση. Η τελευταία στιγμή όπου ένας άνθρωπος μπορεί ακόμη να αντικρίσει την αλήθεια του. Κι αυτό, πολλές φορές, είναι πιο τρομακτικό από το ίδιο το σκοτάδι. Γιατί το σκοτάδι πολλές φορές λειτουργεί προστατευτικά. Σου επιτρέπει να κρυφτείς. Να αποφύγεις. Να ξεχάσεις. Το φως όμως απαιτεί αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια δεν είναι πάντα λυτρωτική. Μπορεί να είναι βίαιη. Μπορεί να σε φέρει αντιμέτωπο με πράγματα που απέφευγες χρόνια. Στο βιβλίο, το "τελευταίο φως" λειτουργεί σχεδόν υπαρξιακά. Σαν η τελευταία στιγμή αυτογνωσίας πριν την πλήρη εσωτερική κατάρρευση. Με ενδιέφερε πολύ αυτή η λεπτή γραμμή, η στιγμή όπου ένας άνθρωπος καταλαβαίνει τι έχει γίνει, αλλά ίσως πλέον είναι αργά για να το αλλάξει. Και νομίζω ότι κάπως έτσι λειτουργούν και οι πόλεις. Κρύβουν πράγματα για χρόνια. Μέχρι που κάποια στιγμή, κάτω από ένα συγκεκριμένο φως, όλα αρχίζουν να φαίνονται. Το "τελευταίο φως" είναι επίσης η τελευταία στιγμή ευαισθησίας πριν τη συναισθηματική απονέκρωση. Η τελευταία στιγμή όπου ένας άνθρωπος, ή ακόμη και μια κοινωνία, μπορεί να δει καθαρά τον εαυτό της. Γι’ αυτό και ο τίτλος του βιβλίου έχει για μένα κάτι βαθιά υπαρξιακό. Δεν μιλά μόνο για την Αθήνα. Μιλά για τον άνθρωπο όταν φτάνει στο τελευταίο σημείο εσωτερικής αντοχής. Εκεί όπου το φως δεν χαϊδεύει πια. Απογυμνώνει. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σκληρό στοιχείο της αλήθειας: ότι όταν έρθει πραγματικά το φως, δεν αποκαλύπτει μόνο όσα φοβόμαστε, αλλά και όσα χάσαμε χωρίς να το καταλάβουμε».

Το ενδεχόμενο θεατρικής ή κινηματογραφικής μεταφοράς

Ο Χρίστος Χαλικιάς απαντά αν «Το Τελευταίο Φως της Πατησίων» θα μπορούσε να μεταφερθεί στο θέατρο ή στον κινηματογράφο. «Από την πρώτη στιγμή το φαντάστηκα οπτικά. Σαν μια σειρά από νυχτερινές εικόνες μέσα στην Αθήνα. Το βιβλίο έχει πολύ έντονα κινηματογραφικό και θεατρικό ρυθμό, σιωπές, παύσεις, σκοτεινούς χώρους, πρόσωπα που μοιάζουν να κουβαλούν κάτι ανείπωτο. Δεν με ενδιέφερε ποτέ μόνο η πλοκή. Με ενδιέφερε η ατμόσφαιρα. Η αίσθηση ότι η πόλη παρακολουθεί τους ανθρώπους ακόμη κι όταν εκείνοι πιστεύουν πως είναι μόνοι. Θα με ενδιέφερε πολύ μια θεατρική ή κινηματογραφική μεταφορά που να κρατήσει αυτή την υπόγεια ένταση. Όχι ένα αστυνομικό θέαμα. Αλλά μια βαθιά αστική εμπειρία πάνω στη μοναξιά, στη μνήμη και στη σιωπηλή βία της πόλης. Γιατί θεωρώ ότι το "Τελευταίο Φως της Πατησίων" δεν είναι μόνο μια ιστορία. Είναι μια ατμόσφαιρα που μπορεί να κατοικηθεί. Πιστεύω ότι το βιβλίο έχει έντονα θεατρικό και κινηματογραφικό πυρήνα γιατί βασίζεται πολύ στο βλέμμα, στη σιωπή, στην ατμόσφαιρα και στην αίσθηση παρουσίας των χώρων. Η Αθήνα μέσα στο βιβλίο λειτουργεί σχεδόν σαν σκηνικό σώμα. Οι δρόμοι, οι πολυκατοικίες, τα φώτα, οι άδειοι διάδρομοι, οι νυχτερινές διαδρομές,  όλα συμμετέχουν ψυχολογικά στην αφήγηση. Θα με ενδιέφερε πολύ μια μεταφορά που να κρατήσει αυτή τη βραδύτητα και την υπόγεια ένταση. Μια μεταφορά που να μην φοβηθεί τη σιωπή. Γιατί θεωρώ ότι το πραγματικό noir δεν βρίσκεται μόνο στην πληροφορία. Βρίσκεται στην ατμόσφαιρα. Στην αίσθηση ότι κάτι αόρατο κινείται συνεχώς κάτω από τις ζωές των ανθρώπων. Και αυτό είναι κάτι που το θέατρο και ο κινηματογράφος μπορούν να αποδώσουν πολύ δυνατά όταν λειτουργούν ποιητικά και όχι μόνο αφηγηματικά. Θα ήθελα μια πιθανή μεταφορά να κρατήσει αυτή τη σκοτεινή ποιητικότητα της Αθήνας. Να νιώθει κανείς ότι η πόλη δεν είναι σκηνικό, είναι ζωντανός οργανισμός. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το "Τελευταίο Φως της Πατησίων" δεν αφορά μόνο μια αστυνομική υπόθεση. Αφορά τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στην πόλη. Και αυτό είναι κάτι βαθιά θεατρικό και κινηματογραφικό. Θα με συγκινούσε πολύ μια κινηματογραφική ή θεατρική εκδοχή που θα κατάφερνε να αποδώσει αυτή την αίσθηση υπόγειας αστικής θλίψης. Τη νύχτα της Αθήνας όχι σαν ντεκόρ, αλλά σαν ψυχικό τοπίο. Γιατί θεωρώ ότι η μεγαλύτερη δύναμη της ιστορίας δεν βρίσκεται μόνο στην εξέλιξη του μυστηρίου. Βρίσκεται στην ατμόσφαιρα. Στη σιωπή. Στα πρόσωπα που μοιάζουν να κουβαλούν κάτι βαρύ χωρίς ποτέ να το ομολογούν ολοκληρωμένα».

Αυτό που θέλει ο Χρίστος Χαλικιάς να μείνει στον αναγνώστη

Κλείνοντας, ο Χρίστος Χαλικιάς μιλά για την αίσθηση που θα ήθελε να αφήσει το βιβλίο στον αναγνώστη όταν κλείσει την τελευταία σελίδα. «Θα ήθελα να του μείνει μια αίσθηση. Όχι μόνο η λύση ενός μυστηρίου. Η αίσθηση ότι περπάτησε μέσα σε μια Αθήνα που αναπνέει κάτω από τις ρωγμές της. Μια Αθήνα κουρασμένη, σκοτεινή, αλλά ακόμη ανθρώπινη. Θα ήθελα ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι το βιβλίο δεν μιλά μόνο για ένα έγκλημα. Μιλά για τη φθορά που συσσωρεύεται αθόρυβα μέσα στις ζωές των ανθρώπων. Και ίσως, βαθύτερα, να αναρωτηθεί: πόσα πράγματα γύρω μας μοιάζουν φυσιολογικά, ενώ στην πραγματικότητα έχουν ήδη καταρρεύσει εσωτερικά. Αν το "Τελευταίο Φως της Πατησίων" αφήσει έστω και για λίγο αυτή τη σκέψη μέσα στον αναγνώστη, τότε νιώθω πως πέτυχε τον σκοπό του. Γιατί κάποια βιβλία δεν θέλουν απλώς να διαβαστούν. Θέλουν να μείνουν σαν σκιά μέσα σου, και να επιστρέφουν αργά τη νύχτα. Θα ήθελα επίσης να μείνει η αίσθηση ότι η Αθήνα δεν παρουσιάστηκε μόνο ως τόπος, αλλά ως ψυχική κατάσταση. Ότι οι άνθρωποι του βιβλίου δεν είναι «ήρωες» με την κλασική έννοια, αλλά πρόσωπα βαθιά ανθρώπινα, εύθραυστα, τραυματισμένα, συχνά χαμένα μέσα στην ίδια τους τη ζωή. Με ενδιαφέρει πολύ η λογοτεχνία που αφήνει απόηχο. Που συνεχίζει να λειτουργεί μέσα σου και μετά το τέλος της ανάγνωσης. Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό για μένα: να κλείσει κάποιος το βιβλίο, να βγει τη νύχτα στην πόλη, και για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάξει διαφορετικά τα φώτα της Αθήνας. Να αισθανθεί ότι πίσω από κάθε παράθυρο, κάτω από κάθε πολυκατοικία, μέσα σε κάθε διαδρομή της νύχτας, υπάρχει μια ιστορία που δεν ειπώθηκε ποτέ ολοκληρωμένα. Γιατί το "Τελευταίο Φως της Πατησίων" γράφτηκε ακριβώς γι’ αυτές τις αθέατες ιστορίες. Γι’ αυτά που οι πόλεις κρύβουν, μέχρι κάποια στιγμή να αποφασίσουν να τα φωτίσουν. Και αν ο αναγνώστης, έστω για λίγο, αισθανθεί ότι η Αθήνα γύρω του απέκτησε άλλη πυκνότητα, άλλο βάρος, άλλη σιωπή, τότε πιστεύω ότι το βιβλίο έχει πραγματικά ολοκληρωθεί μέσα του. Γιατί για μένα η λογοτεχνία δεν είναι μόνο αφήγηση. Είναι εμπειρία. Είναι η στιγμή όπου ένας άνθρωπος αισθάνεται λιγότερο μόνος μέσα στο σκοτάδι του. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ανθρώπινο φως που μπορεί να αφήσει ένα βιβλίο πίσω του».

Ο Χρίστος Χαλικιάς μιλά στο parapolitika.gr και τον Γιάννη Ξυνόπουλο για την αίσθηση που θα ήθελε να αφήσει το βιβλίο στον αναγνώστη όταν κλείσει την τελευταία σελίδα. «Θα ήθελα να του μείνει μια αίσθηση. Όχι μόνο η λύση ενός μυστηρίου. Η αίσθηση ότι περπάτησε μέσα σε μια Αθήνα που αναπνέει κάτω από τις ρωγμές της. Μια Αθήνα κουρασμένη, σκοτεινή, αλλά ακόμη ανθρώπινη. Θα ήθελα ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι το βιβλίο δεν μιλά μόνο για ένα έγκλημα. Μιλά για τη φθορά που συσσωρεύεται αθόρυβα μέσα στις ζωές των ανθρώπων».


Η παρουσίαση του βιβλίου «Το Τελευταίο Φως της Πατησίων»

Οι Εκδόσεις Πρώτη Ύλη και το 7ο Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha παρουσιάζουν τη νέα αστυνομική νουβέλα του Χρίστου Χαλικιά, «Το Τελευταίο Φως της Πατησίων», την Τετάρτη 20 Μαΐου, στις 19:00, στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα Μερκούρη» του Δήμου Αθηναίων, στο Θησείο.

Για το βιβλίο θα συζητήσουν η Τένια Μακρή, οικογενειακή σύμβουλος, ψυχολόγος και συγγραφέας, ο Νίκος Ορφανός, ηθοποιός και πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης, ο Βαγγέλης Παπαδόπουλος, δημοσιογράφος και συγγραφέας, και ο Κώστας Στοφόρος, δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσουν οι ηθοποιοί Περικλής Λιανός και Δημήτρης Βερύκιος.