Είναι τουλάχιστον ντροπή να μην αναφέρεται κανείς, πέρα από τους Μανιάτες, τους Αρκάδες, τους Ρουμελιώτες, τους Μεσολογγίτες ή και τους υπόλοιπους πολυαναφερόμενους εντόπιους αγωνιστές, σε αυτούς που δίκαια χαρακτηρίστηκαν «κομάντος» του απελευθερωτικού αγώνα. Πρόκειται για το ευγενές γένος των Ντρέδων. Και από σεβασμό στην Ιστορία και την προσφορά τους στον ένδοξο εκείνο αγώνα, παραχωρώ τον λόγο σε έναν απόγονο του αρχικαπετάνιου των Ντρέδων, του Μάρκου Ντάρα. Μιλάω για τον Τρύφωνα Δάρα, ο οποίος, βουτώντας την πένα στην καρδιά του, μας περιγράφει την ιστορία των Ντρέδων: 

«Μέρες που ’ναι, είπα να γράψω λίγες γραμμές ως ελάχιστο φόρο τιμής στους αγώνες αυτούς των προγόνων μου, των αδάμαστων Ντρέδων. Πολύ περισσότερο που για μια σειρά λόγους (που δεν είναι της παρούσης, αλλά έχουν ενδιαφέρουσα ιστορική εξήγηση) οι αγώνες αυτοί δεν έχουν λάβει τη θέση που αντικειμενικά τους αξίζει στην ιστοριογραφία της Επανάστασης του ’21 αλλά και των προεπαναστατικών κινημάτων και αγώνων στον Μωριά.

Η ιστορία μας ξεκινάει στα μέσα του 14ου αι., όταν καμιά 40αριά οικογένειες, προερχόμενες από την Ηπειρο, έρχονται και εγκαθίστανται στο οροπέδιο του Δωρίου, ένα φυσικό οχυρό 120 τετραγωνικών χιλιομέτρων, σε σχήμα πετάλου, με δύο μόνο εξόδους, που επέτρεπαν έλεγχο της πρόσβασης και έγκαιρη διαφυγή σε περίπτωση κινδύνου. Ηταν Ελληνες, Αρβανίτες, χριστιανοί ορθόδοξοι, που κατάγονταν από τους πανάρχαιους Ιλλυριούς Ελληνες της Ηπείρου και είχαν ελληνική εθνική συνείδηση, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν από τους δεσπότες του Μυστρά ως συνοριοφύλακες του δεσποτάτου έναντι των Φράγκων, που κατείχαν την απέναντι πλευρά, της επαρχίας Ολυμπίας.

Από την ανάμειξη αυτών των Βορειοηπειρωτών χριστιανών και των ελάχιστων ντόπιων κατοίκων της περιοχής προήλθε το ξακουστό γένος των «Ντρέδων», όπως έμειναν γνωστοί στην Ιστορία οι κάτοικοι των Σουλιμοχωρίων, των 12 χωριών της περιοχής, με επιφανέστερα ανάμεσά τους το Ψάρι και το Σουλιμά! Οι Ντρέδες ήταν πρώτα και πάνω απ’ όλα πολεμιστές. Κυκλοφορούσαν πάντοτε οπλισμένοι και είναι χαρακτηριστικό ότι οπλοφορούσαν και οι γυναίκες, που σε περίπτωση πολέμου μάχονταν στο πλευρό των ανδρών. Στη μάχη του Ψαρίου (24/4/1727) ενάντια στον Ιμπραήμ η Γιαννούλα Ντάρα, το όνομα της οποίας έφερε και μια αγαπημένη μου θεία, αδελφή του πατέρα μου, έπεσε μαχόμενη μαζί με άλλες επτά γυναίκες των Ντρέδων. Ηταν, επίσης, θρήσκοι μέχρι δεισιδαιμονίας, είχαν ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς και σεβόντουσαν υπέρμετρα τις γυναίκες, τα παιδιά και τους γέροντες.

Για τη σημασία της ονομασίας τους έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις. Σύμφωνα με την επικρατέστερη, «Ντρες» σημαίνει ευθύς, ειλικρινής, ντόμπρος και πιθανότατα προέρχεται από την αρβανίτικη λέξη «ντρέιτ», που σημαίνει «ίσιος». Με την πάροδο του χρόνου, η έννοιά της έγινε ταυτόσημη με τον ανδρείο, τον γενναίο, τον δυνατό, το παλληκάρι.

Αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση της Πελοποννήσου, στα 1460, οι Ντρέδες μπαίνουν στην πρώτη γραμμή του αγώνα και διακρίνονται στις συγκρούσεις με τους Τούρκους σε όλη την προεπαναστατική περίοδο, όπου, λόγω της πολεμοχαρούς φύσης και της πολεμικής εμπειρίας τους, θεωρούνται από την αρχή ως τα “κομάντο” και η προφυλακή των προεπαναστατικών κινημάτων.

Εβγαλαν πολλούς και σπουδαίους αγωνιστές οι Ντρέδες στα προεπαναστατικά χρόνια. Κορυφαίος ανάμεσά τους, ο θρυλικός Μάρκος Ντάρας από το Ψάρι (1700- 1745), που υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους κλεφταρματωλούς του Μωριά κατά την εποχή της δράσης του, που δεν περιορίστηκε στη Μεσσηνία, αλλά απλώθηκε σε όλη την Πελοπόννησο. Ηταν ο πρώτος κλεφταρχηγός στον Μωριά που συγκρότησε κλέφτικο σώμα από 300 και πλέον παλληκάρια, ο πρώτος που πέτυχε τη στενή συνεργασία ανάμεσα στους κλεφταρχηγούς όλου του Μωριά και ο πρώτος που αναγνωρίστηκε ως γενικός αρχηγός από όλους τους καπεταναίους της Πελοποννήσου.

Η φήμη των αγώνων του Μάρκου Ντάρα εναντίον των Τούρκων είχε ξεπεράσει τα όρια του Μωριά και τα κατορθώματά του “είχον φθάσει εις τας ακοάς και του τότε Σουλτάνου”. Γι’ αυτό και, όταν δολοφονήθηκε, έπειτα από προδοσία, πληγωμένος και άρρωστος, το κεφάλι του στάλθηκε με πλοίο στην Πόλη και κρεμάστηκε ως λάφυρο στην Υψηλή Πύλη!

Οι τρεις γιοι του Μάρκου Ντάρα παλουκώθηκαν από τους Τούρκους, για να ξεκληριστεί η γενιά των Νταραίων, αλλά ο τέταρτος, που διασώθηκε, ο Αλέξης Ντάρας, αποδείχτηκε άξιος γιος αξίου πατρός, αφού έγινε και αυτός πρωτοκαπετάνιος και συναρχηγός των κλεφτών της Πελοποννήσου μαζί με τον Κωσταντή Κολοκοτρώνη, πατέρα του Γέρου του Μωριά. Αυτούς τους αγωνιστές, που τους ήξερε καλά, άλλωστε, καθώς είχαν φιλικούς οικογενειακούς δεσμούς, είχε υπόψη του ο Κολοκοτρώνης όταν έλεγε στον Τερτσέτη: “Οι ανδρειότεροι της Πελοποννήσου δεν εζούσαν πλέον. Αν εζούσαν οι παλαιοί, ηθέλαμεν κυριεύσει μ’ ευκολίαν την Πελοπόννησον τον πρώτο χρόνο”. 

Τα κατορθώματα αυτά τα τραγούδησε η λαϊκή μούσα με κλέφτικα τραγούδια, όπως: “Το Ψάρι και του Σουλιμά, τα δυο κεφαλοχώρια, χαράτσι δεν πληρώνουνε, Τούρκο δεν προσκυνάνε, γιατί ’ναι ο Ντάρας το θεριό και ο Τάσης Παπατσώρης, πιάνουν και στέλνουν μήνυμα σ’ όλα τα παλληκάρια, πάρτε τα καρυοφύλλια σας και πιάστε καραούλι, ποδάρι Τούρκου να μην μπει μεσ’ στα Σουλιμοχώρια, γιατί ’ναι οι Ντρέδες ξακουστοί και πρώτοι στο σημάδι, βόλι δεν πάει αλάθευτο και γιαταγάνι κούφιο”.

Φυσικά, οι Ντρέδες πρωτοστάτησαν και στην εξέγερση του 1821. Μπήκαν μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τους Μανιάτες στην Καλαμάτα στις 23 του Μάρτη και στις 24 στο Σουλιμά έδωσαν τον όρκο “Ελευθερία ή Θάνατος”. Πήραν μέρος, πάντα στην πρώτη γραμμή, σχεδόν σε όλες τις μάχες στην Πελοπόννησο, σε 36 συνολικά μάχες, απέναντι τόσο στους Τούρκους όσο και στον Ιμπραήμ, όπου απέναντι στους Ντρέδες είχε τις πρώτες (και μόνες) αποτυχίες του!

Αλλά και μετά την απελευθέρωση δεν έμειναν ήσυχοι οι Ντρέδες. Το καλοκαίρι του 1834, οι Μεσσήνιοι, με πρωτεργάτες τους Ντρέδες και επικεφαλής τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη, τον Μητροπέτροβα και άλλους, ξεσηκώθηκαν σε ένα κίνημα το οποίο έγινε γνωστό ως η Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834, με κύριο αίτημα την κατάργηση της Αντιβασιλείας και την ανάληψη του θρόνου από τον Οθωνα, κίνημα που καταπνίγηκε στο αίμα.

Αυτή τους την ανυπότακτη στάση, μαζί με το ότι στάθηκαν πάντα στο πλευρό του Κολοκοτρώνη και των “στρατιωτικών” απέναντι στους “πολιτικούς”, Φαναριώτες κ.λπ., την πλήρωσαν οι Ντρέδες με την υποβάθμιση της ιστορικής τους προσφοράς και των αγώνων τους.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Ντρέδες μετακινήθηκαν από τα ορεινά χωριά τους στους κάμπους της Τριφυλίας και γενικά της Μεσσηνίας. Εκεί δημιούργησαν νέα χωριά, όπως το Κάτω Ψάρι, το Δώριο και το Κοπανάκι. Στη συνέχεια πολλοί από αυτούς πήραν τον δρόμο της ξενιτειάς κυρίως προς την Αμερική, ενώ όσοι νέοι δεν είχαν μεταναστεύσει πήραν ενεργά μέρος στους πολέμους της περιόδου 1912-1922».

Δημοσιεύτηκε στα "Παραπολιτικά"