Ο Αγγελος Δεληβορριάς, κηδεύτηκε το μεσημέρι της 27ης Απριλίου 2018 στο Α’ Νεκροταφείο με δημόσια δαπάνη. Εφυγε από τη ζωή την Τρίτη 24 Απριλίου 2018. Η δράση και η ριζική αναβάθμιση που είχε κάνει στο Μουσείο Μπενάκη από τη θέση του διευθυντή (2013-2016) είναι γνωστή και αναγνωρισμένη.

Αυτό όμως που δεν γνωρίζει το κοινό είναι η διαρκής προσπάθειά του να σώσει το μουσείο, όταν εκείνο κινδύνευε ακόμη και με λουκέτο, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

Πίσω στο 2013...

Είναι η χρονιά που βρίσκει το Μουσείο Μπενάκη σε χείριστη οικονομική κατάσταση. Έχουν προηγηθεί τεράστιες περικοπές και απολύσεις προσωπικού. Το κλίμα στο μουσείο είναι βαρύ και η ψυχολογία, τόσο των εργαζομένων όσο και της διοίκησης, είναι πεσμένη. Τα κενά στο μουσείο είναι μεγάλα, ακόμη και σε ζητήματα της ασφάλειας του κτηρίου. Οι φύλακες δεν είναι αρκετοί. Το να υπάρχει ένας υπεύθυνος για κάθε αίθουσα μοιάζει μακρινή πολυτέλεια.  

Πόρτα επικοινωνίας με Μ.Ανατολή, ΗΠΑ

Ο Αγγελος Δεληβορριάς προσπαθεί να εξασφαλίσει  την οικονομική επιβίωση του Μουσείου αναζητώντας πόρους παντού και σε καθημερινή βάση. Παράλληλα προσπαθεί να διατηρήσει την προβολή του μουσείου τόσο στο εσωτερικό του, δημιουργώντας ένα σχήμα μελών – εκείνη την περίοδο μόλις άγγιζε τα χίλια άτομα-, όσο και στο εξωτερικό. Ανοίγει πόρτα επικοινωνίας, συνεργασίας και αλληλοστήριξης με τη Μέση Ανατολή, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά.  

Ακολουθώντας τα διεθνή μοντέλα στον κλάδο της προβολής των εικαστικών τεχνών έχει στόχο τις ανταλλαγές έργων τέχνης υπό την μορφή του δανεισμού αλλά και ορισμένες σημαντικές εκθέσεις. Όμως το προσωπικό του μουσείου δεν επαρκεί σε αριθμό για να φέρει εις πέρας το όραμά του. Παρόλα αυτά, όλοι οι άνθρωποι που εργάζονται εκεί, στέκονται δίπλα στον διευθυντή τους προσφέροντας ακόμη και εθελοντικά, ατέλειωτες ώρες για το fund raising. Το καθαρό χρήμα που βρίσκεται στα χέρια του Δεληβορριά καλύπτει μόλις δύο μήνες ζωής του μουσείου. Ο προϋπολογισμός εκείνη την περίοδο είναι 1.100.000  ευρώ. Την ίδια ώρα το μουσείο χρειάζεται τουλάχιστον 250.000 ευρώ το μήνα μόνο για την κάλυψη της μισθοδοσίας. Δεν καλύπτεται με τίποτα. 

"Οι έχοντες το χρήμα περνούσαν

από το μουσείο για να... φωτογραφηθούν"

Σε όλη αυτή την κατάσταση το κράτος είναι απόν. Δεν εξασφαλίζει ούτε ένα μικρό μέρος των αναγκών όπως γίνεται στην Ευρώπη. Οι χορηγίες αρχίζουν και μειώνονται λόγω κρίσης και οι υποστηρικτές «κρύβονται» όλο και πιο συχνά. Ο Αγγελος Δεληβορριάς όπως είχε εξομολογηθεί τότε στη γράφουσα «όλοι εκείνοι οι έχοντες το χρήμα που στις καλές εποχές περνούσαν διαρκώς για να φωτογραφηθούν στο Μπενάκη – μέχρι εκεί έφτανε η ευαισθησία τους για τον πολιτισμό δυστυχώς- ήταν πλέον άφαντοι». Οχι μόνο τα παλιά τζάκια αλλά και το νέο χρήμα. Τους καλούσε πάνω από εκατό φορές ο διευθυντής ενός από τα σημαντικότερα μουσεία στην Ελλάδα, τους έστελνε η διοίκηση προτάσεις συνεργασίες και αιτήματα για στηριξη και εκείνοι... απλά αδιαφορούσαν έχοντας πάντα μια δικαιολογία έτοιμη.  

Αυτά περνούσε τότε ο Αγγελος Δεληβορριάς, κάνοντας γαϊδουρινή υπομονή και προσπαθώντας να κρατήσει τα νεύρα και την απογοήτευσή του. «Όποιος έχει περισσότερη αντοχή και δυναμισμό θα αντέξει», έλεγε και κρατούσε την αισιόδοξη πλευρά.   Θέτει όρο να μην γίνεται καμία έκθεση ή άλλη εκδήλωση  χωρίς υπάρχει προεξασφαλισμένη η οικονομική της κάλυψη. Αρκετοί όμως καλλιτέχνες δυσανασχετούν, ενδεχομένως μη γνωρίζοντας απόλυτα τα κόστη που έχει ένα μουσείο για να πραγματοποιήσει έκθεση. «Πώς να γίνει δηλαδή; Εκείνος θα κάθεται και θα παρλάρει εικαστικά και κάποιος άλλος θα τραβάει το κουπί μόνος του; Αν δεν μπορεί ή δεν ξέρει τότε να μην το κάνει. Διότι χρησιμοποιεί και εκείνος την τέχνη του ως στοιχείο οικονομικής δικής του στήριξης», είχε πει με αυστηρότητα.

Το Μουσείο Μπενάκη δεν έκλεισε. Το 2014 ο Αγγελος Δεληβορριάς υπέβαλε την παραίτησή του. Συνέχιζε όμως να στηρίζει το Μουσείο μέχρι την ημέρα που ανέλαβε ο νεόφερτος – προ διετίας - Ολιβιέ Ντεκότ.  

litomissiakouli@yahoo.com

copyright αρχικής φωτογραφίας: Στέλιος Σκοπελίτης