Η αυλαία της πολιτικής σεζόν στην Ελλάδα ανοίγει κάθε χρόνο µε τη ∆ιεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Ο εκάστοτε πρωθυπουργός εµφανίζεται στο βήµα του «Βελλιδείου», ανακοινώνει ένα πακέτο µέτρων, το οποίο εξειδικεύεται την επόµενη ηµέρα στη συνέντευξη Τύπου. Τις επόµενες ηµέρες ανεβαίνουν στη συµπρωτεύουσα οι επικεφαλής των άλλων κοµµάτων, µε τελευταίο τον αρχηγό της αξιωµατικής αντιπολίτευσης, που έχει το δικό του Σαββατοκύριακο. Ο ρόλος τους είναι παραδοσιακά να υποβαθµίζουν το κυβερνητικό πακέτο, αντιπροτείνοντας ένα µεγαλύτερο.

Φέτος ο Αλέξης Τσίπρας προσπάθησε να ανατρέψει αυτή τη χορογραφία. Εσπευσε να εµφανιστεί πρώτος στη σκηνή, προσπαθώντας να µετατρέψει το µειονέκτηµα της µη κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης σε πλεονέκτηµα. Το πρώτο κεντρικό µήνυµα της στρατηγικής του ήταν: «∆εν είµαι ΣΥΡΙΖΑ». Εµφανίζεται ως ο ηγέτης ενός νέου κόµµατος, µε καινούργια στελέχη, που έχουν τα πλεονεκτήµατα και τα µειονεκτήµατά τους. Το δεύτερο «δεν» που «φωνάζει» ο πρώην πρωθυπουργός είναι ότι δεν είναι ο ίδιος µε τον Τσίπρα του 2015-2019, σε συνέχεια του περιβόητου rebranding που ξεκίνησε. Η δυσκολία βρίσκεται στη δοσολογία. Οταν προσπαθεί να απευθυνθεί σε νέα κοινά, κινδυνεύει να χάσει αυτά στα οποία ήταν ισχυρός στο παρελθόν και το αντίστροφο. Γι’ αυτό, όσο πλησιάζουµε στις εκλογές, πιθανότατα θα εστιάζεται στα προνοµιακά γι’ αυτόν κοινά, µε στόχο να διασφαλίσει την πολύτιµη δεύτερη θέση.

Ακολούθησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, µε µια στρατηγική που συµπυκνώνεται επίσης σε δύο «δεν». Το πρώτο είναι το «∆εν µπορώ να δώσω περισσότερα». Με απλά λόγια, ο πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι στα χρόνια της διακυβέρνησής του κατόρθωσε να νοικοκυρέψει τα οικονοµικά του κράτους και ότι, αν οι αντίπαλοί του έρθουν στην εξουσία και προσπαθήσουν να δώσουν περισσότερα, θα ανατρέψουν ακριβώς αυτή την πραγµατικότητα. Το έτερο «δεν» είναι το «∆εν τελείωσα», το οποίο είναι διπλής ανάγνωσης. Η πρώτη ανάγνωση είναι ότι δεν έχει ολοκληρωθεί το έργο σε δύο θητείες, γι’ αυτό ζητά και τρίτη. Η δεύτερη έχει να κάνει µε την εκλογική στόχευση. Με την αυτοδυναµία την οποία διεκδικεί η Νέα ∆ηµοκρατία, παρότι οι δηµοκοπικές της επιδόσεις απέχουν αρκετά από τον στόχο.

Εξίσου µακριά από τον στόχο που έχει θέσει είναι και το ΠΑΣΟΚ. Από το 2012, που έχασε τη θέση του στον δικοµµατισµό το κόµµα που κυριάρχησε τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, παλεύει να επανέλθει στα ωραία του χρόνια. Ο Νίκος Ανδρουλάκης µε τον εορτασµό της επετείου της 3ης Σεπτεµβρίου στο Ηράκλειο και την παρουσία του στη ∆ΕΘ προσπάθησε να διαψεύσει τα δηµοσκοπικά ευρήµατα. «∆εν είµαι τρίτος» ήταν το µήνυµα που ήθελε να στείλει. Η επίτευξη του στόχου δεν είναι εύκολη, καθώς προνοµιακά κοινά γύρισαν την πλάτη τους στο Κίνηµα στα χρόνια των µνηµονίων και είναι δύσκολο να επιστρέψουν. Το δεύτερο «δεν» του Νίκου Ανδρουλάκη είναι το «∆εν έχω κυβερνήσει». Είναι το πλεονέκτηµα που έχει σε επίπεδο ρητορικής απέναντι σε Τσίπρα και Μητσοτάκη, που κυβέρνησαν ο ένας µετά τον άλλον. Αν µάλιστα ανακοινώσει την ίδρυση νέου κόµµατος ο Αντώνης Σαµαράς, θα έχει να αντιµετωπίσει τους πρωθυπουργούς που κυβέρνησαν τα τελευταία 15 χρόνια και επιθυµούν να φτάσουν τα 19.

Η αυλαία λοιπόν έχει ανοίξει µε µια ∆ΕΘ των «δεν». Και για τους µεν που διεκδικούν τη διακυβέρνηση και για τους δεν!

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά