Συνέντευξη στη Λητώ Μησιακούλη
Φωτογράφιση: Αγγελος Λίγκας

Δεν έχει άγχος για την πρεμιέρα που πλησιάζει. Ούτε πτοείται από τους κριτικούς θεάτρου που, ίσως, αυτή τη φορά να καραδοκούν στην πλατεία, με ελαφρώς πιο αυστηρή ματιά. Άλλωστε, όπως είπε και ο ίδιος μιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», ο ηθοποιός από μια ηλικία κι έπειτα δεν προσπαθεί να αποδείξει κάτι, απλώς υπάρχει απάνω στη σκηνή, με τον τρόπο που ξέρει και μπορεί.
Στις 15 Φεβρουαρίου ο Γιώργος Κιμούλης θα κριθεί για πρώτη φορά στο ενεργητικό του, στην ιστορική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, υποδυόμενος τον σκοτεινό χαρακτήρα του αμόρφωτου λιμενεργάτη Εντι Καρμπόνε σε ένα από τα πιο συμβολικά έργα του Αρθουρ Μίλερ, το «Ψηλά απ’ τη Γέφυρα». Το έργο ξετυλίγει καίρια ζητήματα: από τις ταξικές κοινωνικές διαφορές και τη θέση του μετανάστη, προκαλεί τον θεατή να κρίνει διαρκώς τον ρόλο θηλυκού-αρσενικού, ώστε νατον ρίξει στα πιο βαθιά με την αλλοτρίωση του ανθρώπου. Ενα έργο που για πρώτη φορά θα παιχθεί στο Εθνικό Θέατρο.

- Τιμητικό για έναν ηθοποιό να παίζει στο Εθνικό, όπως και το αντίστροφο στην περίπτωση ενός ηθοποιού με βαρύ βιογραφικό, όπως το δικό σας. Θα δεχόσασταν να παίξετε σε οποιοδήποτε έργο σας πρότεινε το Ε.Θ.;
Oχι. Το έργο το επιλέξαμε μαζί με τον Στάθη Λιβαθινό. Το ότι παίζω για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο το οφείλω σ’ εκείνον και τον ευχαριστώ γι’ αυτό. Το «Ψηλά από τη γέφυρα» του Μίλερ είναι απ’ τα σημαντικότερα του παγκοσμίου ρεπερτορίου, ο δε ρόλος του Eντι Καρμπόνε, που ερμηνεύω, ξυπνάει στη μνήμη μας το πρόσωπο του Νίκου Κούρκουλου*. Hταν μια από τις πολύ μεγάλες επιτυχίες του και η σχέση του Νίκου με το Νέο Εθνικό Θέατρο είναι γνωστή σε όλους. Oλα αυτά συνετέλεσαν στο να είμαι εδώ. Επίσης, δεν ήθελα να έρθω στο Εθνικό για να παίξω κάποιο έργο το οποίο δεν θα μπορούσα να παίξω και εκτός Ε.Θ.

- Δηλαδή;
Πολλές φορές στο Ε.Θ. έρχεται κάποιος γα να παίξει κάποια έργα που αποφεύγει να παίξει εκτός δημόσιου οργανισμού, φοβούμενος ίσως κάποια εμπορική αποτυχία. Εγώ δεν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο. Προτίμησα να κάνω ένα έργο που δεν θα φοβόμουν να παίξω και στο ελεύθερο θέατρο. Οι εμπορικές αποτυχίες, ξέρετε, δεν αποδεικνύουν οπωσδήποτε και καλλιτεχνική αξία σ’ ένα έργο. Ούτε το αμαυρώνει η περίπτωση επιτυχίας του.

- Τελικά, φταίει το ταξικό σύστημα της Αμερικής του ’50 που οδηγεί τον Εντι Καρμπόνε στον αλλοτριωμένο, ανήθικο χαρακτήρα του και τα ψυχολογικά του αδιέξοδα;
Βεβαίως. Ο Εντι Καρμπόνε ανήκει στη λαϊκή τάξη, δεν είναι ιδιαίτερα μορφωμένος και λειτουργεί κατ’ αρχάς ενστικτωδώς. Δεν θεωρεί, λοιπόν, πως κάνει κάτι ανήθικο, αντιθέτως από την αρχή μέχρι το τέλος πιστεύει ότι κάνει το σωστό. Ο βαθμός της αλλοτρίωσής του εδράζεται στο ότι θέλει να αλλάξει τάξη. Δεν τον ενδιαφέρει η αλλαγή του κοινωνικού συστήματος. Το έχει αποδεχτεί και ο αγώνας του έχει σχέση μόνο με την προσωπική προσαρμογή του σ’ αυτό. Οταν καταλαβαίνει ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον να πραγματωθεί, κάνει προβολή στην ανιψιά του (σ.σ.: η Κάθριν είναι η κόρη της αδελφής της γυναίκας του Εντι που έχει πεθάνει) και αγωνίζεται στο να αλλάξει εκείνη κοινωνική τάξη.

- Μπορεί ο άνθρωπος να αλλάξει κοινωνική τάξη;
Οχι. Οι κοινωνικές τάξεις ή καταργούνται εν συνόλω, αλλάζοντας το κοινωνικό σύστημα, ή παραμένουν ως έχουν. Μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

- Και το ότι ο Καρμπόνε χειραγωγεί όλα τα πρόσωπα ψυχολογικά (σύζυγο, ανιψιά, συγγενείς, δικηγόρο κ.ο.κ.) γίνεται και αυτό ασυνείδητα;
Δεν νομίζω πως χειραγωγεί συνειδητά. Ο ίδιος πιστεύει πως ακολουθεί τη φυσική ιεραρχία της κοινωνίας των ανθρώπων. Είναι αρσενικό παλαιάς κοπής. Το περιορισμένο εύρος της μόρφωσής του δεν του επιτρέπει να σκεφτεί ότι το θηλυκό απέναντί του λειτουργεί σε μια ισότιμη βάση. Είναι ο άρχων του σπιτιού. Και το θεωρεί τόσο φυσικό όσο και τη βροχή! Η συμπεριφορά του είναι φαλλοφασιστική και γελοία πατριαρχική, αλλά αυτός τη θεωρεί φυσιολογική.

- Είναι ανόητος ο Καρμπόνε;
Επικίνδυνα ανόητος. (Χαμογελάει και μεταφέρει την κουβέντα σε ένα θέσφατο στο διεθνές θέατρο, εξαιρετικά ενδιαφέρον). Οταν οι συγγραφείς ονοματοδοτούν τα πρόσωπα ενός έργου τους, δεν το κάνουν τυχαία. Κρύβουν πάντα στοιχεία του χαρακτήρα τους μέσα στα ονόματά τους. Το «Εντι» βγαίνει από το Εδουάρδος ή Εδμόνδος, που σημαίνει προστάτης και φύλαξ. Ομως, όλοι τον φωνάζουν με το υποκοριστικό του: Εντι. Είναι μικρός, λοιπόν. Τόσος δα. (Ορθώνει το χέρι του, αφήνοντας μια χαραμάδα με τον αντίχειρα και τον δείκτη, δίνοντας έμφαση στη μικρότητα του χαρακτήρα του). Δεν μπορεί ούτε προστάτης να είναι ούτε φύλακας. Το Καρμπόνε στα ιταλικά σημαίνει κάρβουνο: κάτι σκοτεινό και μαύρο. Στην αμερικανική αργκό χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τον τζόρα, τον τσαντίλα τον θυμωμένο. Σαν να έχει εκ γενετής έναν θυμό. Μια ήττα που δεν μπορεί να διαχειριστεί και γι’ αυτό θυμώνει.

- Η σύζυγος καταλαβαίνει τι συμβαίνει;
Από την αρχή. Η Μπέατρις θεωρώ πως διαφέρει από όλες τις άλλες ηρωίδες του Μίλερ. Διαφέρει από τη Λίντα Λόμαν στον «Θάνατο του εμποράκου». Δεν ανήκει στην κατηγορία των ηττημένων γυναικών που παραμένουν στον χώρο της ήττας τους. Η Μπέατρις θέλει να καθοδηγεί. Κάτι που επίσης υπάρχει στην ετυμολογία του ονόματός της. Η σιωπή της δεν είναι ήττα. Είναι επιλογή. Καθοδηγεί οπισθοχωρώντας ανάλογα με τη στιγμή. Είναι μια άλλου είδους αντίσταση του θηλυκού όντος μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο σύστημα.

«H ΔΙΑΦΟΡΑ ΗΛΙΚΙΑΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟ ΘΗΛΥΚΟ»

- Η ερωτική επιθυμία με διαφορά ηλικίας είναι ένα άλλο θέμα που ξετυλίγεται μέσα από το έργο. Γιατί αυτό το θέμα ιντριγκάρει στην τέχνη;
Εχει άμεση σχέση με το ότι η κοινωνία μας είναι γένους αρσενικού. Είναι γνωστό πως το αρσενικό μπορεί να συνάψει σχέση με μικρότερης ηλικίας γυναίκα. Οταν, όμως, αυτό γίνεται αντίστροφα, εισπράττει βλέμμα κριτικής. Αυτό δεν επηρεάζει μόνο ένα κοινωνικό περίγυρο, αλλά και την επιθυμία του καθενός μας. Οταν, λοιπόν, επιτρέπεται στο αρσενικό να κινηθεί και σε μικρότερες ηλικίες, αυτό καθορίζει και την επιθυμία του. Διότι η κοινωνία επιβραβεύει διαρκώς το αρσενικό. Είναι συγκοινωνούντα τα δοχεία, το κοινωνικό βλέμμα και η επιθυμία! Και επειδή, λοιπόν, η συγγραφή βρίσκεται και εκείνη σε ένα αρσενικό κοινωνικά τοπίο, συναντάμε πολλά έργα που έχουν θέμα την ερωτική επιθυμία με διαφορά ηλικίας. Κι επίσης ας μην ξεχνάμε: οι περισσότεροι συγγραφείς είναι άντρες.

- Εσείς ειδικά έχετε ερμηνεύσει τέτοιους ρόλους στο θέατρο, αναδύοντας πλούσια σκηνική γοητεία. Τρανά παραδείγματα πέραν του «Ψηλά από τη Γέφυρα» αποτελούν το «Μαυροπούλι», οι «Επικίνδυνες Σχέσεις», το «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα», η «Συνέντευξη», το «Σόλνες». Σας ιντριγκάρει ως σκηνοθέτη και ηθοποιό το θέμα;
Τον μύθο του Πυγμαλίωνα, αυτόν τον ακραία φαλλοφασιστικό μύθο, δεν τον συναντάμε σε θηλυκή βερσιόν. Με ιντριγκάρει, λοιπόν, για να μπορώ να δείξω τις γκρίζες ζώνες αυτών των ανδρών, ούτως ώστε να ξυπνήσω, όσο μου επιτρέπεται, μέσω του έργου και έναν άλλο τρόπο σκέψης.

- Ως προς ποια κατεύθυνση;
Στο να υπονομεύσω αυτήν την «αντρική κυριαρχία». Οχι όμως κραυγαλέα. Προσπαθώ την ίδια στιγμή που γοητεύει ένας χαρακτήρας να δημιουργεί και ερωτηματικά. Δεν ξέρω αν το κατορθώνω, αλλά αυτός είναι ο στόχος μου.

- Είναι μηδαμινής σημασίας το αν η διαφορά ηλικίας αποτελεί την ύστατη πρόκληση για να πλησιάσει κανείς την εκπλήρωση του ανικανοποίητου;
Εγώ αναφερόμουν για το αρσενικό μεγάλης ηλικίας και όχι για το θηλυκό μικρότερης ηλικίας.

- Το θηλυκό μικρότερης ηλικίας δίνει την παραπάνω ερμηνεία;
Το θηλυκό κατ’ αρχάς και κατ’ αρχήν έχει ανάγκη να βρει τον πατέρα.

- Δεν είναι μια ανταλλαγή, που μπορεί να είναι ισότιμα επωφελής;
Καθόλου. Η έλλειψη στον χώρο της επιθυμίας μιας γυναίκας είναι η έλλειψη του πατέρα. Η μη ολοκλήρωση αυτής της σχέσης. Αρα πολύ πιο εύκολα κάνει προβολή σε έναν μεγαλύτερης ηλικία άνδρα από ό,τι σε έναν συνομήλικο ή μικρότερο. Με αυτή την έννοια έρχεται το αρσενικό, το οποίο όμως, ούτως ή άλλως, δεν φέρεται ισότιμα, μιας κι ο κοινωνικός χώρος τον τοποθετεί σε ένα υψηλότερο σκαλοπάτι, οπότε δημιουργείται αυτή η πατερναλιστικού χαρακτήρα σχέση που οδηγεί, ως επί το πλείστον, σε μια καταστροφή. Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις που καταστρέφεται το αρσενικό, όπως στην ιστορία της ναμποκοφικής Λολίτας. Τις περισσότερες φορές καταστρέφεται το θηλυκό.

- Υπάρχει το περίφημο διπλό φιλί στο έργο. Ο Εντι φιλάει την Κάθριν και μετά τον Ροδόλφο.
Ναι. Πιστεύω πως υπάρχει όντως μέσα στο έργο η νύξη μιας ομοφυλοφιλικής επιθυμίας. Θεωρώ πως ο Μίλερ τη χρησιμοποιεί ειρωνικά, ώστε να υπονομεύσει αυτήν τη σιγουριά της αντρικής κυριαρχίας που εκπροσωπεί ο Εντι Καρμπόνε. Η επιθυμία είναι ο Αλλος. Και όσο πιο διαφορετικός είναι ο άλλος, τόσο η επιθυμία αυξάνεται. Νεότερος, άλλης κουλτούρας και αδιάφορος ως προς τα παλαιά ανδρικά πρότυπα. Ο Ροντόλφο εκπροσωπεί αυτό το διαφορετικό. Και ο Καρμπόνε αυτό το διαφορετικό το επιθυμεί, κι ας μην αντέχει να το παραδεχτεί. Μια πιο ποιητικά εκφρασμένη ομοφυλοφιλική επιθυμία νομίζω πως κρύβεται και στη σχέση μεταξύ του αφηγητή της ιστορίας, Αλφιέρι, και του Εντι Καρμπόνε. Υπάρχει κάτι το ανεκπλήρωτο σ’ αυτή τη σχέση. Πολύ διακριτικά και πολύ τρυφερά διατυπωμένο απ’ τον Μίλερ. Αυτό που δεν μπορώ να έχω, το σκοτώνω, λέει ο Εντι Καρμπόνε, ενώ ο Αλφιέρι λέει: «Αυτό που δεν μπορώ να έχω το κάνω αφήγημα. Εργο τέχνης».

- Φημολογείται πως έμπνευση στο έργο ήταν ένα αληθινό περιστατικό με την Μέριλιν Μονρόε*.
Μη νομίζετε πως ένας συγγραφέας αυτοβιογραφείται τόσο εύκολα. Αλλά, μιας και αναφέρατε τη Μονρόε, στον μύθο του Πυγμαλίωνα που λέγαμε πριν, και η δική τους σχέση ήταν σε φαντασιακό επίπεδο και αυτή. Ενας γοητευτικός συγγραφέας διανοούμενος τι σχέση μπορεί να έχει με ένα σύμβολο του σεξ; Ισως ο ίδιος να σκεφτόταν: «Θα μεταμορφώσω αυτό το σύμβολο και σε κάτι άλλο». Ισως επίσης και να ήθελε να αποδείξει πως, παρά τη συνηθισμένη εικόνα, ένας διανοούμενος μπορεί να είναι ταυτόχρονα αντικείμενο ερωτικού πόθου. Αλλά και το σύμβολο του σεξ, με τη σειρά του, ίσως είπε: «Θα γίνω κάτι άλλο μαζί του». Ποιος ξέρει; Δική τους δουλειά ήταν. Εμάς το έργο του Μίλερ μας ενδιαφέρει.

- Μιας και λέγαμε για το ανικανοποίητο, εσείς επί σκηνής ή εκτός σκηνής αισθάνεστε πιο κοντά στην εκπλήρωσή του;
Το παιχνίδι στο θέατρο δεν κινείται στην εκπλήρωση του ανικανοποίητου. Αλλά στην αποδοχή του ατελέσφορου. Να αποδεχθείς, δηλαδή, το ατελέσφορο των πράξεων σου. Η υποκριτική, εκτός απ’ όλα τ’ άλλα, είναι μια διαρκής υπόσχεση προς τον εαυτό σου και προς τους άλλους. Ανεβαίνω κάθε μέρα στη σκηνή γιατί κάτι δεν έχει ολοκληρωθεί την προηγούμενη. Και ανεβαίνω την επόμενη υποσχόμενος πως θα το ολοκληρώσω, αν και γνωρίζω εκ των προτέρων πως πάλι δεν θα το ολοκληρωθεί. Αυτό σε συμφιλιώνει και με το ατελέσφορο της ζωής. Αφού η ζωή ουσιαστικά ολοκληρώνεται όταν τελειώνει.

- Ισως η σκηνή να είναι και ένα ασφαλές πεδίο. Διότι εκεί πάνω ο ηθοποιός ξεγυμνώνει την ψυχή του. Το πόση δόση αλήθειας έχει, όμως, αυτό εμείς από κάτω δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Κι όμως, το ξέρετε. Το βλέπετε ή, έστω, το νιώθετε.

- Μα, δεν μπορεί να το διακρίνει αυτό ο θεατής...
Κι όμως. Εκεί κρύβεται η φράση «μ’ αρέσει, δεν μ’ αρέσει». Μπορεί ο θεατής να μην το διακρίνει πάντα μέσω μιας συνειδητής ανάλυσης -η τέχνη, άλλωστε, δεν μιλάει μόνο στο συνειδητό-, νιώθει όμως αμέσως αν κάτι είναι αληθινό ή όχι.

- Αλήθεια και ψέμα στην τέχνη... μια τεράστια παγίδα. Αληθινή η ερμηνεία, δηλαδή όχι τυποποιημένη, ή αυτός που έχουμε απέναντι μας ως Εντι Καρμπόνε είναι ο αληθινός Γιώργος Κιμούλης, αλλά... μέσα από μια μάσκα; Ακούγεται παράλογο...
Είναι ο Γιώργος Κιμούλης μέσα από τις μάσκες συμπεριφοράς που έχει δει πως υπάρχουν στο πρόσωπο που ερμηνεύει.

- Για τον οποίο η σκηνική γοητεία είναι περισσότερο δεδομένη σε σχέση με τη ζωή;
Σκηνή και ζωή εδώ και χρόνια είναι ένα. Αλλωστε, και η ίδια μας η ζωή έχει αποκτήσει κάτι το θεαματικό. Πολύ δύσκολα θα βρεθεί κάποιος σήμερα πολύ γοητευτικός στη σκηνή, αλλά αδιάφορος κάτω απ’ αυτήν ή το ανάποδο.

- Νιώθετε πιο ασφαλής επί σκηνής; Ενδεχομένως να σας αρέσει ο εαυτός σας περισσότερο μέσα από τους ρόλους που κατακτάτε κάθε φορά;
Το να κυνηγά κάνεις την ασφάλεια είναι ανόητο. Δε ζεις έτσι. Ανασφαλής εκ των πραγμάτων είναι η ζωή μας. Ας συμφιλιωθούμε μ’ αυτό. Τη σκηνή από τη ζωή μπορεί ο ηθοποιός να την προτιμά μόνο σε σχέση με την αλήθεια. Και όχι σε ένα επίπεδο αληθινού ή ψευδούς γεγονότος, αλλά σε σχέση με την αρχαιοελληνική έννοια: αλήθεια είναι αυτό που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Αυτή η διαδικασία μόνο στην τέχνη υπάρχει. Στη ζωή την ξεχνάς. Ετσι έρχεται η τέχνη να σου υπενθυμίσει αυτά που ξεχνάς στη ζωή. Η τέχνη δεν είναι ούτε καθοδηγητική ούτε ανακουφιστική. Υπομνηστική είναι.


«ΕΙΜΑΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ»

- Δεύτερο βασικό θέμα του «Ψηλά από τη Γέφυρα» είναι ο μετανάστης. Ο Μίλερ και η Αμερική του ’50 πώς συνδέονται με την Ελλάδα και την Ευρώπη του ’18;
Από το πώς ένας μετανάστης στην ουσία αλλοτριώνεται απ’ τους αυτόχθονες. Ο αυτόχθων έχει την ευκαιρία να μάθει από τον μετανάστη το πόσο αναίτια είναι η αποκλειστική κατοχή ενός τόπου, γιατί ο μετανάστης έρχεται αποφασισμένος. Δεν θα έχει δικό του τόπο πια. Εχει αποβάλλει την ανάγκη της κτητικής αντωνυμίας. Αντί, λοιπόν, ο αυτόχθων να του επιτρέψει να ενταχθεί κοινωνικά, τον περιορίζει. Τον τοποθετεί σ’ ένα γκέτο. Αυτό ξυπνά πάλι στον μετανάστη την επιθυμία της κτητικότητας. Χάνει την ευκαιρία της ισότιμης συνύπαρξης όλων των ανθρώπων πάνω σ’ αυτή τη γη. Χάνει την ευκαιρία αυτής της ανοιχτότητας. Η δημιουργία της λέξης «ξένος» δεν απομακρύνει τους ανθρώπους, τους υπενθυμίζει πως στην ουσία κανείς δεν είναι ξένος με κάτι. Η λέξη «ξένος» βγαίνει από το κοινός. Κοινή είναι η γη για όλους. Μπορεί να σέβομαι απεριόριστα το συναίσθημα της εντοπιότητας -διότι έχει σχέση με την ύπαρξη του καθενός, με το από πού ξεκίνησε ο καθένας μας-, αλλά άλλο είναι το «είμαι συναισθηματικά δεμένος με το χωριό μου» και άλλο το «το χωριό αυτό ανήκει αποκλειστικά μόνο σε έμενα».

- Επομένως, είστε κατά της επιλεκτικής μετανάστευσης.
Είμαι υπέρ της ελεύθερης μετανάστευσης. Ολοι μετανάστες είμαστε, άλλωστε. Ενα διαρκές πέρασμα είναι η ζωή μας. Από τη μια λέξη στην άλλη, από τη μια σκέψη στην άλλη, από το ένα συναίσθημα στο άλλο, από τον έναν τόπο στον άλλον, από τον έναν άνθρωπο στον άλλον. Από ένα σκοτάδι περνάμε σε ένα άλλο σκοτάδι. Από την ανυπαρξία στην ύπαρξη και μετά πάλι στην ανυπαρξία. Το φως αυτού του περάσματος είναι η ζωή μας.

- Ανοιχτά τα σύνορα;
Ολα! Ενα ιστορικό zoom out να κάνουμε, θα δούμε πως όλοι οι λαοί και όλα τα έθνη είναι δημιουργήματα μεταναστεύσεων. Μύθος είναι οι σπαρτοί, όχι πραγματικότητα.

- Ομορφο αυτό που λέτε και ιδεώδες. Απέχει πολύ από το πως είναι σήμερα η ζωή μας, όμως, στην πράξη...
Ναι, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε zoom out πια... Κανουμε zoom in μόνο σε μια οθόνη! Δουλεύει το μόνιτορ για τη δική μας φαντασία και αναγνώριση των πραγμάτων! Ο τίτλος του έργου (σ.σ.: «A View from the bridge»), πέρα από τη γέφυρα, που συμβολίζει αυτό το πέρασμα, εμπεριέχει και τη φράση «a view». Μία οπτική. Πολύ φοβάμαι πως την εποχή μας έχει άμεση σχέση και με αυτή την ψηφιακή σμίκρυνση.

- Στη γέφυρα τέχνη - πολιτική πού είστε; Πού αισθάνεστε μετανάστης;
Η τέχνη και η πολιτική δεν είναι διαφορετικοί τόποι.

- Μήπως το βιώσατε στο «Νιάρχος»; Είχατε πει αναφορικά με την παραίτησή σας «σε ένα γραφείο κινδυνεύει να γεράσει κανείς, προτιμώ να είμαι στη σκηνή»*.
Οχι. Δεν ανήκω κάπου, ούτε μου ανήκει κάτι. Ο μετανάστης άνθρωπος έχει διευρύνει την έννοια της εμμένειας. Μπορεί και μένει παντού. Ασχέτως αν την επόμενη μέρα αυτό το παντού γίνει ένας άλλος τόπος και την επόμενη ένας άλλος κ.ο.κ. Ο μοναδικός τόπος που δεν αλλάζει είναι ο αξιακός μας κώδικας.

- Τότε μπορεί να συμπεράνει κανείς πως κάποιες φορές λειτουργείτε με αυθορμητισμό και ρομαντισμό. Είναι έτσι;
(Κάνει μια μικρή παύση, σκέπτεται). Λειτουργώ με αυτόν τον δύσκολο μαρκουζιανό γάμο αυθορμησίας και πειθαρχίας, αυτός είναι ο καθημερινός μου αγώνας. Πώς θα μπορέσω να είμαι την ίδια στιγμή εν αυθορμησία και εν πειθαρχία.

- Τα καταφέρνετε;
Οχι πάντα.


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΚΠΙΣΝ & ΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ

- Ηταν μια τέτοια περίπτωση η υπόθεση της παραίτησής σας από το ΚΠΙΣΝ και η παύση στήριξης στον ΣΥΡΙΖΑ; Είχατε πιστέψει και στα δύο. Δεν ξέρατε, λοιπόν;
Η φράση «καλά, δεν το ’ξερες από πριν;» ακούγεται από στόματα που απ’ την αρχή ήταν ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπαίνω, λοιπόν, σε αυτήν τη λογική. Οχι, δεν το ’ξερα απ’ την αρχή κι ούτε ήθελα να το ξέρω. Η ελπίδα είναι ανάγκη. Δεν χρειάζεται εκλογίκευση.

- Λειτουργήσατε, όμως, συνειδητά; Και όχι αυθόρμητα, ρομαντικά και με ομαδικό πνεύμα να σπεύσετε να βοηθήσετε;
Και συνειδητά! Δε γινόταν να παίζω στο θέατρο και έξω απ’ αυτό να βλέπω έναν άστεγο και μετά να πηγαίνω σπίτι μου ξεχνώντας την εικόνα. Επρεπε να κάνω κάτι. Οφειλα να κάνω και κάτι περισσότερο από το να παίζω στη σκηνή. Να σταματήσω αυτή την ανοησία που κυριαρχούσε στον χώρο μας «εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική, ό,τι έχω να πω το λέω μέσα από το έργο μου»;

- Και πώς το κάνατε;
Με έμπρακτο τρόπο. Δεν εννοώ να κατέβει κανείς στις εκλογές. Αλλά με το να εκθέσεις δημόσια τη γνώμη σου.

- Μιλάμε για ποια περίοδο ακριβώς;
Για το 2011-2012. Τότε είχε μόλις αρχίσει να ανατέλλει ο ΣΥΡΙΖΑ και να αμφισβητείται ο μονόδρομος μιας ιστορίας που δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει.

- Σχετικά με το ΚΠΙΣΝ, ποιο ήταν το δικό σας όραμα;
Δεν θεωρώ ότι ενδιαφέρει το όραμά μου για έναν χώρο από τον οποίο έχω αποχωρήσει. Αυτό που έχω να πω είναι το εξής: Δεν δέχθηκα και δεν μπήκα σε μία θέση η οποία ανήκε στο Δημόσιο. Τελεία. Το «Νιάρχειο» ανήκε στον ιδιωτικό φορέα και συνεχίζει να ανήκει.

- Δεν το γνωρίζατε ότι ανήκε στον ιδιωτικό φορέα;
Βεβαίως. Ήξερα πως μόνον τυπικά είχε γίνει η παράδοση-παραλαβή. Αυτό που ήθελα ήταν να βοηθήσω να περάσει στην Πολιτεία και ουσιαστικά. Κανείς, όμως, δεν είχε τη διάθεση για να γίνει κάτι τέτοιο.

- Κάνατε συγκεκριμένη πρόταση και απορρίφθηκε;
Άπειρες, αλλά απορρίφθηκαν.

- Θεωρείτε ότι ο ρόλος του προέδρου ήταν διακοσμητικός;
Η ίδια η πραγματικότητα το αποδεικνύει. Ένας ολόκληρος χρόνος πέρασε και δεν έχει βρεθεί πρόεδρος. Είτε δεν χρειαζόταν είτε δεν έχει δεχτεί κανείς. Πάντως, ο ρόλος του προέδρου στον συγκεκριμένο οργανισμό δεν ήταν και δεν έπρεπε να είναι διακοσμητικός.

- Υπάρχουν θέσεις στον πολιτισμό που οι πρόεδροι είναι διακοσμητικοί;
Για τους χώρους που γνωρίζω, όχι. Ούτε στο Εθνικό Θέατρο, ούτε στο ΚΘΒΕ και τα ΔΗΠΕΘΕ. Αν είναι διακοσμητικός ο ρόλος του προέδρου, είναι και του διοικητικού συμβουλίου. Κι αυτό δεν κινείται στα πλαίσια δημοκρατικών διαδικασιών.

- Η αλλαγή στάσης σας απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ συνδέθηκε έντονα με την παραίτησή σας στο ΚΠΙΣΝ.
Δεν έγινε, όμως, έτσι. Ανάποδα έγινε. Προηγήθηκε η απόστασή μου από τον ΣΥΡΙΖΑ - είχε διατυπωθεί, άλλωστε, και δημόσια εκ μέρους μου. Μετά έγινε η πρόταση να αναλάβω το «Νιάρχειο».

- Ναι, αλλά θα μπορούσατε να είχατε δει ότι η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο και έτσι να προστατεύσατε το όνομά σας, από το να στιγματιστείτε με μια τέχνη που υπηρετεί κομματικά συμφέροντα. Παράλογο δεν θα ήταν.
Δεν ξέρω τι είναι παράλογο και τι δεν είναι πλέον. Ας λένε ό,τι θέλουν. Δεν κάνει, όμως, να ξεχνάνε πως είναι στα υπέρ μου η άρνηση στις προτάσεις κάποιων θέσεων. Κι αυτό είναι γνωστό.

- Ποιες θέσεις;
Αρκεί αυτό. Είναι κακόγουστο να μιλάς παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει για προτάσεις που έχεις αρνηθεί.

- Καθαρά προσωπική άποψη αυτό. Πολιτικά, τελικά τι στηρίζετε;
Δεν ανήκω σε κάποιο κόμμα. Πάντως, δεν στηρίζω τον ΣΥΡΙΖΑ πια.

- Παραμένετε στην Αριστερά, δεν στηρίζετε ΣΥΡΙΖΑ, άρα ποιο κόμμα;
(Ενοχλείται ελαφρώς, χαμογελά ωστόσο). Υπάρχουν τόσα πρόσωπα που κινούνται στον ανένταχτο χώρο της Αριστεράς. Πρέπει οπωσδήποτε να στηρίζω μια παράταξη;

- Οταν γίνουν εκλογές, τι θα ψηφίσετε;
Θα μιλήσουμε όταν θα γίνουν. Ποιον απασχολεί, άλλωστε, τώρα τι θα ψηφίσω εγώ;

- Είστε ένα πρόσωπο που απασχολεί τα media τόσο για την τέχνη όσο και για την πολιτική...
Αλλο να απασχολείς τα media και άλλο να νομίζεις πως είσαι σημαντικός opinion maker.

- Θα σκεφτόσασταν σοβαρά μια πρόταση υπό την οποία θα μπορούσατε να προσφέρετε στον πολιτισμό, είτε αυτό αφορά το ΥΠΠΟ είτε ένα σωματείο θεάτρου;
Μόνον αν οι κυβερνώντες θα ενδιαφέρονταν για τον πολιτισμό.

- Αυτό τι σημαίνει; Οτι υπάρχει αδιαφορία, έλλειψη οικονομικών πόρων;
Λείπει το εγγράμματο των κυβερνώντων.

- Οποιασδήποτε κυβέρνησης;
Ναι. Με ελάχιστες εξαιρέσεις.

- Οπως;
Η τοποθέτηση του Θάνου Μικρούτσικου στο ΥΠ.ΠΟ. Θεωρώ πως η περίοδος που ήταν υπουργός Πολιτισμού ήταν η πιο σημαντική περίοδος του ΥΠ.ΠΟ. στην ιστορία που εγώ τουλάχιστον θυμάμαι.

- Εσείς στο συρτάρι έχετε ιδέες να καταθέσετε σχετικά;
Ναι, και τις έχω καταθέσει πολλές φορές στους υπεύθυνους. Πού κατέληξαν; (Γελάει με πικρία). Στον κάλαθο των αχρήστων μάλλον. Η έννοια της πολιτιστικής πολιτικής και διαχείρισης δεν είναι κοινές νοήματος, κρύβει μια ολόκληρη επιστήμη, άλλο που οι περισσότεροι την αντιμετωπίζουν σχεδόν ανεκδοτολογικά.

To Εθνικό Θέατρο θα παρουσιάσει για πρώτη φορά στην ιστορία του, ένα από τα εμβληματικότερα θεατρικά κείμενα του εικοστού αιώνα, το έργο του Άρθουρ Μίλερ. Η παράσταση «Ψηλά από τη γέφυρα» θα παρουσιάζεται από τις 15 Φεβρουαρίου, στην Κεντρική Σκηνή, με τον Γιώργο Κιμούλη, μέσα από τη διεισδυτική ματιά της Νικαίτης Κοντούρη. Oι δυο τους συνυπογράφουν και τη μετάφραση του έργου. Ο Αμερικανός συγγραφέας, με αφορμή ένα πραγματικό γεγονός, στήνει ένα σχεδόν αστυνομικής ροής δράμα, άμεσα επηρεασμένο ως προς τη δομή του από την αρχαία ελληνική τραγωδία. Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά ως μονόπρακτο στο Θέατρο Coronet του Μπρόντγουέι τον Σεπτέμβριο του 1955. Ο Μίλερ το ξαναδούλεψε δίνοντάς του δίπρακτη μορφή για τον Πίτερ Μπρουκ που ανέβασε το έργο στο Γουέστ Εντ στο Λονδίνο (1956).

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Αμερική, Μπρούκλιν, δεκαετία του ’50. Ενας Ιταλός μετανάστης, ο Έντι Καρμπόνε εργάζεται σκληρά στο λιμάνι για να συντηρήσει τη σύζυγό του Μπέατρις και την ανιψιά της Κάθριν, την οποία μεγαλώνουν σαν δικό τους παιδί. Η άφιξη Ιταλών συγγενών της Μπέατρις, που μπήκαν παράνομα στη χώρα αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον και φιλοξενούνται στο σπίτι τους ανατρέπει την ισορροπία της οικογένειας. Η Κάθριν ερωτεύεται τον Ροντόλφο, τον νεαρό ξάδελφο της Μπέατρις, ξυπνώντας στη ψυχή του Έντι μια καταστροφική ζήλια, που τον ωθεί σε ακραίες συμπεριφορές.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ


Μετάφραση: Γιώργος Κιμούλης - Νικαίτη Κοντούρη
Σκηνοθεσία-διασκευή: Νικαίτη Κοντούρη
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Μουσική: Σοφία Καμαγιάννη
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Επιμέλεια κίνησης: Αγνή Παπαδέλη-Ρωσσέτου
Βίντεο: Γιώργος Ζώης
Βοηθός Σκηνογράφος: Τότα Πρίτσα
Βοηθός σκηνοθέτη: Θάλεια Γρίβα

Διανομή:

Γιώργος Κιμούλης: Έντι Καρμπόνε
Μαρία Κεχαγιόγλου: Μπέατρις
Νίκος Χατζόπουλος: Αλφιέρι
Ηλιάνα Μαυρομάτη: Κάθριν
Στάθης Παναγιωτίδης: Μάρκο
Αλέξανδρος Μαυρόπουλος: Ροντόλφο
Κώστας Φαλελάκης: Μάικ
Πάρις Θωμόπουλος: Λούις
Τάσος Πυργιέρης: Τόνυ Μπερέλι
Νικόλας Χανακούλας: Αστυνόμος Α'
Ίλια Αλγκάερ: Αστυνόμος Β'
Κώστας Κοράκης: κ. Λιπάρι
Θάλεια Γρίβα: κα Λιπάρι
Γιώργος Ματζιάρης: Παράνομος Α'
Αναστάσης Συμεών Λαουλάκος: Παράνομος Β'
Μουσικός Επί Σκηνής: Χρήστος Καλκάνης
Φωτογράφος παράστασης: Μαριλένα Σταφυλίδου

Σε όλες τις παραστάσεις της Κεντρικής Σκηνής κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή υπάρχουν αγγλικοί υπέρτιτλοι.


*Ο Νίκος Κούρκουλος είχε ανεβάσει το «Ψηλά από τη Γέφυρα» με μεγάλη επιτυχία στο Θέατρο ΚΑΠΠΑ την περίοδο 1985-1986.
* Το 1955 ανεβαίνει στη Νέα Υόρκη το «Ψηλά από τη Γέφυρα». Το 1956 ο Μίλερ παίρνει διαζύγιο από την Μάιρη Σλαττερυ για να παντρευτεί την Μέριλιν Μονρόε.
*Από τη συνέντευξη του Γιώργου Κιμούλη στο thetoc.gr