Στις 11 Ιουνίου 1963 ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής μετά τη συνάντηση του με τον βασιλέα Παύλο στο Τατόι, συγκάλεσε υπουργικό συμβούλιο όπου κατέληξε στην απόφαση υποβολής της παραίτησης του. Δύο ημέρες αργότερα κι ενώ είχαν προηγηθεί έτερες επαφές του βασιλιά με τους επικεφαλής της αντιπολίτευσης, ο Καραμανλής εκλήθη εκ νέου στα Ανάκτορα προειδοποιώντας ότι η ανακύπτουσα κρίση αν δεν επιλύονταν συντεταγμένα θα οδηγούσε «τη χώρα και το Στέμμα σε επικίνδυνες περιπέτειες».

Παράλληλα τον ενημέρωσε ότι θα παραιτούνταν και θα αναχωρούσε για το εξωτερικό. «Του είπα ότι θα φύγω οπωσδήποτε για την Ελβετία και ότι ανάλογα με τις εξελίξεις που θα σημειωθούν στην Ελλάδα θα αποφασίσω αν η αποχώρηση μου αυτή θα είναι προσωπική ή οριστική» γράφει σε μεταγενέστερο σημείωμα του υπό τον τίτλο: «Οι σχέσεις μου με το Στέμμα».

Στις 13 Ιουνίου 1963 ο Καραμανλής μπήκε στο αεροπλάνο με προορισμό τη Γενεύη κι από ΄κει παρατηρούσε τα διαδραματιζόμενα στην Αθήνα, αηδιασμένος με τη συμπεριφορά της αντιπολίτευσης και τα βασιλικά καπρίτσια, που δεν ήταν ούτε αφορμή ούτε αιτία, αλλά αφορμή και αιτία της επιλογής του.

Οι όροι

Καθημερινώς μιλούσε με τους συνεργάτες του στην Αθήνα, ιδίως με τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Ροδόπουλο και Παναγή Παπαληγούρα τους οποίους είχε ορίσει Διοικούσα της ΕΡΕ, ενώ έθεσε τους εξής 3 όρους για να γυρίσει και να κατέβει στις επικείμενες πρόωρες εκλογές: 1) ότι αυτές θα γίνονταν με το πλειοψηφικό και όχι με απλή αναλογική όπως ζητούσε η Ένωση Κεντρώων, 2) ότι θα τις διενεργούσε η ήδη σχηματισθείσα υπηρεσιακή κυβέρνηση Πιπινέλη και 3) ότι οι κάλπες θα στήνονταν στις 3 Νοεμβρίου ώστε να μην παραταθεί άλλο η ασάφεια καθώς η χώρα βρίσκονταν ήδη σε 8ετή κυβερνητική σταθερότητα.

Ο Παύλος συμφώνησε. Όμως στις 27 Σεπτεμβρίου κι ενώ ο Καραμανλής βρίσκονταν εν πτήσει για Αθήνα μέσω Παρισίων, αντικατέστησε την κυβέρνηση Πιπινέλη με εκείνη του Στυλιανού Μαυρομιχάλη, ανώτατου δικαστικού και απογόνου των Μαυρομιχαλαίων.

Όπως και να ‘χει ο Καραμανλής κράτησε την υπόσχεση του. Ξεκίνησε αμέσως περιοδείες, απευθύνθηκε στον λαό και παρά τον διχαστικό «Ανένδοτο» του Γεωργίου Παπανδρέου η ΕΡΕ στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963 έλαβε 39,37% εκλέγοντας 132 βουλευτές έναντι 42,04% και 138 έδρες της Ένωσης Κεντρώων. Επειδή η διαφορά ήταν ισχνή και τα πάθη γιγαντώνονταν ξανά, ο Καραμανλής ζήτησε από τον Παύλο να μη δώσει στον Γεώργιο Παπανδρέου εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αλλά διερευνητική εντολή «εφόσον δεν διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία».

Οι σχέσεις με το Παλάτι κλονίστηκαν ακόμη περισσότερο όταν ο βασιλιάς προέτρεψε τον Παπανδρέου να σχηματίσει κυβέρνηση αλλά αντί να την «ευλογήσει» αμέσως, αναχώρησε για πολυήμερο ταξίδι στην Ισπανία «με αποτέλεσμα να καθυστερηθεί υπερμέτρως η σύγκληση της Βουλής».

Στην Ελβετία

Δεύτερη απογοήτευση δεν άντεχε κι έτσι στις 9 Δεκεμβρίου 1963 αναχώρησε για το Παρίσι όπου παρέμεινε 11 χρόνια. Η εφημερίδα «Ελευθερία» πανηγύριζε υπό τον τίτλο: «Ο κ. Καραμανλής ώχετο απιών» και επικαλούνταν, όπως και η «Αυγή», πληροφορίες ότι τα αεροπορικά εισιτήρια είχαν εκδοθεί στο ψευδώνυμο «Τριανταφυλλίδης».

Με τα πολλά, στις 31 Δεκεμβρίου 1963 ακριβώς επειδή, όπως είχε προβλέψει ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου δεν κατάφερε να φτιάξει κυβέρνηση, ορκίστηκε υπηρεσιακός πρωθυπουργός ο Ι. Παρασκευόπουλος δηλώνοντας: «Θα ενεργήσω εκλογάς τόσον εντίμους και τόσον αδιαβλήτους, ώστε η Ελλάς από απόψεως απροσκόπτου λειτουργίας των ελευθέρων θεσμών να μη υπολειφθή κατά τίποτε εν συγκρίσει προς τα λοιπάς χώρας του ελευθέρου κόσμου» (σς τα Ιουλιανά του 1965 μάλλον αποδεικνύουν το αντίθετο).

Στις 16 Φεβρουαρίου 1964, μετά τα όσα θυελλώδη είχαν προηγηθεί και τον Καραμανλή να έχει ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, η Ένωση Κεντρώων εξασφαλίζει το θεαματικό όσο και … εύθραυστο ποσοστό 52,7% έναντι 35,6% της ΕΡΕ του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.

Σε επιστολή του προς τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος σχημάτισε κυβέρνηση με την παρασκηνιακή συναίνεση του Γεωργίου Παπανδρέου 18 μέρες πριν το Απριλιανό πραξικόπημα του 1967, του γράφει: « Όπως μαθαίνω, όλοι έχετε τρελαθεί».

Η πρώτη επιστροφή

Το ως άνω χρονολόγιο επαναφέρει στη μνήμη των παλαιότερων και ξεδιαλύνει στους πολλούς ορισμένες συγχύσεις που επί δεκαετίες κρατούν στα σκοτάδια τα πραγματικά γεγονότα για λόγους φτηνής και καταστροφικής προπαγάνδας.

Πρώτον, ο Καραμανλής έφυγε τον Ιούνιο του ’63, ξαναγύρισε 3 μήνες αργότερα και συμμετείχε κανονικά στις εκλογές τις οποίες έχασε με 3 μονάδες διαφορά. Συνεπώς δεν είχε κανέναν λόγο να αναχωρήσει κρυφά ως «Τριανταφυλλίδης».

Δεύτερον, η σύγκρουση του με τους βασιλείς ήταν όντως μεγάλη και δεν αφορούσε ένα γεγονός, δηλαδή τη διαφωνία του «με το επίσημο ταξίδι του βασιλικού ζεύγους στο Λονδίνο που είχε προγραμματιστεί για τις 9 Ιουλίου 1963» αλλά μια σειρά από ενέργειες των Ανακτόρων.

Εν προκειμένω, στις 24 Απριλίου του ίδιου έτους η βασίλισσα Φρειδερίκη παρά τη διαφωνία του, θέλησε να εκπροσωπήσει τη βασιλική οικογένεια στον γάμο της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας του Κέντ.

«Όταν το πληροφορήθηκα αυτό, εξέφρασα δύο φορές την ευχή να μην πραγματοποιηθεί αυτό το ταξίδι. Γιατί είχα πληροφορηθεί από πηγή ασφαλή πως η άφιξη της βασίλισσας στο Λονδίνο θα γινόταν αφορμή και πρόσχημα ανθελληνικών εκδηλώσεων» γράφει ο Καραμανλής.

Όπερ και εγένετο. Η Φρειδερίκη στη Βρετανική πρωτεύουσα αντιμετώπισε μαχητικές διαδηλώσεις υπέρ των Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων στις οποίες συμμετείχαν η Μπέτυ Μπάρτλετ Αμπατιέλου, η Αγγλίδα σύζυγος του φυλακισμένου συνδικαλιστή Αντώνη Αμπατιέλου, και ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης. Ένα μήνα μετά ο Λαμπράκης έπεφτε νεκρός στη Θεσσαλονίκη από παρακρατικούς.

Της δολοφονίας Λαμπράκη είχε προηγηθεί, στις αρχές Μαϊου 1963, η επίσκεψη στην Ελλάδα του Γάλλου Προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ η οποία ήγειρε μεγάλη ανησυχία στο Στέμμα καθώς εκφράστηκαν φόβοι για τρομοκρατική ενέργεια εις βάρος του από «ομάδες αντιφρονούντων» ένεκα των πρόσφατων επεισοδίων στο Λονδίνο.

Ο λαός όμως, επεφύλαξε θερμή υποδοχή στον ζωντανό θρύλο της εποχής κι εκείνος από το βήμα της Βουλής είχε πει: «Αυτή τη χώρα που η πολιτική της ζωή είναι τόσο δαντελωτή όσο κι οι ακρογιαλιές της και τόσο ανάγλυφη όσο ο ορίζοντας των βουνών της, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατορθώνει να την κυβερνήσει».

Το παζλ της σύγκρουσης με το Παλάτι αριθμούσε κι άλλα κομμάτια. Όπως το ότι η βασίλισσα την ίδια περίοδο απαιτούσε να ματαιωθούν οι εορτές για τη χιλιετία της Μοναστικής Πολιτείας του Άθω έως ότου αναρρώσει ο Παύλος από μια εγχείρηση, ενώ ανά τακτά διαστήματα προβάλλονταν αξιώσεις για την ενίσχυση της επιχορήγησης της βασιλείας, την κάλυψη των εξόδων για τα ταξίδια τους στο εξωτερικό, ακόμη και για την προικοδότηση της Σοφίας με 300.000 δολάρια προκειμένου να παντρευτεί τον Χουάν Κάρλος της Ισπανίας.

Παπανδρέου

Κι ενώ ο «Γέρος» ως αντιπολίτευση είχε σηκώσει τον κόσμο στο πόδι κατά των Ανακτόρων, όταν έγινε πρωθυπουργός τον Φεβρουάριο του 1964 και μέχρι την πτώση του, εμφανίστηκε βασιλικότερος του βασιλέως ικανοποιώντας πλήρως τα αιτήματα των παλατιανών (ερανικός λογαριασμός, αγορά βασιλικού αεροσκάφους, δημιουργία κυβερνείου στη Θεσσαλονίκη, κτίριο στα Γιάννενα κτλ).

Τέτοια έβλεπε ο Καραμανλής κι έλεγε κατόπιν συχνά – πυκνά ότι «στο ελληνικό πολιτικό τοπίο είναι πάντα παρακινδινευμένες όλες οι προβλέψεις γιατί γίνονται πράγματα που δεν εξηγούνται λογικά και ανατρέπουν όλα τα δεδομένα που επίσης παράλογα έχουν δημιουργηθεί».

Δυστυχώς, οι παραλογισμοί προσδιόριζαν ανέκαθεν την επικαιρότητα επηρεάζοντας την καθημερινότητα και όσους ήθελαν να ενταχθούν ή να απενταχθούν από αυτή.

«Πάψτε ρεεεε…» φώναζε ο Καραμανλής το βράδυ της 24ης Ιουλίου 1974 προσπαθώντας χωρίς μικρόφωνο να απευθυνθεί στο αυθόρμητο πλήθος που τον υποδέχτηκε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Παράλογα τον είχαν αρνηθεί το ’63, παράλογα τον περίμεναν το ’74. «Αγριεμένος έφυγε… ίδιος γύρισε, επομένως θα πάμε καλά» μονολογούσε ένας γέροντας ακούγοντας τον.