tsipras
dimitris-giannakopoulos-240
Δημήτρης Γιαννακόπουλος
Δημήτρης Γιαννακόπουλος

«Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»: Η ιστορία, παλαιά και νέα, ενός συνθήματος

Τόσο φορτισμένο ιστορικά είναι εκείνο που είπε χθες το βράδυ ο Τσίπρας στο Συνέδριο αρπάζοντας το κανονικά από τον Παπανδρέου που το είχε κάνει σημαία την προεκλογική περίοδο του 2009

Η ιστορία του συνθήματος είναι λίγο – πολύ γνωστή, το «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» τίθεται ως δίλημμα από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου που όλοι περίμεναν ότι θα τέλειωνε σε πέντε μήνες και κατέληξε τον Νοέμβριο του 2018 με 8,5 εκατομμύρια νεκρούς και μια συνθήκη το 1919 (Βερσαλιών) που προετοίμαζε τον επόμενο.

Τη δεύτερη φορά, μπήκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο από τον Καστοριάδη και τον Λεφόρ ως τίτλος σχετικής γαλλικής επιθεώρησης και προσδιόρισε μαζί με το μετα – ντανταϊστικό κίνημα, τους δυναμίτες καταστασιακούς του Γκυ Ντεμπόρ, τον Γαλλικό τους Μάη του ’68 και τη μεταμαρξιστική χαζομάρα όπου ο καθένας ερμήνευε κατά το δοκούν το «Κεφάλαιο» βάζοντας πυροκροτητές στη γραφειοκρατική βόμβα του καπιταλισμού και όχι- βέβαια- στον ίδιο τον καπιταλισμό. Αυτό έλειπε…

Έχει ειπωθεί ότι ο Έγκελς το σκέφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά τέτοια μεταφρασμένη έκδοση δεν υπάρχει στα Ελληνικά. Ακόμη και να μην το ‘γραψε, είναι όμως σίγουρο ότι το πρόταξαν μαζί με τον Μαρξ ως περιεχόμενο του επαναστατικού ξεσηκωμού μιας περιόδου όπου η Γερμανία και η Ιταλία αγωνίζονταν να συγκροτήσουν ενιαία κράτη, η Ουγγαρία να απαλλαγεί από τους Αψβούργους και η Πολωνία από τον Τσαρισμό.

Τόσο φορτισμένο ιστορικά είναι εκείνο που είπε χθες το βράδυ ο Τσίπρας στο Συνέδριο αρπάζοντας το κανονικά από τον Παπανδρέου που το είχε κάνει σημαία την προεκλογική περίοδο του 2009 . Φυσικά παραλληλισμοί, κοινωνικοί ή ιδεολογικοί κτλ , θα ήταν αστείο να γίνουv, αλλά οι συνειρμοί επιβάλλονται διότι με το «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», ο ΓΑΠ «κούμπωσε» το πρώτο κι ο Τσίπρας που «κούμπωσε» το τρίτο, προετοιμάζεται - με το «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» - για το τέταρτο. Συνεπώς, καμία επίκληση στην άγνοια δεν μπορεί πλέον να γίνει αποδεκτή. Ο καθένας, κατά τον Οκτάβιο Πας, έχει τον παράδεισο που του αξίζει.